Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΥΚΟΥΤΡΗΣ

Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο(1922-1924)

Πάντα απολαμβάνω τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης(ΜΙΕΤ) και λόγω της θεματογραφίας, της ποιότητας και του υψηλού επιπέδου των εκδόσεων, αλλά και γιατί κι εμείς ανήκουμε στην ευρύτερη οικογένεια της Εθνικής.
Έτσι, ο σύζυγός μου φροντίζει να με εκπλήσσει με αυτά τα υπέροχα δώρα από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Τράπεζας που για χρόνια τώρα αποτελεί το στήριγμά μας.

Το όνομα Ιωάννης Συκουτρής ανέκαθεν μου προξενούσε δέος, για την επιστημονική του κατάρτιση μα και για την τραγική του μοίρα. Δεν θυμάμαι πότε πρωτάκουσα το όνομά του, πάντως πριν από μια εικοσαετία περίπου, όταν ασχολήθηκα εντατικά με τους ελλαδίτες καθηγητές που υπηρέτησαν στην Κύπρο, ξεχώρισα τον Ιωάννη Συκουτρή, αδυνατώντας να πιστέψω ότι ένας άνθρωπος θα μπορούσε να κάνει τόσα πράγματα ταυτόχρονα. Χαλκέντερος και ακατάβλητος, εύστροφος, εργατικότατος, «ρέκτης» φιλόλογος, δεινός συζητητής, μια διάνοια με εμβρίθεια και βαθύνοια, αναγκάστηκε μετά το πέρας των σπουδών του να εργαστεί στην Κύπρο για να συντρέξει την οικογένειά του που είχαν ξεριζωθεί από τη Μικρασία. Ο πατέρας του είχε πεθάνει και η μητέρα και τα πέντε μικρότερα αδέλφια του ζούσαν πρόσφυγες στον Πειραιά

Από την Κύπρο έγραφε μακροσκελή γράμματα στους συμφοιτητές του, όπου άφηνε να ξεχυθούν τα συναισθήματα και οι εντυπώσεις του από το νησί μας, όχι και τόσο κολακευτικά. Τέτοια γράμματα βρήκε ο γνωστός Καθηγητής Φάνης Ι. Κακριδής στα κατάλοιπα της μητέρας του Όλγας Κομνηνού Κακριδή, προσεκτικά φυλαγμένα, που της είχε στείλει ο Ιωάννης Συκουτρής, όταν το 1922-24 δίδασκε ως καθηγητής φιλόλογος στο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας. Αυτά τα γράμματα εκδόθηκαν από το ΜΙΕΤ σε φιλολογική επιμέλεια του κ. Φάνη Κακριδή.

Ο Ιωάννης Συκουτρής μαζί με την Όλγα Κομνηνού σπούδαζαν στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1919 ως το 1922 και έκαναν παρέα ως Σμυρνιοί. Μάλιστα, συνήθιζαν να κάνουν εκδρομές σε αρχαιολογικούς χώρους, όπου όλα τα προετοίμαζε ο ίδιος, και από τους άλλους ζητούσε μόνο να επιλέξουν ένα αρχαίο ελληνικό όνομα, όπως ο ίδιος είχε επιλέξει το ψευδώνυμο Αντιφών, αφού κι ο ίδιος, όπως και ο αρχαίος ρήτορας ήταν απροσμάχητος στις συζητήσεις.

Στην αρχή έγραφε γράμματα για να διαβάζονται από όλους τους φίλους. Στα γράμματά του αυτά που συζητά και επιστημονικά θέματα, δεν προσέχει ιδιαίτερα τη γλώσσα, αφού γράφονται βιαστικά. Συνήθως ζητά να του στείλει η Όλγα διάφορα επιστημονικά συγγράμματα, απ’ όπου επιβεβαιώνεται ότι ορισμένοι καθηγητές στη δεκαετία του 1920 μεταφέρουν στην Κύπρο τις καινούργιες σοσιαλιστικές ιδέες.

Από τα γράμματά του φαίνεται ότι τον απασχολεί η μοναξιά που βιώνει στο νησί: «Θέλω να ζήσεις εδώ μέσα, δια να καταλάβεις ποίος υποφέρει περισσότερον. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω πολύν καιρόν, ώστε να το σκέπτομαι, αλλά υποφέρω».
Εξάλλου, για τον Συκουτρή η επαρχία Λάρνακας και Λευκωσίας είναι από τα ασχημότερα μέρη του νησιού.

Στη συνέχεια, αφού την ευχαριστεί για την καλοσύνη της, εκφράζει την άποψή του για τους Αμερικανούς και συγκρίνει την Αμερική με την Κύπρο, αφήνοντας να ξεχειλίσει ο πόνος του πρόσφυγα: «Μου πειράζουν τα νεύρα με την καλωσύνην των και με τας αφελείς των πράξεις. Αλλά τι να γίνει; Παρά την Κύπρον, χιλιάκις προτιμοτέρα η Αμερική. Εχάσαμεν την ιδιαιτέραν μας πατρίδα, ας χαθώμεν μακράν και από την μεγάλην. Τι να γίνει, το γράφει τι δικό μας ριζικό».

Ταυτόχρονα, είναι πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφει για τους μαθητές του Ιεροδιδασκαλείου: « Οι μαθηταί, πτωχοί οι περισσότεροι, είναι πολύ φρόνιμοι και ευπειθείς». Έχουν, συνεχίζει, όρεξιν να μάθουν, αλλά ο ίδιος δεν είναι ευχαριστημένος. « Και τούτο διότι δεν εργάζονται και ως εκ της φυγοπονίας και ραθυμίας όλων εδώ των Κυπρίων, όπως παρετήρησα, και διότι δεν τους εσυνήθισαν να εργάζονται, ή μάλλον τους εσυνήθισαν να μην εργάζονται, διότι ποτέ δεν τους εζήτησαν να εντείνουν τας δυνάμεις των».

Αφού επισημαίνει ότι οι μαθητές δυσφορούν για την αυστηρή βαθμολογία του, επανέρχεται στο προσφιλές του θέμα: «Αδυναμία και παρασκευής έλλειψις μεγάλη, νωθρότης πολλή, νωθρότης, που αποδίδω εις την φυλήν και νωθρότης, που αποδίδω εις την έξιν της ολιγοδρανείας». Δεν ξέρω τι θα έλεγε σήμερα με το οικονομικό θαύμα μετά την εισβολή…Εν πάσει περιπτώσει, συνεχώς τονίζει ότι του κάνει εντύπωση η νωθρότητα των ανθρώπων, στους οποίους φαίνεται παράξενο το γεγονός ότι πεζοπορεί για ώρες.

Εξάλλου, σε άλλο σημείο της ίδιας επιστολής, χαρακτηρίζει τους Κυπρίους «κουτοπόνηρους, εύπιστους και αγαθούς» που υποτάσσονται στους ξένους, ενώ οι σπουδαιότεροι ηγέτες τους είναι ξένοι, όπως ο Καταλάνος και ο Ζαννέτος. Επιπλέον, χλευάζει τη λογοτεχνική παραγωγή των ντόπιων και καταλήγει αναφερόμενος στους δασκάλους, λέγοντας ότι «όλαι των αι ενέργειαι καταβάλλονται εις το να επιτύχουν μιαν εύγευστον προίκαν».

Θα ήθελα, επίσης, να αναφέρω ότι δεν του αρέσει να συγχρωτίζεται με τους μαθητές τα διαλείμματα, γιατί θεωρεί ότι θα ισοπεδωθεί, ούτε να τρώει μαζί τους στην ίδια αίθουσα. Γενικώς, δεν αφήνει τους μαθητές να τον πλησιάζουν πολύ.

Ακολούθως, σε άλλη επιστολή του αναφέρεται στα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα για τη σχέση του με μια συμφοιτήτριά του, στην πίστη του ότι έμαθε τους μαθητές του να εργάζονται σοβαρά και στην προσπάθειά του να «συμπήξει» σύνδεσμον καθηγητών Μέσης Εκπαίδευσης,

Επιπρόσθετα, στις 8 Ιανουαρίου του 1923, γράφει ότι επιχείρησε «μίαν δυνατήν πεζοπορικήν περιήγησιν ανά την Κύπρον η οποία θα μου εστοίχιζε 12 ημέρας». Σε αυτή την περιήγηση, αφού περιγράψει τη Λεμεσό ως ωραία πόλη(«φαντάσου την Τριπολιτσάν με θάλασσα, με περισσότερα καταστήματα ευρωπαϊκά, με κέντρα πολυτελέστερα, περισσότερον γραφικήν »), τους κατοίκους της ως «ομονοούντες, φιλοπρόοδους και δραστηριότατους, αλλά εκλελυμένους εις διαφθοράν», μετά από έναν σταθμό στο Κολόσσι, θα φθάσει στην Πάφο.

Εκεί τον φιλοξένησε ο Μητροπολίτης Ιάκωβος Αντζουλάτος από την Πάτμο. Στην Πάφο συναντά κι έναν συμφοιτητή τους τον Ιωάννη Τσικνόπουλο, τον Μάγνητα, τον οποίο σχολιάζει δυσμενώς. Από την Πάφο ανέβηκε στο Τρόοδος για να απολαύσει τα χιόνια και απ’ εκεί μέσω της Μόρφου έφθασε στη Λευκωσία. Γράφει σχετικά με την εμπειρία του αυτή: «Ήμην μόνος και η πεζοπορία αυτή, αρκετά «τολμηρά» και δυνατή, διήρκεσε 12 ημέρας. Ήτο ο καλύτερος τρόπος να περάσω τας διακοπάς, χωρίς να κλαύσω την πατρίδα μου.-Μου έρχεται να ευχηθώ να καταστραφεί όλη η Ελλάς, δια να μη βλέπω Έλληνας με πατρίδα και τους ζηλεύω- ή να υποφέρω από την νοσταλγίαν».

