Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικήδειοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικήδειοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Επικήδειος στη μ. Χριστιάνα Πετρίδου, Πρεσβυτέρα πατρός Λίνου

Φωτο:vk.com

Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc
Πολυαγαπημένη μου Χριστιάνα, γνωριστήκαμε πριν από πολλά χρόνια, όταν ήσουν στη Δευτέρα Γυμνασίου, κι εγώ μόλις τελείωσα το Πανεπιστήμιο και ήρθα ως αναπληρώτρια στο Γυμνάσιο Φανερωμένης που στεγαζόταν μετά τον πόλεμο στην πρώην Παιδαγωγική Ακαδημία. Στην ερώτησή μου από πού είσαι , μου απάντησες από τη Λευκωσία. Κι εγώ δεν το πίστεψα. Σου είπα: «Εσύ είσαι από το Λευκόνοικο», και ως παιδάκι, τα έχασες. «Ναι, μου είπες, η μητέρα μου κατάγεται από το Λευκόνοικο».
Πώς να μη σε καταλάβω, Χριστιάνα μου, αφού όλα πάνω σου από παιδάκι φώναζαν ότι ήσουν κόρη της Νίτσας και εγγονή της Χριστίνας, της Ττίνας, όπως την ξέραμε στο Λευκόνοικο; Κι όσο μεγάλωνες, είχες όλα τα χαρακτηριστικά της γιαγιάς σου: την εξυπνάδα, το αεικίνητο πνεύμα, τον δυναμισμό, την καλοσύνη, την πραότητα, την ιλαρότητα, την ευγένεια. Ήσουν μια
Λευκονοικιάτισσα, νοικοκυρά και προκομμένη, χρυσοχέρα, που ήθελες και μπορούσες να τα προλάβεις όλα, τελειομανής, ακούραστη, επίμονη, αγωνίστρια. Ήσουν αυτό που έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες: «Οία η μορφή, τοιάδε και η ψυχή»
Από παιδάκι ξεχώριζες για το ήθος, τη σεμνότητα, την ταπεινοφροσύνη, την πίστη σου στον Θεό, τις αξίες και τα ιδανικά του έθνους μας, όπως και για την ποιότητα του χαρακτήρα σου. Άριστη μαθήτρια, με ευστροφία, οξύνοια και εμβρίθεια, συνέχισες με επιτυχία τις σπουδές σου στην Αυστρία πρώτα και μετά στην Αγγλία. Εκεί γνωριστήκατε και με τον πατέρα Λίνο, και φτιάξατε την όμορφη οικογένειά σας αργότερα, με τα τέσσερα κορίτσια και τα δυο αγόρια σας.
Μαζί με τον πατέρα Λίνο αγωνιστήκατε να φτιάξετε μια χριστιανική οικογένεια, αλλά και μια ενορία. Μια ενορία καύχημα για όλους μας. Με τη βοήθεια του Αγίου Φιλίππου μια μικρή ενορία έγινε πόλος έλξης για ανθρώπους που ποθούν τον Θεό και συρρέουν από την ευρύτερη περιοχή μας.
Ως πρεσβυτέρα ήσουν αγαπητή σε όλους, αλλά και πρότυπο χριστιανικής αρετής. Πάντα πρόθυμη να βοηθήσεις, πάντα χαμογελαστή, πάντα πρωτοπόρος, πάντα άξια. Πώς να ξεχάσουμε τα απογευματινά τσάγια, τα δείπνα, τις χριστιανικές ομιλίες, όλες τις εκδηλώσεις που διοργανώνατε με άλλες καλές κυρίες για ενίσχυση του ναού σας; Πώς να ξεχάσουμε τον τραχανά που μας ετοίμαζες μετά από τις αγρυπνίες; Πώς να ξεχάσουμε την ΑΓΑΠΗ σου, Χριστιάνα μου;
Κι ύστερα σε γνώρισα και ως συνάδελφο. Πρώτα σε λάτρεψε ο ανιψιός μου στο Λύκειο του Αποστόλου Βαρνάβα, που σε χαρακτήριζε ως την «τέλεια καθηγήτρια». Ύστερα, είχαμε την ευλογία να έρθεις μαζί μας στο νεοσύστατο Λύκειο Λατσιών. Ήσουν μαζί μας όταν του δίναμε τη φυσιογνωμία και την κουλτούρα του. Όλοι σε αγάπησαν, συνάδελφοι και μαθητές. Πάντα προσηνής, εργατικότατη, πρόθυμη να εξυπηρετήσεις, να υπερασπιστείς παιδιά με προβλήματα, επιεικής, ανθρώπινη, μεγαλόψυχη. Σε θαύμαζα, σε καμάρωνα.
Ήμουν πολύ περήφανη για τη μαθήτριά μου, αλλά πιο πολύ για τη Λευκονοικιάτισσα καθηγήτρια, τη χαρισματική και εμπνευσμένη, που συνδύαζε την παιδαγωγική αυστηρότητα με την παιδαγωγική χάρη. Μου άρεσε να έρχομαι στο εργαστήριο της Βιολογίας που μύριζε πάστρα και νοικοκυροσύνη, όμορφο γούστο και μεράκι.
Κάθε χρόνο έπαιρνες τα παιδιά στον Πρόδρομο σε ένα περιβαλλοντικό πρόγραμμα, αλλά και μια διήμερη εκδρομή που τη φρόντιζες μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, για να είναι όλα τέλεια. Πήγαμε μαζί σου μια χρονιά στα Καλυδώνια και στο ενετικό γεφύρι του Τζιελεφού στην Πάφο.
Κι ύστερα ήρθε η δοκιμασία σου. Την αντιμετώπισες με τη λεβεντιά, την παρρησία και την εγκαρτέρηση χριστιανής μάρτυρος. Μόνη σου έγνοια ήταν τα παιδιά σου. Γι’ αυτά πιο πολύ πάλεψες μέχρι το τέλος. Έτσι ήθελε ο Θεός. Σε ήθελε κοντά Του. Ήσουν έτοιμη. Έτοιμη για την παράδεισο!
Χριστιάνα μου, στη σύντομη ζωή σου έκανες πράγματα που άλλοι άνθρωπου θα ήθελαν πέντε ζωές και ακόμα περισσότερες , και ίσως δεν θα προλάβαιναν. Πάνω απ’ όλα, όμως, ήσουν σύζυγος και μανούλα. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος ρόλος σου. Εκεί μεγαλούργησες. Διοχέτευσες όλη την αγάπη και την αξιοσύνη σου, την υπομονή και τη μεγαλοψυχία σου. Μαζί με τον π. Λίνο μεγαλώσατε έξη αξιολάτρευτα παιδιά. Τους ευχόμαστε να παρηγορηθούν και να πιστέψουν ότι και από εκεί ψηλά θα τα συντρέχεις και θα τα νοιάζεσαι. Θα δέεσαι στον Κύριο για την πρόοδό τους, με την παρρησία που είμαστε σίγουροι όλοι ότι θα έχεις.
Να πας στο καλό, κορίτσι μου. Να μην ανησυχείς, γιατί οι γονείς σου θα φροντίσουν τα παιδιά σου, μαζί με τον πατέρα Λίνο.
Αιωνία ας είναι η μνήμη σου και ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει! Αναπαύσου εν ειρήνη στους παραδεισένιους τόπους που βρίσκεται η ψυχή σου. Μακαρία η οδός, ή πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως!