Εξακολουθεί να νιώθει μόνος. Ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να τον καταλάβει είναι ο Μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς, ο οποίος τον καλεί στη Μητρόπολη για να συζητήσουν, αλλά λείπει αρκετά συχνά στη Λεμεσό και τη Λευκωσία. Νιώθει, όμως, και με αυτόν μια απόσταση, λόγω του σχήματός του. « Και κατ’ αυτόν τον τρόπον είμαι μόνος, όπως και την πρώτην ημέραν που ήλθα». Βεβαίως, παραδέχεται ότι κάποιοι μαθητές τον αγαπούν, ενώ οι πιο πολλοί τον φοβούνται.

Σε άλλα σημεία των επιστολών του φιλοσοφεί, όπως για το θέμα της σχέσης των δύο φύλων, για τον εγωισμό, για την καλοσύνη κ.α. Συνεχώς παρούσα στη σκέψη του η Σμύρνη, η χαμένη πατρίδα του. Εξάλλου, επανέρχεται και στο θέμα της οικειότητάς του με μια συμφοιτήτριά του, τη Χρυσή. Δεν παραλείπει, βέβαια, να αναφερθεί και στη διάκριση που γίνεται στην Κύπρο μεταξύ ανδρός και γυναικός «άδρωποι τζιαι γυναίτζιες».

Παράλληλα, σε άλλα σημεία των επιστολών του αναφέρεται στους συναδέλφους του στο Ιεροδιδασκαλείο, με τους οποίους δεν επικοινωνεί. « Οι συνάδελφοι; Αυτοί αρκούνται εις αισχρολογίας και βωμολοχίας. Πού να καθίσουν να συζητήσουν; Είναι μερικοί σοβαροί και ευθείς, όπως ο Ματσάκις, αλλά ανίκανοι δυστυχώς δια συζήτησιν και ομιλίαν ανωτέραν».

Όπως φαίνεται, τον απασχολεί πάρα πολύ το θέμα του ότι δεν βρίσκει ανθρώπους για να συζητήσει και παραδέχεται ότι οι συνάδελφοι είναι εχθρικοί απέναντί του. «Το μόνον, που έκαμα, είναι να μη συμφωνώ συχνά με τας απόψεις των εις τας συνεδριάσεις του καθηγητικού συλλόγου, πράγμα που ευρίσκουν ασεβές προς την παιδαγωγικήν των πείραν».

Επιπλέον, φαίνεται ότι «η άφιξίς μου εσημειώθη με ίδρυσιν φιλολογικού συλλόγου, Συλλόγου Νέων, με διαλέξεις, με περιοδικόν, και αυτό τους πειράζει».

Τον κατηγόρησαν και για αθεΐαν, αλλά το μόνο που βρήκαν είναι ότι « εδίδαξα ότι αι αποδείξεις της υπάρξεως του Θεού δεν στηρίζονται λογικώς». Μάλιστα, έβαλαν και κάποιους μαθητές να υπογράψουν ότι ο Συκουτρής μεροληπτεί, ενώ κατά βάθος δεν το πίστευαν. Πιστεύει ότι τον ζηλεύουν λόγω της επιτυχίας του ως δασκάλου και λόγω της επιστημονικής του υπεροχής, την οποίαν εκτιμούν οι μαθητές όλων των σχολείων της Κύπρου. Προς το τέλος του πρώτου χρόνου γράφει ότι οι περισσότεροι μαθητές τον αγαπούν και τον εκτιμούν πολύ και είναι ενθουσιασμένοι μαζί του, παρά τις ραδιουργίες και τον πόλεμο που του κάνουν οι συνάδελφοί του. Παρ’ όλ’ αυτά « αι πολιορκίαι γαμβρού δεν έπαυσαν ακόμη. Αλλά ρύσαι ημάς από του πειρασμού, των χιλιάδων λιρών, που σου παρουσιάζονται».

Συχνά, μάλιστα, νοσταλγώντας τη φοιτητική του παρέα, παραπονιέται ότι δεν του γράφουν συχνά οι φίλοι του και τονίζει ότι «την Κύπρον την εβαρέθην. Θα γυρίσω του χρόνου χωρίς άλλο».

Σε άλλη επιστολή αναφέρει ότι με την εργασία του στο περιοδικό, τα « Κυπριακά Χρονικά», προσπαθεί να δημιουργήσει επιστημονική ζωή και να δώσει κατεύθυνσιν «εις τους εδώ λογίους να εξακολουθήσουν ό,τι προσεπάθησα ν’ αρχίσω». Προσθέτει ότι έχει συγκεντρωμένο άφθονο υλικό για να εργαστεί, όταν θα γυρίσει στην Αθήνα, γιατί στην Κύπρο δεν έχει βιβλιοθήκη.

Επίσης, αναφέρει ότι διορίστηκε κι ένας άλλος Σμυρνιός, ο Παναγιώτης Κυδωνόπουλος, αλλά παρ’ όλ’ αυτά θέλει να γυρίσει στην Αθήνα. «Εδίψασα επιστημονικήν ζωήν ήσυχον και εδίψασα τας Αθήνας. Η άφιξις του Κυδωνόπουλου κάμνει αρκετά την ζωήν μου εδώ ευχάριστον, αλλά θέλω να φύγω…Αν ημπορούσα να έχω χρήματα να φύγω αμέσως εις την Γερμανίαν».

Στα γράμματα που στέλλει τη δεύτερη χρονιά αναφέρει πως οι συνθήκες της διαμονής του είναι καλύτερες και πως πολλοί καθηγητές τού φέρονται καλύτερα, νιώθοντας ότι τον αγαπά ο Μητροπολίτης, ο οποίος τον είχε πάρει μαζί του στην περιοδεία του στα χωριά, την αθλιότητα των οποίων περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα.

Στη συνέχεια, διατείνεται ότι έχει συμφέρον το σχολείο να τον κρατήσει. «Εκτός που εργάζομαι περισσότερον από κάθε άλλον καθηγητήν και καλύτερα, έχω ήδη γίνει παγκυπρίου φήμης με το περιοδικόν, διαρκώς έχω προτάσεις εις άλλας πόλεις και εκτιμώμαι πολύ. Εις μερικάς λατρεύομαι κυριολεκτικώς, όπως εις την Αμμόχωστον… και εις τον Δεσπότην το είπαν συχνά άνθρωποι ξένων πόλεων «έχει το Ιεροδιδασκαλείον τον καλύτερον καθηγητήν της Κύπρου».

Συνεχώς, επανέρχεται στο θέμα της έλλειψης χρημάτων, γιατί χωρίς αυτά δεν μπορεί να φύγει για τη Γερμανία για μεταπτυχιακές σπουδές. Όσο για τους συναδέλφους του, τονίζει ότι τη δεύτερη χρονιά η θέση του βελτιώθηκε πάρα πολύ, «τους αναγκάζω να διεξάγουν τον αγώνα φανερά και σημειώνω θριάμβους. Έμαθαν να με φοβούνται τουλάχιστον».

Επιπλέον, επαναλαμβάνει ότι είναι ξένος, ότι αντιμετωπίζει το μίσος και τον φθόνον των συναδέλφων του, και «την υποψίαν των περισσοτέρων Λαρνακέων, οι οποίοι με φαντάζονται άνθρωπον ανατρεπτικόν, επικίνδυνον, αναρχικόν». Παραδέχεται, εντούτοις, ότι τον αγαπούν και τον εκτιμούν λίγοι από τη Λάρνακα και πάρα πολλοί από τις άλλες πόλεις, λόγω της δράσης του στο περιοδικό και τις εφημερίδες. Βεβαίως, αναφέρει με ειρωνεία ότι όλοι περιμένουν να συναντήσουν έναν σοβαρό μεσήλικα και αντικρίζουν ένα «βραχύσωμον παιδάριον».

Παράλληλα, τονίζει ότι η ξενιτιά τον κάνει να φαντάζεται τη ζωή της Αθήνας «παραδεισιακήν», ενώ αναφέρει τα ενδιαφέροντά του κατά τις περιοδείες του Μητροπολίτη, όπως το να μελετά χριστιανικές αρχαιότητες, να συλλέγει γλωσσικό υλικό κ.α. Ταυτόχρονα, πληροφορεί την Όλγα ότι τον αρραβώνιασαν με δύο κοπέλες ως τώρα που δεν τις ήξερε, ενώ παραδέχεται ότι σκέφθηκε το θέμα σοβαρότερα, λόγω της δυσκολίας του να μεταβεί στη Γερμανία.

Πιστεύει, όμως, ότι δεν υπάρχει κοπέλα με ανώτερη μόρφωση που να μπορεί να επικοινωνεί «και καταλαμβαίνω ότι δεν θ’ αγαπήσω άνθρωπον σοβαρά, που να μη μ’ εννοή». Άρα, χωρίς ψυχική συγγένεια, θα είναι δυστυχέστερος από τώρα. Βεβαίως, παραδέχεται ότι θα είναι δύσκολο για οποιαδήποτε κοπέλα να συμβιώσει μαζί του. «Αν μάλιστα λάβω υπ’ όψιν τας αποτόμους πολλάκις, πάντοτε δε σχεδόν παραδόξους μεταπτώσεις και σχεδόν ακροβασίας, που με αναγκάζει ο νους μου να κάμνω και η ψυχή μου να αισθάνωμαι, το θεωρώ πολύ δύσκολον πράγματι δι’ αυτήν».

Πέραν τούτων, συνεχίζει, λέγοντας ότι η επαφή με τις δεσποινίδες είναι τελείως τυπική και μόνο με τη «μνηστείαν ημπορείς να γνωρίσης τον χαρακτήρα της κόρης». Και καταλήγει: «Αλλά δι’ εμέ είναι προτιμότερον να μείνω άγαμος-πράγμα ούτε λογικόν ούτε ευχάριστον-παρά να δυστυχήσω και να δυστυχήσω και άλλον». Επίσης, επειδή είναι ξένος δεν υπάρχει περίπτωση να τον σπουδάσει το κράτος.

Στην ίδια επιστολή της 5ης Οκτωβρίου 1923 επανέρχεται το θέμα της μοναξιάς του: «Δεν παύω να είμαι εις τον ψυχικόν μου κόσμον πολύ ξένος και μόνος. Φίλους δε, που να μ’ αγαπούν και να μ’ εκτιμούν, χωρίς να μ’ εννοούν πολύ, είχα και προτού», προτού δηλαδή έλθουν στην Κύπρο και κάποιοι φίλοι τους, όπως ο Παναγιώτης Κυδωνόπουλος και ο Τατάκης. Ανάμεσα στα σχόλια για τους γνωστούς του, μιλά απαξιωτικά για τον Ξιούτα, χαρακτηρίζει τον Τατάκη ως σκώπτη, ενώ αναφέρει ότι δεν συνάντησε τον Κωνσταντίνο Σπυριδάκη που ήταν συμφοιτητής τους.

Σε επόμενο γράμμα του στην Όλγα, την πληροφορεί για την ευνοϊκή κριτική που έγραψε για τα ποιήματα του Δημήτρη Λιπέρτη, η οποία προκάλεσε επικριτικά σχόλια και τον ανάγκασε να αρθρογραφήσει σε εφημερίδα της Λεμεσού «όθεν κυρίως εστρέφοντο τα βέλη». Επίσης, την πληροφορεί ότι στο νησί τον θεωρούν ως Δημοτικιστή, αλλά «ερωτώμενος δεν θα διστάσω να τονίσω ότι είμαι της καθαρευούσης ή μάλλον ότι δεν θεωρώ κακόν την διγλωσσίαν και επιθυμώ να μείνει ως διαφορά γλώσσης επιστημονικής και λογοτεχνικής». Εννοείται ότι τη δημοτική την προτιμά στη Λογοτεχνία.

Γι’ άλλη μια φορά καταφέρεται εναντίον της νοοτροπίας των κατοίκων του νησιού, λέγοντας: «Εδώ είναι επαρχιωτισμός εις την νιοστήν δύναμιν και χρειάζεται κτύπημα η πατριδοκαπηλεία και βιβλιοκαπιλεία». Και πιο κάτω αναφέρει: «Ημείς ζήσαντες εις κοινωνίαν μεγάλην δεν ημπορούμεν να καταλάβωμεν τι σημαίνει μικρότης επαρχιώτου και δη Κυπρίου».

Στο τελευταίο γράμμα του προς τη φίλη του Όλγα Κομνηνού στις 26 Φεβρουαρίου 1924, αναφέρει τις απόψεις του για το συναίσθημα και τελειώνει με την ευχάριστη είδηση ότι ο φίλος του Παναγιώτης Κυδωνόπουλος είναι ερωτευμένος με μια κύπρια δασκάλα την οποία και εγκρίνει. Βεβαίως, «γίνεται έξω φρενών εναντίον μου, διότι τον παριστάνω 46 ετών και γίνομαι πιστευτός. Αλλά είναι μακρόθυμος και πολυέλαιος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Εμάγευσε τον κόσμον με την ψαλμωδίαν του».

Δεν αντέχω να μην αναφέρω το τέλος της επιστολής. Φαίνεται ότι ο Συκουτρής έδειξε το γράμμα στον Κυδωνόπουλο, ο οποίος εξεμάνη, φαντάζομαι, γι’ αυτό και έγραψε από κάτω:

«Αφού ο Γιάννης σας γράφει κάτι και για μένα δεν μου μένει παρά να σας βράσω, αν τα πιστεύσετε.

Με πολλήν αγάπην
Παναγιώτης

(Από κάτω με το χέρι του Συκουτρή)

Εννοεί δήλα δη όχι τον έρωτά του να μη πιστεύσετε αλλά την ηλικία του».

Θα ήθελα, επιπρόσθετα, να προσθέσω τη μαρτυρία του Παναγιώτη Κυδωνόπουλου, σε γράμμα προς τους δικούς του στην Αθήνα, ότι, όταν έφθασε στη Λάρνακα, τον υποδέχθηκαν «μετά πολλής ευγενείας» ανάμεσα σε άλλους και «Ο Γιάννης μετά των φίλων του, δύο μόνον, αλλά σπανίων ανθρώπων, των κ. κ. Δ. Τσέπη, Διευθυντού του Κτηματολογίου, και του ιατρού κ. Ν, Κυριαζή, εις την οικίαν του οποίου χθες μετά την εκκλησίαν και επρογευμάτισα, ενώ το μεσημέρι μου έκανε τραπέζι ο κ. Τσέπης».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ιωάννης Συκουτρής ήταν μια διάνοια μοναδική, ένας νους οξυδερκής, ιδεοπλάστης, που η παρουσία του στο νησί μας ήταν μεγάλη μας τιμή. Επιπρόσθετα, πρόσφερε τα μέγιστα στην πολιτιστική ζωή του νησιού μας, όπως και κάποιοι άλλοι Ελλαδίτες αλλά κυρίως Μικρασιάτες καθηγητές, που η δική τους προσφυγιά έγινε αφορμή για πολιτιστική αφύπνιση των αλύτρωτων Ελλήνων της Κύπρου.

Νιώθω ότι όλοι μας χρωστάμε πολλά σ’ αυτούς τους ταγούς, κυρίως σ’ αυτούς που παντρεύτηκαν εδώ και έδρασαν όλα τα χρόνια της ζωής τους. Μακάρι και ο Συκουτρής να έβλεπε με πιο θετική ματιά το νησί και τους ανθρώπους του και να έμενε εδώ. Ίσως, η κατάληξή του να ήταν διαφορετική. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται κι απ’ ό,τι ομολογεί και ο ίδιος, ήταν δύσκολος στην επικοινωνία του με τους ανθρώπους. Ήταν ο σκοτεινός, αιθεροβάμων διανοούμενος, της ελίτ του πνεύματος, που δεν έκανε εκπτώσεις και συμβιβασμούς. Γι’ αυτό και είχε λόγω του χαρακτήρα του συνεχείς προστριβές, δεν του άρεσε τίποτα και διακρινόταν και από μια πνευματική οίηση.

Ο ίδιος, εξάλλου, σε κάποιες στιγμές αυτοκριτικής, παραδέχεται ότι είναι «μισόκοσμος, υπερβολικός, κακός και καχύποπτος…, διότι έτσι έμαθα από τα παθήματα». Ο κ. Φάνης Κακριδής χαρακτηρίζει τη δυσκολία του να επικοινωνήσει ως «επικοινωνιακή αδεξιότητα».

Φαίνεται, όπως το ομολογεί και πάλιν ο ίδιος, ότι ένιωθε «μίαν παράδοξον ηδονήν» στο να εκτοξεύει μύδρους πότε εναντίον των κυπριακών εφημερίδων και πότε εναντίον προσώπων, όπως ο Μάγνης, ο οποίος θέλει να είναι αγαπητός σε όλους, όπως τον κατηγορεί. Όμως, ο Μάγνης είχε ό,τι ακριβώς έλειπε στον Συκουτρή. Επικοινωνιακές δεξιότητες τόσο απαραίτητες για την αρμονική συμβίωση.
Δεν μπορώ να παραλείψω την αίσθηση που ένιωθα, διαβάζοντας τις επιστολές, ότι υποτιμούσε σχεδόν τους πάντες, λόγω της υπεροχής του πνεύματός του, που ένιωθε ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει, να συζητήσει, να τον καταλάβουν. Ενώ ήθελε να τον αγαπούν και να τον θαυμάζουν, υποφέρει γιατί δεν τον καταλαβαίνουν . Όμως, ο ίδιος δεν κάνει καμιά προσπάθεια, γι’ αυτό και επισημαίνει: «Δεν παύω να είμαι εις τον ψυχικόν μου κόσμον ξένος και μόνος»

Φαίνεται, όμως, ότι νοσταλγεί και πονά αφάνταστα για τη χαμένη του πατρίδα, πιέζεται από τις οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι στην ορφανεμένη οικογένειά του και αγωνιά για το μέλλον πώς θα βρει λεφτά να συνεχίσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Γερμανία ή στην Αμερική. Παράλληλα, δεν κάνει καμιά υποχώρηση από τις εμμονές του, ενώ υποτιμά πολύ τις μορφωμένες κοπέλες του νησιού και χλευάζει όσους ελλαδίτες καθηγητές παντρεύονται ντόπιες κοπέλες για να αποκατασταθούν εδώ.

Δεν του αρέσει, επιπλέον, το κλίμα του σχολείου, «το διδασκαλικόν», ούτε το επίπεδο που το θεωρεί κατώτερο του δικού του, ενώ λαχταρά να αφοσιωθεί απερίσπαστος στη φιλολογία. Γι’ αυτό, αφού έχει ανοίξει αρκετά μέτωπα, λαχταρά πότε να φύγει από την Κύπρο, όπου δεν αισθάνεται άνετα.