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Καλό παράδεισο, αδελφέ μας Σίμο Νησιώτη
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc

Έφυγε ο Σίμος μας. Ο αδελφός των φοιτητικών μας χρόνων, ο συνοδοιπόρος στα πετάγματα της ψυχής μας, ο μπροστάρης  των φοιτητικών αγώνων, ο πρόσχαρος, ο ευπροσήγορος, ο εκλεκτός φίλος, ο ανιδιοτελής, έντιμος, ακέραιος, ηθικός,  ο άνθρωπος με τη σπάνια καλοσύνη!
Έφυγε έτσι απλά, χωρίς προειδοποίηση. Μας ξάφνιασε το δυσάρεστο νέο. Μας συντάραξε. Δεν ξέραμε καν ότι ήταν άρρωστος. Πήγε να συναντήσει την πολυαγαπημένη του μανούλα, την μ. κυρία Στέλλα μας, με το μοναδικό ήθος, την ευγένεια και την αρχοντιά, την πραότητα και τη γλυκύτητα που τη μετέδωσε και στα παιδιά της, τον Σίμο της, τη Χρυστάλλα και τη Ρούλα της.
Μπροστά στο γεγονός του ξαφνικού θανάτου μένουμε ενεοί και εμβρόντητοι! Κι όμως, έπρεπε σε όλη μας τη ζωή να το περιμένουμε ως το μόνο σίγουρο γεγονός της ζωής μας. Να είμαστε προετοιμασμένοι. Μα πώς να περιμένεις να πεθάνει ένας άνθρωπος με τη δραστηριότητα και την ενεργητικότητα του Σίμου, με τη ζωντάνια και τη χαρά της ζωής που εξέπεμπε!
Τον Σίμο μας τον γνωρίσαμε στην Αθήνα ως αδελφό της φίλης μας της Ρούλας. Από εκείνη τη στιγμή έγινε ο μεγαλύτερος αδελφός μας, ο καλύτερός μας φίλος, ο μέντοράς μας, με την καθοδήγηση του οποίου αποκτήσαμε πολιτική συνείδηση, γι’ αυτό τον ακολουθούσαμε στις διαδηλώσεις για το πολιτικό ζήτημα του νησιού μας, όταν διεκδικούσαμε το δίκαιό μας!    Μέσα στην οδύνη της προσφυγιάς και τον πόνο για όσους και όσα χάσαμε, ο Σίμος ήταν το παιδί που έδινε σε όλους μας κουράγιο και αισιοδοξία με τον λόγο του τον παρηγορητικό, το αστείρευτο χιούμορ του, τον ορθολογισμό του που δεν τον εμπόδιζε να υστερήσει σε ευαισθησία, συμπόνια, ενσυναίσθηση και ανθρωπιά.
Ο καλός φίλος των φοιτητικών μας χρόνων, έγινε ύστερα ένας εξαίρετος σύζυγος και οικογενειάρχης. Νυμφεύτηκε την αγαπημένη του Σταυρούλα που ήταν πάντα στην καρδιά του από τα φοιτητικά του χρόνια, και απέκτησαν τις τρεις κορούλες τους για τις οποίες ήταν τόσο περήφανος και ευτυχισμένος.
Η φιλία και η αγάπη μας συνεχίστηκε όλα αυτά τα χρόνια, γιατί πια έγινε ο γιατρός μας για οποιοδήποτε ορθοπεδικό πρόβλημα, και κάθε φορά που συναντιόμασταν γελούσαμε με την ψυχή μας και συζητούσαμε για πολλά θέματα, κυρίως πολιτικά, αλλά αναθυμόμασταν και τα όμορφα φοιτητικά μας χρόνια.

Καλό παράδεισο, αγαπημένε μας Σίμο! Αφήνεις μνήμη αγαθή! Θα σε θυμόμαστε πάντα για την αφειδώλευτη αγάπη σου και την ποιότητα του χαρακτήρα σου

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Επικήδειος στον Ήρωα συμμαθητή μας Άντρο Μακρίδη
Εκκλησία Αγίου Γεωργίου Κοντού, Λάρνακα
24 Μαϊου 2015, 11 π.μ.

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά, κι έχουν την όψη καμένη
από το πέρασμά τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.
Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο».
Καλωσόρισες στο σπίτι σου και στην οικογένειά σου, Ήρωα Άντρο Μακρίδη για να αναπαυτεί η ψυχή σου, μα και να γαληνέψει η ψυχή των αγαπημένων σου.
 Καλωσόρισες και στη μεγάλη σου οικογένεια, την κοινωνία του Λευκονοίκου, τους συμμαθητές και συμμαθήτριές σου, τους δασκάλους και καθηγητές σου, τους φίλους και τις φίλες σου, που όλοι πονάμε αλλά και ταυτόχρονα σεμνυνόμαστε, γιατί είσαι ένας από τους τέσσερις συμμαθητές μας, τους ήρωες, που σήμερα 41 χρόνια σχεδόν μετά θάβουμε με τις αρμόζουσες τιμές από την εκκλησία και την πολιτεία, μαζί με τον Ήρωα Καθηγητή μας Σωτήρη Μιχαήλ και τον τελειόφοιτο Μαθηματικό Πανίκκο Χατζηπαντελή.

Πόσο ταιριάζουν και για μας σήμερα οι στίχοι του νομπελίστα ποιητή μας, του μικρασιάτη Γιώργου Σεφέρη!
«ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται, γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙
Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος».

Μνησιπήμων πόνος, λοιπόν, ο πόνος που μας θυμίζει παθήματα. Τα παθήματα των φίλων μας, των ανθρώπων που ανατράφηκαν μαζί μας, που γέλασαν και έπαιξαν μαζί μας, όπως εσύ Άντρο μας, που ήμασταν μαζί από το νηπιαγωγείο της κ. Στέλλας. Μαζί στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο Λευκονοίκου. Μπροστάρης πάντα σε ό,τι εθνικό, σε ό,τι ωραίο και αληθινό.