Παρ’ όλ’ αυτά, όμως, δεν θέλει να φύγει από το νησί, χωρίς να το έχει ωφελήσει: «να δώσω μίαν ώθησιν εις την Σχολήν και τον τόπον». Τονίζει ότι για την οικονομική και πνευματική στασιμότητα της Κύπρου φταίει η « άστοργος διοίκησις».

Συμπερασματικά, ως Κύπρος πρέπει να ευγνωμονούμε τον Ιωάννη Συκουτρή για όσα μας πρόσφερε με τις διαλέξεις του, τη διδασκαλία του, τις μελέτες του, τη συγκέντρωση υλικού, τους δύο συλλόγους που είχε ιδρύσει, τα οργανωτικά του κλάδου των καθηγητών, τις μεταφράσεις του, και κυρίως για την κυκλοφορία του περιοδικού «Κυπριακά Χρονικά». Η εργατικότητά του παροιμιώδης. Γι΄ αυτήν ο κ. Φάνης Κακριδής παραθέτει τι έγραψε ένα μήνα πριν από την αυτοκτονία του:

«…είμαι τόσο δυστυχισμένος μέσα μου, ώστε μου χρειάζεται αυτό το μεθύσι της δραστηριότητας για να ξεχνώ ή μάλλον για να ξεχνιέμαι».

Η προσωπικότητα του Ιωάννη Συκουτρή, αυτού του εξαίρετου επιστήμονα, η πνευματική του πορεία και το τραγικό του τέλος εξακολουθούν να μας ενδιαφέρουν μετά από τόσα χρόνια…Είναι μεγάλο κρίμα που ένα τέτοιο πνεύμα έφυγε τόσο νωρίς. Είναι αδύνατο να φανταστούμε τι θα πρόσφερε στη φιλολογική επιστήμη, αν ζούσε μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Ας είναι τούτη η αναφορά ένα μικρό μνημόσυνο στη μνήμη του!

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΚΟΥΤΕΛΑ

"Τότε που δάκρυσε το δέντρο…"

Χάρηκα όταν η καλή συνάδελφος Βασιλική Σκουτελά μου τηλεφώνησε για να με καλέσει στην παρουσίαση του βιβλίου της «Τότε που δάκρυσε το δέντρο». Κατάλαβα ότι το θέμα είναι μια ιστορία του χωριού της, του Καλοπαναγιώτη, την οποία ήθελε να μοιραστεί μαζί μας. Είναι η ιστορία του πρωτοπαλλήκαρου της Μαραθάσας, του Βίκτωρα Ζεμπετού, που διαφέντεψε την τιμή και την αξιοπρέπεια του τόπου του.

Ομολογώ ότι το βιβλίο της καλής μου της Βασιλικής με συνεπήρε. Με γύρισε πίσω στα χρόνια της Ενετοκρατίας. Δεν ήθελα να το αφήσω από τα χέρια μου. Άφθονα τα φιλολογικά ευρήματα, όπως η εισαγωγή και ο επίλογος, όπου σε μια εκδρομή της στα βουνά του χωριού της με την υπέργηρη φίλη της Θεοδώρα Μηνά, βλέπει τη συκιά που, σύμφωνα με την προφορική παράδοση του τόπου τους, «στη ρίζα της έσφαξαν ούλους τους άντρες του Μάραθου και Τρουλινού». Εκεί αποκοιμάται και ταξιδεύει στο χρόνο «ανάμεσα στην ιστορία και το όνειρο, στον μύθο και την πραγματικότητα».

Η Βασιλική Σκουτελά έγραψε ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Με μια κάθετη τομή μέσα στο χρόνο, ανασύρει στην επιφάνεια πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις που σημάδεψαν το σώμα του νησιού μας. Ως ιστορικός γνωρίζει καλά τα γεγονότα του τέλους της Ενετοκρατίας και των αρχών της Τουρκοκρατίας , που τα διανθίζει με λαογραφικά και άλλα πολιτιστικά στοιχεία της περιοχής της Μαραθάσας.

Ασφαλώς, σ’ όλο το μυθιστόρημα είναι διάχυτος ο θαυμασμός για τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, τον Βίκτορα Ζεμπετό, τη γιαγιά Θεοδώρα με τα θαυματουργά της βότανα και τη γρανιτένια θέληση, μα και για όλο τον κόσμο της περιοχής που ήξερε να παλεύει για το δίκαιό του.
Όμως, όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα πλέκονται γύρω από ερωτικές περιπέτειες που δίνουν μια άλλη γεύση στον αναγνώστη. Είναι ο επίμονος και παθιασμένος έρωτας της Αρχόντισσας του τόπου, της Σερένα, της συζύγου του Βενετού τοποτηρητή, δόγη Δάνδολου, για τον Βίκτορα Ζεμπετό, ο οποίος, ερωτευμένος με μια χωριανή του, αρνείται να υποκύψει, αλλά θα λυγίσει στα γεράματά του, αφού έχασε με φρικιαστικό τρόπο τη γυναίκα και το γιο του. Είναι η παράνομη και ανοίκεια σχέση της βαρώνης Ελεονώρας Καλλέργη, με τον καθολικό αρχιεπίσκοπο Γκαμπριέλ και ο καρπός του έρωτά τους , τα δίδυμα, τα οποία φόρτωσαν στη μικρή δουλοπάροικη που τη φρόντιζε.

Η Βασιλική Σκουτελά αφήνει στο μυθιστόρημά της να ξεχειλίσει η αγάπη της για τον τόπο της, η περηφάνια για τα ανδραγαθήματα των προγόνων της, το πάθος της για τη διαφύλαξη όλων αυτών των στοιχείων που συγκροτούν την ταυτότητα και την παράδοσή μας.

Η συγγραφέας, τριτοπρόσωπος, παντογνώστης αφηγητής, παρακολουθεί εξαρχής την πορεία των ηρώων της, και σε μια ευθύγραμμη πορεία, Γραμμική, μας δίνει τα γεγονότα κατά χρονολογική σειρά, χωρίς να λείπει το απρόοπτο, το απρόσμενο, το αναπάντεχο. Η μοίρα παίζει άσχημα παιχνίδια σε βάρος των ηρώων της συγγραφέως, τους οποίους παρακολουθούμε σε όλη την πορεία τους μέχρι τέλους.

Σίγουρα, η φίλτατη Βασιλική έχει ταλέντο στο γράψιμο και θα πρέπει να το αξιοποιήσει, συνεχίζοντας την ενασχόληση με τη λογοτεχνία. Ανάμεσα στα δυνατά της σημεία, πιστεύω ότι συγκαταλέγονται η έντονη διαγραφή των χαρακτήρων, το γλαφυρό κι ελκυστικό της ύφος, οι ωραίες περιγραφές των τοπίων και η διείσδυση στην ψυχή των ηρώων της τους οποίους ψυχογραφεί με αριστοτεχνικό τρόπο. Μιλάμε για την τεχνική της εσωτερικής εστίασης, με την οποία φωτίζει τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους.

Σίγουρα, όλο το έργο αποπνέει ένα αίσθημα θαυμασμού για τον ήρωα. Βιώνουμε την αγωνία όλων για την άλωση της Λευκωσίας και της Αμμοχώστου και μεταφερόμαστε νοερά στους δίσεκτους χρόνους της μικρής μας πατρίδας και ζούμε με τη φαντασία μας τα πάθη, τους καημούς, τις λαχτάρες της ψυχής, μα και το μεγαλείο, τη λεβεντιά, την αυτοθυσία, την περηφάνια, τα οράματα του λαού μας.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα της Βασιλικής Σκουτελά, ομολογώ ότι μαγεύτηκα και φορτίστηκα, θαύμασα την αδάμαστη θέληση και το πάθος του ήρωά της για την ελευθερία της Κύπρου μας, για την οποία αφιέρωσε τη ζωή του. Γενικά, το ήθος των πιο πολλών ηρώων μάς υποβάλλει ευλάβεια και δέος. Είναι οι αγωνιστές της ελευθερίας της Κύπρου.

Καταλήγοντας, εύχομαι στο μυθιστόρημα «Τότε που δάκρυσε το δέντρο» της αγαπημένης μου Βασιλικής Σκουτελά να είναι καλοτάξιδο, γιατί αξίζει να διαβαστεί απ’ όλους για να νιώσουν την πνευματική ανάταση που χαρίζουν τα λογοτεχνικά βιβλία.

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Η θεία μου η Μαρή του Σωκράτη

Ο παππούς μου ο Πανάος, όπως μας έλεγε ο παπάς μου, διάλεξε για τον πρωτογιό του τον Σωκράτη ως σύζυγο την Μαρή, την κόρη του Σιαμπτάνη, του άρχοντα της Πηγής. Και τους έκτισε εκείνο το καλλιμάρμαρο όντως δίπατο σπίτι κοντά στον Σταυρό. Τότε μας φαινόταν παλάτι. Με το μπαλκόνι του, τη γυριστή σκάλα, τα μεγάλα δωμάτια. Τώρα που το έριξαν, γιατί τους ενοχλούσε στη γωνία, το οικόπεδο φαίνεται πολύ μικρό.

Μ’ έπιασε το παράπονο, όταν είδα το άδειο οικόπεδο. Οι χαλαστές του είναι ξένοι, δεν μπορούν ν’ ακούσουν το κλάμα του. Δεν μπορούν να καταλάβουν τη συναισθηματική αξία που έχει για τους οικείους του αυτό το σπίτι. Ούτε ασφαλώς κοπίασαν ούτε δούλεψαν ούτε ξόδεψαν τα λεφτά τους για να το κτίσουν, κι έτσι «χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ» το κατεδάφισαν...Ούτε καν την αξία του δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν.

Θυμάμαι τη θεία τη Μαρή και τον θείο τον Σωκράτη να κάθονται έξω από το μαγαζί τους, το μικρό μπακάλικο που είχαν στην αριστερή γωνιά του σπιτιού τους. Γι’ αυτούς ο χρόνος κυλούσε αργά, πολύ αργά, νωχελικά. Τυπικό δείγμα ανατολίτη ο θείος μου ο Σωκράτης, με εγκαρτέρηση, στωικότητα, απόλυτη ηρεμία.Λες και δεν του καιγόταν καρφί για τίποτα. Ο κόσμος να χαλούσε, αυτός με το παντοτινό σφύριγμα στο στόμα, πάντα προσηνής, πράος και χαμογελαστός. Τα μάτια του, σαν χαμογελούσε, γλύκαιναν αφάνταστα και η μορφή του αποκτούσε μια ιλαρότητα.

Λες και είχε την αθωότητα μικρού παιδιού. Εξωτερικά, κατά που λένε, έμοιαζε του παππού μου του Πανάου, ψηλός, ευθυτενής, ευσταλής, μα δεν πήρε καθόλου από τον δυναμισμό εκείνου που είχε το μεγαλύτερο μπακάλικο της περιοχής, όπου έβρισκες τα πάντα… Η χαμηλών τόνων συμπεριφορά, η ψυχραιμία, η αταραξία, φαίνεται ότι κληρονομήθηκαν από τη μητέρα του, την Παναγιώτα του Τουμάτσια η οποία πέθανε πολύ νέα.

Μάλιστα, ο παππούς μου ο Πανάος το 1909 την πήρε με το καράβι και σε γιατρούς στην Αθήνα, αλλά το μοιραίο δεν αποφεύχθηκε για την πλουσιοκόρη του άρχοντα Τουμάτσια την οποία ο παππούς μου ο Πανάος προτίμησε σαν ήταν παλληκάρι να πάρει ως γυναίκα του, παρόλο που όταν μαθήτευε σε έναν έμπορο στη Λευκωσία, αυτός τον προόριζε για γαμπρό του…

Κι έτσι πέθανε νέα η Παναγιώτα κι άφησε πίσω τρία ορφανά: τον Σωκράτη, τη Μαρία και τον Κάκο. Φαίνεται ότι όταν έλειπε η μητέρα τους, τα τρία μωρά έπαιζαν με τη γειτόνισσά τους τη Ζήνα, μια νεαρή κοπέλα που τα πρόσεχε και τα αγαπούσε.

Έτσι, όταν ήρθε η ώρα ο Πανάος να παντρευτεί για δεύτερη φορά για να στήσει ξανά το ρημαγμένο σπιτικό του, προτίμησε να πάρει τη Ζήνα που ήταν μεν μια φτωχή κοπέλα της γειτονιάς του, αλλά τη συνήθισαν και την αγαπούσαν τα παιδιά του. Βεβαίως, να μην ξεχνάμε ότι την πήρε και παιδούλα. Την περνούσε εικοσιδύο χρόνια. Άλλο που δεν ήθελε!

Η θεία μου η Λουλλού μου’ λεγε συχνά ότι ήταν τόσο αγαπημένοι, που πάντα ο παππούς ο Πανάος την είχε στην αγκαλιά του , όταν ξάπλωναν. Κι έκαναν μαζί άλλα έξι παιδιά: τον Αλεξαντρή(την αδυναμία της γιαγιάς, γιατί ήταν φιλάσθενος), τον Άντωνα (τον παπά μου), τον Ττόμα(που πέθανε στην εφηβεία), τον τατά μου τον Μιχαλάκη, τη θεία την Παναγιώτα και τελευταία τη θεία τη Λουλλού.

Κι έγινε το πλουσιόσπιτο του Πανάου η γη της Χαναάν για όλους τους συγγενείς της γιαγιάς της Ζήνας. Όλους τους ψυχοπόρευε. Εκείνο το μεγάλο ξύλινο τραπέζι, που το’φτασα κι εγώ, τάισε κόσμο και ντουνιά, ορφανά ανίψια κι άλλους συγγενείς.

Έτσι, όταν μεγάλωσε ο θείος ο Σωκράτης, ο παππούς μου ο Πανάος, που του είχε αδυναμία, τον προίκισε πλουσιοπάροχα, κι ήλθε κυρά κι αρχόντισσα η θεία η Μαρή στο δίπατο το σπίτι. Ψηλη, ξερακιανή, μα με πολύ μεγάλη, έμφυτη καλοσύνη. Τουλάχιστον εμένα αυτή η εντύπωση μου έμεινε. Τη θυμάμαι, που όταν ήμουν στο νηπιαγωγείο, της άρεσε να με ανεβάζει στον πάγκο του μαγαζιού τους για να τους απαγγέλλω ποιήματα ή τραγούδια που μου μάθαινε η Σταυρούλα του Σώτηρου. (Θυμάμαι ότι, όταν γύρισε από την Αθήνα η Σταυρούλα, εγώ τη ντρεπόμουν. Κι όταν με ρώτησε η μάμα μου γιατί δεν πάω πια στη Σταυρούλα, της απάντησα ότι τώρα μιλά ευγενικά και ντρέπομαι).

Κι ύστερα, σαν έμαθα να διαβάζω μ’ έβαζε πάλι στον πάγκο για να της διαβάζω εφημερίδα. Με καμάρωνε μα και μου τόνωνε πολύ την αυτοπεποίθηση. Έτσι, φαντάζομαι θα’ νιωθε κάθε παιδί που το θαυμάζουν για ένα χάρισμα που έχει. Μάλιστα, τόση ήταν η περηφάνια της, που καλούσε και τους περαστικούς να με ακούσουν, κι εγώ έδινα κανονική παράσταση. Άλλο που δεν ήθελα, «φιλοθεάμον κοινό». Από τότε μου’ μεινε το κουσούρι…Κι ο θείος μου ο Σωκράτης να χαίρεται σαν μικρό παιδί και να γελά άδολα…Γι’ αυτό τους αγαπούσα τόσο πολύ.

Δεν τους χάρισε ο Θεός παιδιά, μα οι δυο τους ήταν απόλυτα ταιριασμένοι. Γνήσιοι ανατολίτες, ποτέ δεν βιαζόντουσαν. Το μεσημέρι έκλειναν το μαγαζί τους, έτρωγαν κι ανέβαιναν τη μεγαλοπρεπή σκάλα για το ανώι τους που είχε τον κεντρικό ηλιακό με το μπαλκόνι του δρόμου και δύο δωμάτια δεξιά και αριστερά.

Η μεσημεριανή σιέστα απαραίτητη στη δροσιά του ανωγιού. Και το απόγευμα κάθονταν έξω στο πεζοδρόμιο… Ζωή ήσυχη, χαρισάμενη, χωρίς άγχος και σκοτούρες. Με μεγαθυμία και ιλαρότητα. Χωρίς περιττές ανάγκες. Ευφορία αυτάρκειας, όπως λέει και σ’ ένα εξαίσιο ποίημά της η κ. Παρασκευά. Και βέβαια «δόξα τω θεώ». Οι συγγενείς τους φρόντιζαν για τις ανάγκες τους.

Μου φαίνεται ότι αν δεν γινόταν η εισβολή, θα ζούσαν και οι δυο μέχρι τα βαθιά γεράματα μαζί ευτυχισμένοι. Σαν φύγαμε από το Λευκόνοικο, τους βρήκαμε στην Πηγή και τους παρακαλούσαμε να τους πάρουμε μαζί μας, όμως δεν θέλησαν να φύγουν. Δεν ήξεραν τι τους περίμενε! Έμειναν εγκλωβισμένοι. Τους πήραν στη Γύψου και μετά στον Μαραθόβουνο…

Η θεία Μαρή δεν άντεξε την πείνα. Το χαρακτηριστικό της γνώρισμα, την πρόδωσε. Σιχαινόταν να τρώει αυτά που τους έδιναν, κι έτσι πέθανε από ασιτία. Εξαντλήθηκε. Την έριξαν σ’ ένα χαντάκι, την ώρα που ψυχορραγούσε κι έφυγαν, μονολογούσε ο θείος ο Σωκράτης. Δεν ήξερε πού την πήγαν, πού την έθαψαν… Τραγικό το τέλος της, αλήθεια! Πόσο την πόνεσα τη θεία τη Μαρή για τούτη τη δραματική κατάληξη της ζωής της! Άλλη μια τραγωδία. Πέθανε μόνη κι αβοήθητη, σαν το σκυλί στον κάμπο. Χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία. Αυτό είναι το πρόσωπο της κυπριακής τραγωδίας.

Ο θείος ο Σωκράτης έζησε κι άλλα χρόνια από δω, μόνος του στο Πεντάκωμο, σ’ ένα σπίτι τούρκικο που σε τίποτα δεν θύμιζε το αρχοντικό του. Μέχρι το τέλος της ζωής του υμνούσε και δοξολογούσε τον Κύριο και λαχταρούσε το Λευκόνοικο. Πάντα «δόξα τω Θεώ». Όμως, του έλειπε η Μαρή του, ζούσε με τη θύμησή της στη μοναξιά του. Οι εφιάλτες θα τον στοίχειωναν τα βράδια. Οι τελευταίες εικόνες της…Όμως, ποτέ δεν βαρυγκόμησε, ποτέ δεν παραπονέθηκε για τις συνθήκες της ζωής του, για την περιπέτειά του, για «την τροπή των πραγμάτων στο αντίθετο».