Ήσουν ένα όμορφο παιδί, «αρχιλεβέντης», με τις αρετές του Έλληνα στον υπερθετικό βαθμό, ευθυτενής και ευσταλής νέος, ντυμένος πάντα σύμφωνα με τη μόδα της εποχής, χαμογελαστός, εύχαρις και προσηνής, με χιούμορ και διάθεση πάντα για δράση, κέφι, διασκέδαση, χαρά, γέλιο. Λες και ήθελες να προλάβεις να γευτείς τη ζωή. Αυτή τη ζωή που δεν χάρηκες. Λες και ψυχανεμιζόσουν το κακό που θα’ ρχότανε.


Μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον κοινωνικής προσφοράς, ενεργού δράσης και εμπλοκής στα κοινά, από μικρή ηλικία ζυμώθηκες με αυτά και γαλουχήθηκες με τις πιο όμορφες αξίες και τα πιο ευγενή ιδανικά. Με έναν πατέρα υψιπέτη και μια μάνα-θυσία για τα παιδιά της, μια μάνα-κουράγιο, βίωσες από μικρή ηλικία τον πόνο για τον χαμό του αγαπημένου σου Μιχαλάκη στο Μερσινίκι.

Αυτή η θυσία σε σφράγισε ως προσωπικότητα και χαλύβδωσε μέσα σου την αγωνιστικότητα. Θυμάμαι, στην τετάρτη τάξη του Γυμνασίου Λευκονοίκου, μας έβαλαν στην ίδια αίθουσα που ήταν ο Μιχαλάκης τη χρονιά της θυσίας του. Η φωτογραφία του ήταν στον τοίχο πίσω από τα θρανία μας. Ήταν σαν να είχες έναν φύλακα άγγελο στην τάξη, κι ολημερίς γυρνούσες πίσω και τον κοίταζες. Ποιος ξέρει ποιες σκέψεις αναδεύονταν στο μυαλό σου, πώς σε σφράγισε αυτή η εμπειρία! Μοιάζατε κιόλας τόσο πολύ, και στη μορφή και στην ψυχή. Το ίδιο σπινθηροβόλο βλέμμα, η ίδια ανυπότακτη ψυχή!

Όπως είπα και στους άλλους συμμαθητές μας, Άντρο μου, τον Πέτρο Βελούση, τον Έκτορα Κτωρή και τον Βασίλη Χατζησιεγκαλλή, προσωπικά σας βλέπω σαν μαθητές μου, αφού εσείς, όπως όλοι οι νεαροί ήρωες του νησιού μας σε όλους τους εθνικούς μας αγώνες, δεν προλάβατε να μεγαλώσετε, κι έτσι μείνατε πάντα νέοι, όπως μας θύμιζε συχνά η φιλόλογός μας η κ. Παρασκευά. Νέοι κι αμόλυντοι, αγνά παλληκαράκια γεμάτα με όνειρα και ελπίδες για μια υπέροχη ζωή, όπως όλοι οι νέοι σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.


Εμείς που σε ξέρουμε, Άντρο Μακρίδη, ήρωα της τάξης μας, είμαστε σίγουροι ότι πολέμησες λιονταρίσια ενάντια στους κατακτητές που σκορπούσαν τον όλεθρο και την καταστροφή. Στάθηκες αγέρωχος, στητός κι ολόρθος, με αυτοθυσία και λεβεντιά, γιατί ήσουν καμωμένος από εκείνη τη μαγιά που έρχεται από χιλιάδες χρόνια πριν, από τη γενιά του Ονήσιλου, του Ρε Αλέξη, του Γρηγόρη Αυξεντίου…
Είμαι σίγουρη ότι στο μυαλό σου εκείνη την ώρα είχες τη φράση του Αισχύλου:
«Μόνο εμείς (οι Έλληνες) αντίθετα από τους βαρβάρους, δεν μετρούμε ποτέ το πλήθος του εχθρού στη μάχη». 

Γιατί ήξερες καλά ότι ήρωες είναι οι «τρελοί της ιδέας». Ήρωες είναι όσοι «προχωρούν στα σκοτεινά». Όσοι αγωνίζονται χωρίς να ξέρουν το αποτέλεσμα, όσοι ανοίγουν δρόμους, όσοι δεν περιμένουν ανταπόδοση.
Κι εσύ, Άντρο Μακρίδη, είσαι ένας από τους «χωρικούς του απέραντου γαλάζιου» που από τα δεκαεννιά σου χρόνια χάθηκες. Όλα αυτά τα χρόνια που ήσουν αγνοούμενος, προσεύχονταν συνεχώς για την ανεύρεση των οστών σου και την ανάπαυση της ψυχής σου, όχι μόνο η οικογένειά σου, αλλά και οι συμμαθητές μας στο Άγιο Όρος, ο Γέροντας Εφραίμ ο Βατοπαιδινός και ο πατήρ Γαβριήλ της Μονής Διονυσίου.

Κι εμείς, που όλα αυτά τα χρόνια «μπερδευόμαστε μες στ’ αγαθά μας», που προσπαθούσαμε να επιβιώσουμε και να απαλύνουμε τις πληγές της προσφυγιάς, σήμερα μπροστά στο σεπτό κασελάκι που έκλεισε τη λεβέντικη κορμοστασιά σου και τα πετάγματα της ψυχής σου, θέλουμε να προσκυνήσουμε, ευλαβικοί προσκυνητές της ηρωικής σου θυσίας, μα νιώθουμε τόσο ανάξιοι! Εσύ έδωσες τη ζωή σου για τούτο το χώμα, για τούτο το πέτρινο καράβι που πορεύεται τη χρυσή μοίρα του ήλιου, κι εμείς είχαμε την ψευδαίσθηση ότι περάσαμε «κάβους» στη ζωή μας.

Στα αδέλφια σου, τον Ισίδωρο, τον Σωκράτη, τον Παύλο, τον Γιώργο και τη Σωτηρούλα, τις νύφες και τον γαμπρό σου Γιώργο, τα ανίψια σου, που για τόσα χρόνια υπέμεναν αγόγγυστα και κουβαλούσαν τον σταυρό του μαρτυρίου τους, μαζί με τους γονείς σου που πέθαναν με το μαράζι σου, εκφράζουμε τα συγχαρητήριά μας για την προσφορά της οικογένειάς τους στην πατρίδα μας. 

Αιωνία σου η μνήμη, Άντρο Μακρίδη! Τα οστά σου θα αναπαυτούν πλάι στους γονείς σου, μέχρι την άγια και ευλογημένη μέρα που θα σας πάρουμε όλους και θα σας θάψουμε πλάι στον Μιχαλάκη σας στο Λευκόνοικό μας.
 Ο Θεός μας θα σε κατατάξει, είμαστε σίγουροι, στη χορεία των αγίων και των μαρτύρων της πίστης και της πατρίδας. Στους παραδεισένιους τόπους που ζεις μαζί με τους άλλους γενναίους μας, ας αναπαυτεί η ψυχή σου! Εμείς θα σε θυμόμαστε και θα σε τιμούμε πάντα, και θα έχεις μια τιμητική θέση στο θησαυροφυλάκιο της καρδιάς μας. Θα είσαι ένα πρότυπο για μας και τις επερχόμενες γενεές. Η παρακαταθήκη που αφήνεις σε όλους μας είναι η ρήση του Περικλή στον Επιτάφιο: «Εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον»
Αιωνία σου η μνήμη και ακήρατος η δόξα σου, πολυαγαπημένε μας, Άντρο Μακρίδη.











Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Επικήδειος στον μ. Κορνήλιο Κυριακίδη, τον υπέροχο άνθρωπο και ακραιφνή πατριώτη.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012
Ιερός Ναός Τιμίου Προδρόμου, 4μ.μ.

Κάθε επικήδειος ματώνει την καρδιά, όταν γράφεις για ανθρώπους αγαπημένους που φεύγουν. Σήμερα που έχουμε να αποχαιρετήσουμε τον αγαπημένο μας Κορνήλιο η ψυχή μας κλαίει και οδυνάται. Μα και ελπίζει στη δικαίωση. Γιατί φεύγει ένας μάρτυρας της πίστης και της πατρίδας. Ένας άνθρωπος που αντιμετώπισε για 33 χρόνια παλληκαρίσια τη δοκιμασία του, σήκωσε αντρίκια τον σταυρό του μαρτυρίου του και πορεύεται προς τας αιωνίους μονάς «σαν έτοιμος από καιρό σαν θαρραλέος».

Από χθες το πρωί που ακούσαμε το δυσάρεστο για μας νέο, δυσάρεστο με τα ανθρώπινα μέτρα βέβαια, η μητέρα μου, σε προχωρημένη ηλικία, συνεχώς κλαίει και ταράζεται, επαναλαμβάνοντας τη σκηνή που της έχει εντυπωθεί στο μυαλό: όταν πήγε για να μας δώσουν σπίτι, τότε στα πρώτα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς μας, την απέπεμψαν με άγριο τρόπο και ήταν πολύ στεναχωρημένη. Τότε, σαν «από μηχανής Θεός» εμφανίστηκε ο μ. Κορνήλιος μπροστά της και της είπε: «έλα μαζί μου και μην στεναχωριέσαι». Μόλις τον είδαν οι άλλοι υπάλληλοι, αμέσως εξυπηρέτησαν τη μάμμα μου.
Αυτός ήταν ο μ. ο Κορνήλιος για μας τους Λευκονοικιάτες, αγαπητοί μου. Ένας φύλακας άγγελος. Η προσωποποίηση της καλοσύνης και της ευγένειας. Ένα μέσο στη γραφειοκρατία, για να διευκολύνει τη ζωή μας, κυρίως μετά τον ξεριζωμό μας, όταν κάποιοι έκαναν πως δεν ήξεραν ή πράγματι δεν ήξεραν τι ήταν ο κόσμος του Λευκονοίκου και γενικά της Μεσαορίας μας.

Κι αν στο Λευκόνοικο είχαμε καλή ιδέα για τους Παφίτες, αυτό οφείλεται εξ ολοκλήρου σε κάποιους γαμπρούς της κωμόπολής μας, όπως ο μ. πατέρας του Υπουργού Άμυνας, του κ. Δημήτρη Ηλιάδη, ο δάσκαλος κ. Κυριάκος Νικολαΐδης και ο μ. Κορνήλιος Κυριακίδης που ήταν ευλογία για όλους μας.

Γεννημένος τον Φεβρουάριο του 1937 στο χωριό Άγιος Δημητριανός της Πάφου, ανήκε σε πολυμελή οικογένεια με έξι παιδιά, και κατάφερε, παρά τις στερήσεις και τις κακουχίες, να αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο Πολεμίου. Αμέσως, εντάχθηκε στην Ε.Ο.Κ.Α. με το ψευδώνυμο Θαλής, ενώ παράλληλα εργαζόταν στα ταχυδρομεία Λεμεσού και Πάφου. Μάλιστα, με δική του πρωτοβουλία και εισήγηση στον τομεάρχη του οργανώθηκε η αποστολή οπλισμού ταχυδρομικώς από την Ελλάδα, ενώ ανέλαβε προσωπικά την εισαγωγή του οπλισμού και την παράδοσή του σε συνδέσμους των αγωνιστών στην περιοχή Πάφου.

Τον Οκτώβριο του 1958 συνελήφθη και κρατήθηκε στα κρατητήρια Ομορφίτας και Κοκκινοτριμιθιάς. Είναι γνωστό σε όλους μας ότι σ’ αυτά τα κολαστήρια των ευγενών Άγγλων, τα σύγχρονα Νταχάου, όσοι έμπαιναν, υφίσταντο σφοδρά βασανιστήρια, σωματικά και ψυχικά. Όταν βγήκε, ήταν ένα ράκος σε άθλια κατάσταση, είχε μείνει μόνο 50 κιλά. Ευτυχώς, γλύτωσε τα χειρότερα, γιατί τον Φεβρουάριο του 1959 έγινε η συνθηκολόγηση και τελείωσε ο Αγώνας.

Τα δεινά της Κύπρου δεν τελειώνουν, όμως. Γιατί αυτό που ήρθε μετά από τόσες θυσίες και βασανιστήρια, δεν ήταν λευτεριά Ήταν είδωλο της λευτεριάς. Οι Άγγλοι με την πολιτική του διαίρει και βασίλευε έφεραν τους Τούρκους στο πολιτικό παιχνίδι. Έτσι, άρχισαν οι διακοινοτικές διαταραχές του 1963, όπου και πάλι έτρεξαν, ποιοι άλλοι, οι αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α. να διαφεντέψουν την τιμή και την υπόληψη αυτού του δύσμοιρου νησιού. Παρών και ο μ. Κορνήλιος που υπηρέτησε ως εθελοντής διμοιρίτης, υπό την καθοδήγηση του Λοχαγού Χαράλαμπου Λόττα.