Η χαρά του ήταν απερίγραπτη σαν μας έβλεπε. Χαιρόταν σαν μικρό παιδί κι έτρεχε να μας περιποιηθεί. Με στωικότητα και γλυκύτητα στο πρόσωπο. Μα σαν μιλούσε για τη θεία τη Μαρή
πικραινόταν. Στο πρόσωπό του διαγραφόταν η οδύνη… Μ’ αυτόν τον καημό κίνησε να τη βρει…

Αυτή είναι η ιστορία της θείας μου της Μαρής και του θείου μου του Σωκράτη. Ο Θεός ας αναπαύσει τις ψυχές τους! Εμείς, όσο ζούμε, θα τους θυμόμαστε και θα τους μακαρίζουμε.

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Φιλολογικό Μνημόσυνο για τον μ. Γιάννη Κουτσάκο

Τιμητικός Τόμος
Γιάννη Κουτσάκου

Μόλις πήρα την πρόσκληση του Εκπαιδευτικού Ομίλου Κύπρου για το φιλολογικό μνημόσυνο για τον αείμνηστο Γιάννη Κουτσάκο, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός έτους από το θάνατό του, θεώρησα ότι δεν θα μπορούσα να λείψω από μια τέτοια εκδήλωση. Θεωρώ χρέος μου κάποιους ανθρώπους να τους τιμώ κατά πώς τους πρέπει και όπως τους αξίζει. Και η παρουσία στο φιλολογικό μνημόσυνο είναι το ελάχιστο που θα μπορούσαμε να κάνουμε γι’ αυτόν τον Άνθρωπο που ήταν η ζώσα παρουσία του πνευματικού ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Του πνευματικού ανθρώπου που υπηρετεί και προασπίζεται με πάθος τις αρχές του, όχι μόνο στα λόγια αλλά και στην πράξη.

Νεαρή καθηγήτρια το 1981, πώς να ξεχάσω το μάθημα ζωής που μας έδωσε με την επιστολή του για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την κυβέρνηση, όταν απέλυσε χωρίς αιτιολογία δυο γενικούς διευθυντές Υπουργείων, πράξη για την οποία ο ίδιος τόνιζε ότι «είναι προνόμιο των ολοκληρωτικών καθεστώτων, φασιστικού ή κομμουνιστικού τύπου», διερωτώμενος «πώς είναι δυνατή, πώς είναι ανεκτή μέσα στη δημοκρατία;».

Έγραφε στο τέλος αυτής της επιστολής η οποία είναι μνημείο δημοκρατικής συνείδησης: «Το όλο θέμα έχει τεράστιες ηθικές διαστάσεις. Όχι, γιατί οι απολυθέντες είναι γενικοί διευθυντές. Και κλητήρες να ήσαν, το θέμα της καταπατήσεως βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει μεγάλες διαστάσεις. Όταν δε εκείνος που καταπατεί αυτά είναι η κυβέρνηση, οι ηθικές και πολιτικές διαστάσεις γίνονται τεράστιες». Αυτή, μάλιστα, η παρρησία τον οδήγησε σε διαθεσιμότητα για έξι μήνες.

Στο φιλολογικό μνημόσυνο μίλησαν για τον μ. Ιωάννη Κουτσάκο, με πολλή αγάπη και εκτίμηση, οι εκπαιδευτικοί Γεώργιος Προδρόμου και Γαβριήλ Μηνάς, ενώ ο Πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Ομίλου, Καθηγητής Χρίστος Θεοφιλίδης απηύθυνε χαιρετισμό, ξεκινώντας με τη φράση του Βίκτωρα Ουγκώ «Οι νεκροί είναι αθέατοι, αλλά δεν είναι απόντες».

Παραλαμβάνοντας τον τιμητικό τόμο για τον αείμνηστο πατέρα του, ο γιος του, ο οποίος θυμίζει τον πατέρα του στην ευγένεια, τη σεμνότητα και τη μετριοφροσύνη, μας θύμισε μια φράση που συνήθιζε να λέει ο πατέρας του, που, αν θυμάμαι καλά, ήταν: «Να κοιτάζεις το ηλιοβασίλεμα με τέτοια έκπληξη σαν να’ ναι η πρώτη φορά που το βλέπεις και με τέτοια νοσταλγία σαν να’ ναι η τελευταία».

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αείμνηστος Ιωάννης Κουτσάκος δεν γαλούχησε μόνο τους μαθητές του με τα εθνικά ιδανικά, αλλά και διακινδύνευσε τη ζωή του, φιλοξενώντας καταζητούμενους αγωνιστές της ΕΟΚΑ στο σπίτι του στη Λεμεσό, όπου ζούσε τότε.

Αυτά, μεταξύ άλλων πολύ σημαντικών, αναφέρονται στο εισαγωγικό σημείωμα των επιμελητών της έκδοσης του τιμητικού τόμου, Καθηγητών Χρήστου Θεοφιλίδη και Παναγιώτη Περσιάνη, οι οποίοι πιστεύω ότι ετοίμασαν ένα έργο αντάξιο του πνευματικού μεγέθους του τιμωμένου.

Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι το θέμα της διδακτορικής του διατριβής ήταν η σωκρατική ερώτηση «Τι Εστί» και ακόμα ότι σ’ όλη τη ζωή του έψαχνε να βρει την αλήθεια και την ουσία των πραγμάτων, όπως και ότι αγωνίστηκε για τη δικαιοσύνη.

Ταυτόχρονα, μέσα στον τιμητικό τόμο για τον Γιάννη Κουτσάκο, περιέχεται και η συνέντευξη που ο τιμώμενος έδωσε στον κ. Γαβριήλ Μηνά, και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Σημερινή» στις 13 Οκτωβρίου 1996. Από αυτό το κείμενο σταχυολογώ κάποιες απόψεις του πολύ χρήσιμες για όλους μας

Καταρχάς, μιλώντας για τη χρησιμοθηρική γνώση, τονίζει τα ακόλουθα: «Για να ανταποκριθεί ο μαθητής σήμερα στα επαγγελματικά του όνειρα, στο σχολείο ασχολείται κυρίως με τα φυσικομαθηματικά, όπως και στα φροντιστήρια. Αλλά αυτά δεν αναπτύσσουν την κριτική σκέψη, δεν αναπτύσσουν τον άνθρωπο, μπορεί να αναπτύσσουν τη σκέψη μας, τη διάνοιά μας αλλά μονόχνωτα και μονόπλευρα. Επομένως, ο ανθρωπιστικά μορφωμένος άνθρωπος, ο οποίος θα ήταν μια αντίσταση στις προκλήσεις, δεν παράγεται, δεν δημιουργείται».

Παράλληλα, μου άρεσε και η άποψή του για την ελληνοκεντρική παιδεία. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Για τους αρχαίους Έλληνες η εκτίμηση, η αγάπη και η πίστη στη λογική ήταν στάση ζωής. Κατόπιν ήταν στάση ζωής ο διάλογος. Ήταν στάση ζωής η άσκηση, ήταν στάση ζωής η ελεύθερη σκέψη, ενώ εμείς, όταν διδάσκουμε, τι είναι αυτό που τονίζουμε: την ανδρεία, την παλληκαριά, και μένουμε εκεί. Ενώ δεν τονίζουμε τη λογική που τους διέκρινε. Οι Πέρσες δεν ήταν λιγότερο ανδρείοι. Εκείνο που διέκρινε τους Έλληνες ήταν η περίφημη οργάνωσή τους. Ήταν ο πρώτος στρατός στον κόσμο που περπάτησε βήμα. Ήταν ο πρώτος στρατός που συνετάχθη σε τάξη».

Επιπρόσθετα, μου άρεσε πάρα πολύ η άποψή του για τους λειτουργούς της εκπαίδευσης. Λέει χαρακτηριστικά: «Για να λειτουργήσει το σύστημα, χρειάζεται καλούς λειτουργούς…Και, βέβαια, μαζί με τους λειτουργούς και οι συλλειτουργοί του συστήματος, δηλαδή η οικογένεια και η υπόλοιπη κοινωνία». Στη συνέχεια, εκφράζει την άποψη ότι δεν λειτουργεί καλά η εκπαίδευσή μας, «γιατί ο εκπαιδευτικός πέρασε και περνά μέσα από μια κρίση. Δηλαδή πιστεύω ότι η αυτοπεποίθηση του εκπαιδευτικού έχει πληγεί…διότι με τις ανακατατάξεις που έγιναν στην κοινωνία η εκπαίδευση και ο εκπαιδευτικός έχουν περιθωριοποιηθεί».

Συνακόλουθα, πιστεύει ότι ο εκπαιδευτικός έχασε την αυτοπεποίθησή του και κανένας δεν βρέθηκε να τον στηρίξει, να τον βοηθήσει να ξαναβρεί τη χαμένη ταυτότητά του, την κοινωνική του θέση, ενώ δεν γίνεται συνεχής επιμόρφωση του εκπαιδευτικού.

Μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι πέθανε εβδομήντα μέρες μετά την εκδημία της αγαπημένης του Φιλιώς, λες και δεν μπορούσε να ζήσει μόνος του, χωρίς την πηγή και τη χαρά της ζωής του. Τα τελευταία χρόνια τούς έβρισκα σ’ ένα τουριστικό συγκρότημα στον Πρωταρά και χαιρόμουν τη συντροφιά τους.