Ο μακαριστός Κορνήλιος γνώρισε την αγαπημένη του Παναγιώτα το 1965 στην Αμμόχωστο και τη νυμφεύτηκε το 1966. Απέκτησαν δυο γιους και τέσσερα εγγόνια που δεν κατάφερε να χαρεί όσο θα ήθελε, λόγω της άνισης μάχης με την ασθένεια που τον ταλαιπώρησε όλα αυτά τα χρόνια, την κατά πλάκας σκλήρυνση. Όμως, ο αγωνιστής Κορνήλιος, έχοντας πάντα στο πλευρό του φύλακα άγγελο την καλή του Παναγιώτα, με την αγάπη της, την αυταπάρνηση και τη συνεχή φροντίδα της,
κατάφερε να αντιμετωπίσει την ασθένειά του και να μη συμβιβαστεί. Μέχρι την τελευταία του στιγμή αρνήθηκε να καταθέσει τα όπλα. Λύγισε το βράδυ της 16ης Ιουνίου στο Γενικό Νοσοκομείο.

Ο μακαρίτης Κορνήλιος με αυτές τις περγαμηνές αφήνει μνήμη αγαθή. Ήταν ένας ήλιος που οι ακτίνες του σκορπούσαν χαρά, καλοσύνη, προσήνεια, ετεροκεντρισμό της αγάπης. Προικισμένος με εξαιρετικές ικανότητες, με γνώσεις, οξύνοια, κριτική σκέψη, δυναμισμό, ωριμότητα, ήταν πάντοτε απλός, ευπροσήγορος, χαμογελαστός, σεμνός.

Άνθρωπος, γαλουχημένος με αξίες και ιδανικά, πραγματικός φιλόπατρις, αγωνιστής της ελευθερίας, μεταλαμπάδευσε στα παιδιά του τις αιώνιες και αγέραστες αξίες του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, όπως η αξία της πατρίδας, του σεβασμού, της ειλικρίνειας και της τιμιότητας, για τις οποίες τα παιδιά του τον ευχαριστούν και τον ευγνωμονούν.

Στη χαροκαμένη σύζυγό του Παναγιώτα που στάθηκε ως γνήσια Λευκονοικιάτισσα, μεγαλόψυχη, υπομονετική, νοικοκυρά και προκομμένη πλάι στον Άνθρωπό της μέχρι τέλους, και στα εξαίρετα παιδιά του, τον Κυριάκο και τον Χαράλαμπο, ευχόμαστε ο Θεός να τους δώσει δύναμη να αντέξουν τον χαμό του αγαπημένου τους Κορνήλιου, και να τον τιμούν όπως του αξίζει.

Αγαπημένε μας Κορνήλιε, όλοι εμείς που σε γνωρίσαμε και σε αγαπήσαμε, θα σε θυμόμαστε πάντα. Αφήνεις μνήμη αγαθή. Ήσουν ο «καλός καγαθός» άνθρωπος. Το Λευκόνοικο πολύ σε αγάπησε, όπως κι εσύ.

Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή σου.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει.

Καλοτάξιδη να’ ναι η πορεία σου και χαιρετίσματα σε όλους τους χωριανούς μας, τους τιμαριώτες του ουρανού.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Η αποδημία της Αγγελικής της Πρεσβυτέρας

9 Απριλίου 2012 από ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ ΠΑΝΑΓΙΔΗ ΖΗΝΑ

Νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που γυρίζω από κηδεία τόσο συγκλονισμένη και αναπαυμένη ταυτόχρονα. Η φίλη και συνάδελφός μας Αγγελική Κωνσταντίνου κίνησε για το αιώνιο ταξίδι, «σαν έτοιμη από καιρό, σαν θαρραλέα». Μια μάρτυρας της Ορθοδοξίας που με την όλη βιωτή της αλλά και με τη σταυρική της πορεία και την εγκαρτέρησή της τους τελευταίους μήνες, αντικρίζει θαρρώ το θρόνο του Κυρίου μας με παρρησία. Είμαι σίγουρη ότι ο Κύριος θα της πει το: «Ευ δούλε, αγαθέ και πιστέ, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου».
Η εκκλησία δεν χωρούσε τον κόσμο που ήλθε για να τη συνοδεύσει στο τελευταίο της ταξίδι. Πιστεύω ότι όλοι, κληρικοί και λαϊκοί, νιώσαμε ότι κηδεύαμε μια αγία γυναίκα που ήταν έτοιμη να φύγει, αφού εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της στη γη. Ήταν ένας άγγελος που κατέβηκε απ' τον ουρανό, για να μας αποδείξει ότι και στην εποχή μας υπάρχουν άγιοι, και μάλιστα στον κόσμο, ζουν ανάμεσά μας, πλάι μας.
Αυτές οι σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό μου την ώρα της εξόδιας ακολουθίας, που ο πολυπληθής χορός των ιερέων και επισκόπων - ανάμεσά τους και ο σύζυγός της π. Παντελεήμων και ο ένας γιος της που είναι επίσης ιερέας, μαζί με τους καλλίφωνους, καλλικέλαδους ψάλτες τους άλλους έξι γιους της - έψαλλαν τους υπέροχους ύμνους, με τους θεόπνευστους στίχους, που μας θυμίζουν τη ματαιότητα των εγκοσμίων.
Οι σκέψεις μου αυτές έγιναν βεβαιότητα, όταν άκουσα τον ιερέα γιο της να την αποχαιρετά με αγάπη και αναστάσιμη ελπίδα. Μοιράστηκε μαζί μας κάποιες εμπειρίες των παιδιών της, όχι για να τιμήσουν τη μητέρα τους, όπως τόνισε, αλλά για να παραδειγματιστούμε οι υπολειπόμενοι. Μας είπε ότι αντιμετώπισε τη δοκιμασία της ασθένειάς της με υπομονή, αδιάλειπτη προσευχή και καρτερικότητα, δοξάζοντας το όνομα του Θεού, πλήρως παραδομένη στο θέλημά του. Με την εγκαρτέρηση ενός χριστιανού μάρτυρα! Και το πιο θαυμαστό: το σώμα της, τριάντα ώρες μετά, όταν πήγαν οι δώδεκα γυναίκες του Χριστιανικού Συνδέσμου να τη ντύσουν, δεν είχε την ακαμψία του νεκρού!
Γι' αυτό και οι άγιοι των οποίων τις εικόνες και τα ιερά λείψανα έφεραν στο προσκεφάλι της για να προσκυνήσει, ευαρεστήθηκαν με τον αγώνα της και την αγάπη της στον Θεό, και ευωδίαζαν. Ιδιαίτερα παρακαλούσε τον Άγιο Λουκά τον Ιατρό, τον Άγιο Νεκτάριο, τον Άγιο Γεώργιο. Ζητούσε η ψυχή της μέχρι τέλους τη θεία κοινωνία.
Αγάπησε από μικρή την εκκλησία και τους αγίους η Αγγελική μας. Ευτύχησε μαζί με το σύζυγό της, πατέρα Παντελεήμονα, να αποκτήσουν επτά γιους, τους οποίους γαλούχησαν με τα νάματα της θρησκείας και της πατρίδας μας. Επτά γιους λεβέντες, που πέρα από την ανθρώπινη οδύνη και συντριβή, κουβαλούσαν το φέρετρό της, ψάλλοντας. Σαν να παρέδιναν τη μάνα τους σ' Αυτόν που τόσο αγάπησε. Τούτα τα παιδιά μάς δίδαξαν πώς πρέπει να αντιμετωπίζουν το θάνατο οι χριστιανοί. Σαν να ήταν σίγουροι ότι η μητέρα τους πάει κάπου καλύτερα. Την κάλεσε κοντά του ο Θεός.
Νιώθω πολύ ευλογημένη που μοιράστηκα μαζί της το ίδιο γραφείο στο Λύκειο Εθνομάρτυρα Κυπριανού στο Στρόβολο, πριν από εννέα χρόνια. Από την αρχή που δεθήκαμε, το ένιωσα. Μου έλεγε: «Αδελφούλα μου», καθώς κι οι δυο είμαστε μονοκόρες. Μου μετέδιδε την πραότητα και την ηρεμία της, γευόμουν τα μύρα της αγάπης της, βίωνα την καλοσύνη, την ανιδιοτελή προσφορά, τη συγχωρητικότητα, την αέναη έγνοιά της για τον άλλο, τον αδελφό της, που ήταν η εικόνα του ΧΡΙΣΤΟΥ.
Ταυτόχρονα, θαύμαζα την εργατικότητα, τη φιλοπονία, τις διοικητικές ικανότητες, την κατάρτισή της και το φιλολογικό οπλισμό της, την αγάπη της για τα παιδιά όλου του κόσμου. Μεγαλόψυχη και ευπρεπής, σεμνή και καταδεκτική, κέρδιζε τους μαθητές της με την ευγένεια της ψυχής της, την ευρυχωρία της καρδιάς της, την ταπεινοφροσύνη της και την προσήνειά της. Το χαμόγελο δεν έλειπε από το πρόσωπό της. Πάντα είχε για όλους μια καλή κουβέντα. Ποτέ δεν κακοκάρδισε κανένα, ποτέ δεν μίλησε άσχημα, δεν νευρίασε. Ήταν το πρότυπο της χριστιανής καθηγήτριας στην πράξη.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου όσο ζω, πόσο πόνεσε για ένα παιδί που προερχόταν από πολυπροβληματική οικογένεια. Τι προσπάθειες έκανε για να το βοηθήσει. Πόσες ώρες «σπατάλησε» για να το φέρει στον ίσιο δρόμο. Αλλά και πόση προσευχή πρέπει να έκανε για να το βοηθήσει η Παναγία.
Η παρουσία της ενέπνεε τον σεβασμό. Ήταν μια πραγματική κυρία. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις συμβουλές της, το ενδιαφέρον της και την αρχοντιά της. Φαινόταν ότι έκανε τον αγώνα τον καλό, όχι για το «θεαθείναι», αλλά συνειδητά, εγκάρδια, εσωτερικά. Φαινόταν ότι δεν ήταν του κόσμου τούτου. Ότι ήθελε να σώσει την ψυχή της.
Ο ανεψιός της και η νύφη της μου είπαν πόσο τους άρεσε να πηγαίνουν στο σπίτι της, όπου βασίλευε η αγάπη και η ηρεμία. Πόσο τους άρεσε το μεγάλο τραπέζι, γύρω από το οποίο συγκεντρωνόταν όλη η οικογένεια και όλοι μαζί έψαλλαν και δοξολογούσαν το Θεό. Ήταν η μεγάλη μάνα που μαγείρευε συνεχώς για τα παιδιά και τα εγγόνια της, που ευτύχησε να έχει. Δεν υπολόγισε ποτέ κανέναν κόπο, καμία θυσία. Όλα για τους άλλους, τίποτα για τον εαυτό της. Ήταν η ενσάρκωση του ετεροκεντρισμού της αγάπης.
Πραγματικά, χάσαμε έναν εξαιρετικό άνθρωπο και μια μοναδική φίλη. Όμως, παραδόξως, δεν νιώθουμε ότι τη χάσαμε, αλλά ότι κερδίσαμε έναν σύμμαχο στον Ουρανό. Έναν αγαπημένο μας άνθρωπο που θα μεσιτεύει για μας στους αγίους, που θα την επικαλούμαστε μέρα και νύκτα να μας βοηθά. Η ψυχή της ελεύθερη πετά στα «λιβάδια τα πάντερπνα» του παραδείσου. Πέρασε στην αθανασία! Αιωνία της η μνήμη!
* Φιλόλογος

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΣΤΟΝ ΓΛΑΥΚΟ ΧΡΙΣΤΗ

«Θανέειν πέπρωται άπασι»,

κατά τον Πυθαγόρα.

Είναι γραφτό σε όλους να πεθάνουν. Μα εμείς νιώθαμε ότι ο αείμνηστος Γλαύκος Χρίστης τον ξεγέλασε τον Χάροντα. Γι’ αυτό κι αυτός τον προσπερνούσε. Μα να, που στα 91 του χρόνια του’ στησε καρτέρι, με πλήρη διαύγεια πνεύματος.

Και λιγόστεψε ο κόσμος μας, κατά τον Ελύτη.

«Φυσάει, φυσάει και λιγοστεύει ο κόσμος. Φυσάει.

Φυσάει και μεγαλώνει ο άλλος, ο θάνατος, ο πόντος ο γλαυκός κι ατελεύτητος.

Ο θάνατος, ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα».

Πενθεί σήμερα η γη της Κερύνειας. Όλοι όσοι γνωρίσαμε τον Γλαύκο Χρίστη νιώθουμε δέος τούτη την ύστατη ώρα του αποχαιρετισμού. Γιατί ξέρουμε ότι κατευοδώνουμε έναν άνθρωπο σεβάσμιο, αξιολάτρευτο, σεμνό, χαμηλών τόνων.

Μια εξαίρετη προσωπικότητα, έναν πραγματικό ευπατρίδη, που δεν βγάζει πια η γη μας. Έναν άρχοντα, έναν ευγενή.

«Οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες.

Ο Γλαύκος Χρίστης καταγόταν από μια επιφανή οικογένεια της Κερύνειας. Γιος του Σάββα Χρίστη, του γνωστού δικηγόρου της Μητρόπολης Κερύνειας, του γνωστού «αλατζιένου», είχε τρία αδέλφια. Όλοι οι αδελφοί Χρίστη ήταν πολύ δεμένοι με τη γη τους, γι’ αυτό και δεν πούλησαν ποτέ τίποτα από την τεράστια περιουσία του πατέρα τους.

Κι έτσι, συνέβη και στον αείμνηστο Γλαύκο Χρίστη το παράλογο και τραγελαφικό, επειδή κατοικούσε στη Λευκωσία να μη θεωρείται πρόσφυγας, παρόλη την περιουσία που είχε στην Κερύνεια. Όμως, ήταν υπεράνω τέτοιων θμάτων. Ήταν άνθρωπος του πνεύματος, φιλοσοφημένος, εγκρατής και ολιγαρκής.

Εξάλλου, η μητέρα του, του άφησε τη μεγαλύτερη περιουσία. Ευτύχησε να έχει σύντροφο της ζωής του την καλή μας Καίτη, την οποία πρώτη η μητέρα του είχε εκτιμήσει για τη σεμνότητά της και τα άλλα ψυχικά χαρίσματά της. Αυτό μου το είπε ο ίδιος το πρωί του Σαββάτου, όταν τον ρώτησα πώς γνωρίστηκαν με την Καίτη, τονίζοντας ότι διαπίστωσε και ο ίδιος ότι η κοπέλα ήταν όντως σεμνή. Κι έτσι έζησαν μαζί 47 ολόκληρα χρόνια, σχεδόν μισό αιώνα. Βεβαίως, μιλούσε με λίγη δυσκολία, αλλά εμείς είπαμε πολλά.

Τον Γλαύκο Χρίστη τον γνώρισα ως σύζυγο της φίλης μου Καίτης, και βεβαίως, όπως και όλες οι φίλες, τον θαύμαζα για την ευγένεια και την αρχοντιά της ψυχής του, τη μεγάλη του διακριτικότητα, τη σοβαρότητα και την αγάπη του για το διάβασμα, ενώ με εξέπληττε ευχάριστα με τις γνώσεις και κυρίως με την ενασχόλησή του με το διαδίκτυο.

Ήταν πάντα πρόθυμος να με εξυπηρετήσει με τα κείμενα της Καίτης που έγραφε στον υπολογιστή, ενώ με τιμούσε, αποστέλλοντάς μου και τα βιβλία που είχε γράψει, αλλά και με την παρουσίαση ενός βιβλίου μου στην εφημερίδα που δούλευε.
Για όσα χρόνια δούλεψε στο ΡΙΚ ως προϊστάμενος της Υπηρεσίας Μεταφράσεων όλοι μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια, μάλιστα τις τελευταίες μέρες, κάποιος συνάδελφός του από το ΡΙΚ είπε ότι ο Γλαύκος Χρίστης ήταν ο προϊστάμενος που ο καθένας θα ήθελε να έχει, προσιτός και καταδεκτικός, πρόθυμος να βοηθήσει τον καθένα.

Ως νέος ο Γλαύκος Χρίστης δούλεψε στο Διοικητήριο της Κερύνειας και μετά εργάστηκε στην εφημερίδα «Το Έθνος». Μάλιστα, ως αντιπρόσωπος της εφημερίδας παρακολούθησε τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, και ήταν ένας απ’ αυτούς που τις καταψήφισαν. Αξίζει να σημειωθεί ότι ήταν ο πρώτος που ορκίστηκε στην ΕΟΚΑ από τον Τεύκρο Χειμώνα στην Κερύνεια. Αργότερα, όταν ήρθε στη Λευκωσία, ο αείμνηστος Τάσος Παπαδόπουλος τον όρισε αντιπρόεδρο της ΠΕΚΑ.

Μέσα στο μυαλό μου έχω την εικόνα του με το καπέλο του να έρχεται από τον περίπατό του που έκανε στους δρόμους της Λευκωσίας. Ταυτόχρονα, δεν μπορώ να ξεχάσω κάτι που συνέβη τα πρώτα χρόνια που διορίστηκα αναπληρώτρια και γνώρισα την Καίτη. Έτυχε στην κουβέντα να της πω ότι περίμενα να με πληρώσουν για να στείλουμε λεφτά στον αδελφό μου που σπούδαζε στην Αθήνα και ότι χρειαζόμασταν ακόμη 100 λίρες. Το απόγευμα σταμάτησε έξω από το σπίτι μας με το κόκκινο αυτοκίνητό του και κατέβηκε η Καίτη με μια επιταγή 100 λιρών.

Βεβαίως, ο αγαπητός μας Γλαύκος που χαρακτηριζόταν για την εσωστρέφειά του και τις λίγες αλλά μεστές κουβέντες του, στο νοσοκομείο ένιωσε την ανάγκη φαίνεται να μιλήσει για πολλά πράγματα, κι έτσι είχα κι εγώ την ευκαιρία μαζί με τις κόρες του να γίνω κοινωνός όσων ήθελε να μας αφήσει παρακαταθήκη. Ήταν μια πνευματική απόλαυση οι θύμησές του και οι πλούσιες εμπειρίες του από τη ζωή. Κι εμένα μου φαινόταν σαν πατέρας μου, μια που έχασα τον πατέρα μου νωρίς.

Αξιοπρεπής, ευπρεπής, μεγαλόψυχος, μέχρι την τελευταία του στιγμή σκεφτόταν την Καίτη και τις κόρες του που τις ταλαιπωρούσε, ενώ ο ίδιος αντιμετώπιζε τον πόνο και την ταλαιπωρία με αξιοθαύμαστη στωικότητα και ηρεμία, «σαν έτοιμος από καιρό σαν θαρραλέος», όπως ταιριάζει στους εκλεκτούς.

Τίμησε τον άνθρωπο ο σεβαστός μας Γλαύκος Χρίστης. Τίμησε τον Έλληνα της Κύπρου και φεύγει καταξιωμένος.

Τίμησε τον Λόγιο Ερμή, ήταν ο άνθρωπος του βιβλίου, που του άρεσε να γράφει, να διαβάζει, συνεχώς να ανοίγει νέους ορίζοντες. Ήταν Άνθρωπος με Α κεφαλαίο.