Εκείνος, ο φιλόσοφος Σωκράτης, ο πνευματικός άνθρωπος, ο καταξιωμένος εκπαιδευτικός, το πνεύμα της ευρυμάθειας, της πραότητας, της καλοσύνης, η κιβωτός της γνώσης, ο ευαίσθητος μύστης των τεχνών, κι εκείνη, η ζωντανή, πληθωρική παρουσία, η δυναμική γυναίκα, η άξια σε όλα, με την εκρηκτική ιδιοσυγκρασία. Βλέποντάς τους, ένιωθες την αλήθεια του αξιώματος ότι τα ετερώνυμα έλκονται.

Στον Τιμητικό Τόμο Γιάννη Κουτσάκου περιλαμβάνονται πολλά κείμενα, Φιλοσοφικά, Παιδαγωγικά, Ιστορικά, Πολιτικά, αλλά η παρουσίαση όλων είναι αδύνατη.

Επιλογικά, ο Ιωάννης Κουτσάκος ήταν ένας εμβριθής, ρέκτης φιλόλογος, φιλόσοφος, παιδαγωγός, με ανιδιοτέλεια και αρχοντιά ψυχής, με ευρυχωρία αγάπης, μια ηθική προσωπικότητα πρότυπο και παράδειγμα για όλους μας. Ήταν ένας Άνθρωπος με Α κεφαλαίο, με πλούτο αισθημάτων και γενναιοδωρία ψυχής, ένα πνεύμα σπινθηροβόλο και στοχαστικό, εύστροφος και βαθύνους αλλά ταυτόχρονα ευπροσήγορος, γλυκός και διαλεκτικός στις συζητήσεις, γοητευτικός, ένας συνειδητός πολίτης.

Κυρίως, όμως, ήταν ένας άνθρωπος ελεύθερος και ευπρεπής, μύστης του θείου, ένας μεγάλος δάσκαλος που θα μας θυμίζει τη λατινική ρήση «Didactica amata guantum nulla”. Είμαστε πολύ ευτυχείς που γνωρίσαμε έναν τέτοιον άνθρωπο. Ας είναι αιωνία η μνήμη του!

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Ήταν μόνο οκτώ ημερών

Πέρσι, τέτοια εποχή,έγραψα αυτό το διήγημα, και το παρουσιάζω φέτος που έχω το ιστολόγιό μου.

"Ήταν μόνο οκτώ ημερών! Πριν από μια βδομάδα τη γέννησε η μάνα της. Λεχώνα εκείνη, ταλαιπωρημένη από τη δύσκολη γέννα που είχε, δεν είχε καν προλάβει να συνέλθει. Η μαμμού του χωριού τους, η μαία δηλαδή, πολύ δυσκολεύτηκε σε τούτη τη γέννα, μα και πάλι δεν ήθελε να παραδεκτεί ότι στο νοσοκομείο της πρωτεύουσας οι γιατροί ήξεραν κάτι παραπάνω.

«Σιγά», έλεγε από μέσα της, «μην ξέρουν αυτοί οι νεαροί καλύτερα από μένα να ξεγεννούν τις γυναίκες».

Αυτή είχε δει τη γιαγιά και την προγιαγιά της, είχε δει και τη μάνα της να γυρίζουν όλα τα χωριά της περιοχής και να δίνουν ζωή σε εκατοντάδες παιδιά. Κι αν κάποτε είχαν δυσκολίες, γιατί είχε και κακόγεννες γυναίκες, ήξεραν τον τρόπο να βγουν απ’ τη δύσκολη θέση. Έβαζαν όλες τις γυναίκες του σογιού και της γειτονιάς, που ήταν μαζεμένες στο σπίτι, να προσεύχονται στην Παναγία μα και στους αγίους να τους βοηθήσουν. Έτσι, με την άνωθεν βοήθεια και με τα πολλά τάματα, γινόταν το ποθούμενο.

Το ίδιο έγινε κι αυτή τη φορά. Κοιλιοπονούσε η μάνα της σχεδόν ένα μερόνυκτο. Λες κι αυτό το παιδί ήξερε τι το περίμενε και δεν ήθελε να βγει στο φως. Ήταν μεγάλο το παιδί και στενή η μήτρα της γυναίκας. Οι προσευχές ανέβαιναν συνέχεια στον ουρανό. Η μαμμού κρατούσε μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας και την απίθωνε συνέχεια στην κοιλιά της νεαρής γυναίκας που είχε τόσο εξαντληθεί, που δεν μπορούσε να βγάλει άχνα.

Με τις πολλές προσπάθειες, όμως, και τις προσευχές έγινε το θαύμα. Άνοιξε η μήτρα και βγήκε καταταλαιπωρημένο το παιδί, ένα κορίτσι που ζύγιζε σχεδόν τέσσερα κιλά. Η λεχώνα ύστερα απ’ αυτό έπεσε λες σε λήθαργο. Το παιδί το πήρε στα χέρια της η μαμμού κι έκανε όλα όσα ήξερε τόσα χρόνια. Ήταν 7 Ιουλίου του 1974, της Αγίας Κυριακής, μεγάλη η χάρη της.

Χάρηκαν όλοι με το κορίτσι που ήρθε στη ζωή. Η οικογένεια, βλέπεις, είχε ακόμα δυο αγόρια μεγαλύτερα. Είχαν βγάλει και τα ονόματα και των δυο παππούδων κι ήταν κι οι δυο ευχαριστημένοι που θα διαιωνιζόταν το οικόσημο!

Έμεναν οι γιαγιάδες. Καμία, ασφαλώς, δεν παραχωρούσε τα πρωτεία στην άλλη. Εξάλλου, ούτε η μια ούτε η άλλη δεν είχαν άλλη εγγονή. Θα μπορούσαν, βέβαια, να το βγάλουν το κορίτσι Κυριακή και να τιμήσουν απ’ τη μια την Αγία κι απ’ την άλλη να γλυτώσουν κι απ’ τις γκρίνιες. Τελικά, η λύση βρέθηκε. Ένωσαν τα δυο ονόματα και αποφάσισαν να πουν το παιδί Μαριλένα. Έτσι, ήταν κι οι δυο ευχαριστημένες. Και η Μαρία και η Ελένη. Έφτιαξαν τα «κούλουμα» και κέρασαν όσους περνούσαν απ’ το σπίτι, γείτονες, συγγενείς και φίλους.

Δεν κράτησε όμως για πολύ αυτή η ευφορία. Σε οκτώ μέρες πρωί-πρωί άρχισε ο πόλεμος. «Ξεκίνησε η θανατηφόρα συμφωνία των αρμάτων». Κι αυτοί αλλοπαρμένοι « απού φύγει φύγει» απ’ τα χωριά της Κερύνειας. Ουρές τα αυτοκίνητα κι από πάνω τους τα τουρκικά αεροπλάνα να ρίχνουν βόμβες. Για πρώτη φορά στη ζωή τους κατάλαβαν τι θα πει φόβος. Βίωσαν το πρόσωπο του πολέμου. Σαν να ήταν ένα μαυριδερό τέρας που τους κυνηγούσε.

Τελικά, κατέληξαν σ’ ένα χωριό λίγο έξω από τη Λευκωσία. Ένας κουμπάρος του παππού με χαρά τους φιλοξένησε. Η μητέρα όμως της νεογέννητης Μαριλένας, δεν την έφτανε η βαριά λεχωσιά που είχε περάσει, δεν ησύχαζε. Λες κι ένας δαίμονας την έβαζε πάνω συνεχώς και μουρμουρούσε για όσα άφησαν πίσω τους. Είχε ένα βρέφος, και της έλειπαν «τα ταιρκαστά» της.

Με το πες-πες τον έψησε τον καημένο τον άντρα της. Έτσι, πήραν μαζί τους και το δεύτερο αγόρι, που ήταν έξι χρονών, για παρέα, κι έπεισε κι έναν οικογενειακό τους φίλο να πάει μαζί τους.

«Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος» τους διαβεβαίωνε. «Θα πάμε στο χωριό μας να πάρουμε ό,τι χρειαζόμαστε και θα γυρίσουμε σε λίγες ώρες».

Δεν γύρισαν όμως! Μάταια οι παππούδες μαζί με το μεγαλύτερο αγόρι τούς περίμεναν να γυρίσουν. Η μικρή Μαριλένα ζούσε στον κόσμο της.

Σαν είδαν κι απόειδαν οι παππούδες, το πήραν απόφαση ότι αυτοί θα μεγαλώσουν τα δυο ορφανά. Δούλευε ο παππούς στη Λεμεσό που κατέληξαν και η γιαγιά έμενε στο σπίτι- ο Θεός να το κάμει σπίτι, δυο πισινά δωμάτια ήταν- να φροντίζει τα δυο παιδιά. Κι η Μαριλένα μέρα με τη μέρα μεγάλωνε κι ομόρφαινε κι έκανε νάζια πολλά, μα πού είχε η γιαγιά όρεξη ή μάτια ή αυτιά για να δει και ν’ ακούσει τα κελαηδήματά της.

Ο μεγάλος γιος που καταλάβαινε, κλείστηκε στον εαυτό του. Έπαθε ένα είδος κατάθλιψης. Δεν ήθελε να μιλά σε κανένα. Κι όταν με τα πολλά άνοιγε το στόμα του, τραύλιζε. Το πρόσεξαν κι οι δάσκαλοι στο σχολείο και προσπάθησαν να τον βοηθήσουν. Οι ειδικοί είπαν ότι το έπαθε από το σοκ, αλλά σιγά-σιγά θα τον βοηθούσαν να το ξεπεράσει.