Τίμησε, όμως, και τη λατρευτή του σύζυγο, την Καίτη του, που μαζί δημιούργησαν μια ήρεμη κι ευτυχισμένη οικογένεια, και τις κόρες του, τη Μάνια και τη Βίκυ, που τους αφήνει ως παρακαταθήκη ένα τόσο τιμημένο όνομα.

Τους ευχόμαστε την εξ ύψους παρηγορίαν.

Σεβαστέ μας Γλαύκο Χρίστη, καλοτάξιδη να’ναι η πορεία σου στον κόσμο τον αληθινό.

«Μακαρία η οδός η πορεύει σήμερον».

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει. Αφήνεις μνήμη αγαθή και ζηλευτή. Σε αποχαιρετούμε με την αγάπη μας και την ολόθερμη ευχή αιωνία να είναι η μνήμη σου.

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Έφυγε ο Πάρις μας

Ο λεβέντης γυμναστής που καμαρώναμε στις εθνικές παρελάσεις να περπατά καμαρωτός και ευθυτενής, περήφανος ως Έλλην, με την αγέρωχη κορμοστασιά του και τον αέρα του κοσμοπολίτη bon viveur.

Ο γυμναστής που τα τελευταία χρόνια έκανε το νεοσύστατο Λύκειο Λατσιών να ξεχωρίζει στις παρελάσεις, και μάλιστα φέτος στο διαδίκτυο κάποιες σελίδες μιλούσαν για την καλύτερη παρουσία σχολείου στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου.

Ο Αμμοχωστιανός με  τη μεγάλη περηφάνια για την πόλη του και τους ανθρώπους της. Από την πόλη του, εξάλλου, από τους δασκάλους του και από τους γονείς του γαλουχήθηκε με τις αξίες και τα ιδανικά που με τη σειρά του μεταλαμπάδευε στους μαθητές του που τόσο αγαπούσε, μα κι εκείνοι τον λάτρευαν. Γιατί μιλάμε για μια υπέροχη, μοναδική, ανθρώπινη, αμφίδρομη σχέση.

Σήμερα, όλο το Λύκειο Λατσιών θρηνεί τον Πάρι. Όλοι, μαθητές, καθηγητές, γραμματειακό και λοιπό προσωπικό, ντυμένοι στα μαύρα, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας με τα δάκρυα οι πιο πολλοί στα μάτια, δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι δεν θα ξαναγελάσουμε με τον Πάρι, δεν θα πούμε τα αστεία μας, δεν θα μας πειράξει… Άμα περνούσε καμιά μέρα και δεν τον έβλεπα, του έκανα το παράπονό μου ότι θέλω να έρχεται πάνω στα γραφεία μας για να με κάνει να γελώ. Με την πληθωρικότητα και το χιούμορ του μας σκλάβωνε όλους.

Ο Πάρις ήταν η χαρά της ζωής. Αυτήν εξέπεμπε με τη στάση του, τα λόγια του, τη συμπεριφορά του. Ήταν ο άνθρωπος της προσφοράς, της ανιδιοτελούς προσφοράς στους γύρω του. Ήταν μαζί με τον φίλο και συνάδελφό του τον Κώστα Μυλωνά, τον αδελφό του, οι Ηράκλειες στήλες του σχολείου μας. Κάτι σαν τον Άτλαντα που κρατούσε στους ώμους του τη γη, έτσι κι αυτός κρατούσε το σχολείο μας κι ό,τι κι αν συνέβαινε ξέραμε ότι ο Πάρις θα καθάριζε.

Με την αγάπη, με την πειθώ, με τη φωνή, με το φιλότιμο όλοι οι μαθητές, ακόμη και τα πιο ζωηρά παιδιά τον σέβονταν και “τον πήγαιναν”, γιατί ήταν κοντά τους, τους νοιαζόταν πραγματικά, τους συμβούλευε, ήταν ο πατέρας τους. Γιατί πραγματικά ο Πάρις ήταν πρότυπο εκπαιδευτικού, πρότυπο ήθους, καλοσύνης και ανθρωπιάς. Το μεγαλείο και η αρχοντιά της ψυχής του, η γενναιοδωρία του, το ευπροσήγορο του χαρακτήρα του, ζωντάνια του, το κέφι του, η πάντα ανοικτή σε όλους καρδιά του θα μας λείψουν.

Εμείς θα τον θυμόμαστε πάντα με εκείνο το μεγάλο γλυκό χαμόγελο και την αδώνεια ομορφιά του, μα κυρίως για την ψυχή του που χάριζε αφειδώλευτα σε όλους. Γιατί αυτή η φράση ακούγεται συνεχώς στο σχολείο μας: ότι ο Πάρις μας ήταν «ψυχιή». Κι αν πέταξε η ψυχή του στους ουρανούς, για μας θα είναι πάντα εδώ, στο σχολείο του που τόσο αγαπούσε. Το Λύκειο Λατσιών έχει ταυτιστεί με τον Πάρι.

Ποτέ, ό,τι κι αν τον απασχολούσε, δεν το έδειχνε. Πάντα προσηνής και γελαστός, ποτέ κατσούφης, ποτέ μουτρωμένος, πάντα αισιόδοξος, πάντα ευειδής, κεφάτος. Εργατικότατος και ικανότατος, τιμούσε τον κλάδο των γυμναστών. Μάλιστα, ήταν πάρα πολύ περήφανος για την κλασική παιδεία του. Θα μας λείψει πάρα πολύ, και δεν είναι υπερβολικό να το λέμε.

Πιο πολύ, όμως, θα λείψει από τη γυναίκα του Μαρία και τη μοναχοκόρη του, την Ελένη, που είναι μαθήτριά μας και, ασφαλώς, το υποσχόμαστε στη μνήμη του, θα την έχουμε όλοι σαν κόρη μας. Μόνο ο Θεός θα τις παρηγορήσει.

Αιωνία σου η μνήμη, Πάρι μας, και ο Θεός ας κατατάξει την ψυχή του «εν σκηναίς δικαίων».

Καλό ταξίδι, φίλε Πάρι. Ανάλαφρη η ψυχή σου ας φτερουγίσει στο θρόνο του θεού.

Εμείς πάντα θα σε θυμόμαστε και θα σε αγαπάμε. Γι’ αυτό θα ζεις παντοτινά. Άνθρωποι σαν κι εσένα δεν πεθαίνουν ποτέ, γιατί ζουν στις καρδιές μας. Θα είσαι το πρότυπο για όλους μας, μαθητές και συναδέλφους σου.