Και περνούσαν τα χρόνια μέσα στην προσφυγιά και την ορφάνια. Η Μαριλένα φώναζε τη γιαγιά της « μάμμα». Της έκανε βέβαια εντύπωση που οι άλλες μαμάδες στη γειτονιά ήταν νέες. Μπορεί, λέω τώρα εγώ, να ήταν κι αυτές ταλαιπωρημένες απ’ τον πόλεμο, με την πίκρα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, μα ήταν νέες. Της Μαριλένας όμως η μάμμα ήταν γριά, με πολλές ρυτίδες, με τη μαύρη μαντίλα τυλιγμένη γύρω απ’ τα μαλλιά της που όλο κι άσπριζαν.

Όχι, βέβαια, πως ήταν και τόσο μεγάλη η γιαγιά, μα τα βάσανα και το σαράκι που κατέτρωγε τα σωθικά της, τη γέρασαν πρόωρα. Στα πενήντα της φαινόταν εβδομήντα. Ήταν και τα μαύρα ρούχα που δεν τ’ αποχωριζόταν. Μέρα νύκτα έκλαιγε την κόρη της που με την αμυαλιά και το πείσμα της πήρε στο λαιμό της τον άντρα μα και το παιδί της.

«Να μην έπαιρνε τουλάχιστον το παιδί», έλεγε και ξανάλεγε στον άντρα της. Καημός μεγάλος τής είχε γίνει το παιδί. Είχε και τ’ όνομα του αντρός της. Κυριάκος. Ο πρωτογιός, σύμφωνα με το έθιμο, πήρε το όνομα του παππού του απ’ την πλευρά του πατέρα του. Ο Κυριάκος, απ’ τη μέρα που γεννήθηκε, ήταν η αδυναμία της. Το κανάκευε τούτο το παιδί πιότερο απ’ τ’ άλλο.
Ήτανε, όμως, κι αυτό τόσο καλόβολο!

Όταν η Μαριλένα έγινε έντεκα χρονών, δεν τα’ χε κλείσει καλά-καλά, ένα κοριτσάκι όλο ζωντάνια, καλοσύνη και ομορφιά, γυρνάει ένα μεσημέρι απ’ το σχολείο μαζί με τη φιλενάδα της την Άντρη και βλέπει κόσμο μαζεμένο απέξω απ’ το σπίτι του συνοικισμού. Ψυχανεμίστηκε μεμιάς ότι κάτι κακό συμβαίνει. Η γιαγιά έπαθε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και ξεψύχησε, προτού φτάσει το ασθενοφόρο που το κάλεσαν οι γειτόνισσες.

Έπιναν όπως κάθε μέρα τον καφέ τους στο σπίτι η μια της άλλης. Σήμερα ήταν η σειρά της γιαγιάς. Αφού σκούπισε το στενό της, πότισε τα λουλούδια της- οι τριανταφυλλιές θέλουν περιποίηση, σκέφτηκε , τακτοποίησε το φτωχικό της σπιτάκι, έφτιαξε και ένα κέικ, να μην πιουν τον καφέ έτσι, σκέτο. Εξάλλου, το ίδιο έκαναν και οι γειτόνισσές της που ήταν χρυσοχέρες. Ήταν και οι δυο από την επαρχία Αμμοχώστου και μια την άλλη έφτιαχναν διάφορα γλυκά και αλμυρά, και πάντα η μοίρα της ήταν μέσα.

Η μια ήταν από την Κώμα του Γιαλού και η άλλη από το Λευκόνοικο. Τι πουρέκκια με την αναρή, με το χαλλούμι, με την κρέμα, της σάτζιης, τι κολοκωτές, ελιόπιτες, χορτόπιτες. Αμ οι σιαρλότες τους, οι πισιήες και τα δάκτυλά τους! Η Λευκονοικιάτισσα, όμως, η κυρία Χαρίτα, ήταν μαστόρισσα και στην «τσιπόπιτα». Μοσχοβολούσε η γειτονιά σαν την έψηνε. Της έφερνε τσίπα μια κουμέρα της που είχε κοπάδι και έπαιρνε το βούτυρο από το γάλα των προβάτων. Η χοληστερόλη μπορεί να καραδοκούσε, μα τούτη την απόλαυση που έμαθε στο Λευκόνοικο δεν ήταν διατεθειμένη να τη στερηθεί.

Η άλλη φιλενάδα της από την Κώμα του Γιαλού ήρθε πρώτη για τον καφέ. Αυτή, η κυρία Μυροφόρα, είχε έναν αδελφό που τον σκότωσαν οι Εγγλέζοι, ενώ ήταν ακόμα μαθητής. Μαζί με έναν άλλο συμμαθητή και φίλο του έστησαν ενέδρα έξω από το χωριό τους σε μια αγγλική περίπολο, πράγμα πολύ συνηθισμένο τον καιρό της Ε.Ο.Κ.Α..

Η βόμβα-επιτόπιας κατασκευής- έσκασε και έκανε κομμάτια όσους επέβαιναν στο πρώτο τζιπ των Άγγλων. Όμως, λίγο πιο πίσω ακολουθούσαν κι άλλα στρατιωτικά αυτοκίνητα που τους είδαν και τους κυνήγησαν. Ο ένας κατάφερε να ξεφύγει, μα ο αδελφός της δεν πρόλαβε. Τον σκότωσαν, καθώς προσπαθούσε να διαφύγει. Ήταν μόνο δεκαέξι χρόνων.

Κάθισαν, λοιπόν, στη βεράντα του μικρού σπιτιού της, γύρω από το πλαστικό άσπρο τραπέζι ανάμεσα στα λουλούδια του κήπου και έμειναν να τα κοιτάνε. Ήταν μια μικρή όαση. Το γιασεμί μοσχοβολούσε. Οι τριανταφυλλιές τώρα πια έβγαζαν πού και πού κανένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Στις δόξες τους όμως ήταν οι πετούνιες με τα κόκκινα, ροζ και άσπρα φυλλαράκια τους, μα κι οι δαφνούλες που όρθωναν λες το ανάστημά τους για να φανούν κι αυτές και να δείξουν τα κάλλη τους στον ήλιο. Η κληματαριά παραδίπλα άρχισε να κρεμάζει τα πρώτα τσαμπιά της, πράσινα ακόμα. Τι πανδαισία χρωμάτων ήταν αυτή;

«Ελένη μου», της είπε η Μυροφόρα, «μα μυρίζουν πολλά όμορφα οι τζίνιες σου. Φέτος αμέλησα να φυτέψω. Αλλά τούτες τις μέρες θα πάω να γοράσω».

Με το χαζολόγημα του κήπου έφτασε και η κ. Χαρίτα.

«Καλημέρα! Τι κάμνετε, γειτόνισσές μου! Εν ώρα του καφέ; Επεινάσαμεν. Εν σχεδόν δέκα η ώρα τζι εγώ εξύπνησα που τες τρεις σήμερα τζι εν εξανατζιοιμήθηκα».

«Τζι εγώ τούντες νύχτες έχω μεγάλο πρόβλημα», είπε η κυρία Ελένη. «Το πιστεύκετε ότι τον τελευταίον τζιαιρόν θωρώ κάθε νύκταν στον ύπνον μου την κόρην μου τζιαι το μωρόν, τον Κυριάκον μου; Ήντα ρκεται να πει, ατζιαπή σου; ».

«Μεν διάς σημασίαν στα όνειρα, γειτόνισσα», της είπε ανέμελα η κυρία Μυροφόρα, για να την κάνει να ξεχάσει το λαμπρόν που είχιεν ακόμα στην ψιυχιήν της. Ήξερε κι αυτή από
«λαμπρά που κρούζουν τζει που ππέφτουν». Μα το δικό της, όσο κι αν την έντυσε στα μαύρα στα καλύτερα χρόνια της νιότης της, δεν συγκρινόταν με αυτό της κυρίας Ελένης. Αυτηνής πέθανε ο αδελφός της νέος στην Αυστραλία, πριν γίνουν πρόσφυγες.

«Καλά λαλείς, Χαρίτα μου, αλλά ανησυχώ».

«Άτε, κάμε μας τον καφέ τζι εποσταθήκαμεν που τες δουλειές που εκάμαμεν ως τωρά», είπε η Χαρίτα για να αλλάξουν κουβέντα και να σταματήσει η κυρία Ελένη να σκέφτεται τα άσχημα όνειρα. Εξάλλου, τούτο το πρωινό η γειτόνισσά της τής φαινόταν κάπως αλλιώτικη. Πιο κουρασμένη από άλλες φορές, λιγάκι χλωμή, σαν κάτι να την πονούσε.

Σηκώθηκε η κυρία Ελένη να ετοιμάσει τον καφέ. Μα δεν πέρασε ένα λεπτό κι ακούστηκε ένας γδούπος από την κουζίνα. Αμέσως οι δυο γυναίκες έτρεξαν προς την κουζίνα και τι να δουν; Η κυρία Ελένη ήταν πεσμένη στο πάτωμα, ξέπνοη, αναίσθητη. Λαχτάρησαν, τους κόπηκε η αναπνοή από τούτο το ξαφνικό θέαμα που αντίκρισαν.

Ευτυχώς, όμως, γρήγορα συνήλθαν κι έβαλαν τις φωνές. Βγήκαν κι άλλες γειτόνισσες στον δρόμο. Η πιο ψύχραιμη τηλεφώνησε αμέσως στις Πρώτες βοήθειες του νοσοκομείου. Σαν έφτασε όμως το ασθενοφόρο, ο γιατρός που ήρθε μαζί μ’ αυτό, διαπίστωσε απλώς τον θάνατό της.

Έτσι, η Μαριλένα έχασε στα έντεκά της χρόνια τη γιαγιά της. Μοναδικό αποκούμπι πια γι’ αυτήν και τον μεγαλύτερο αδελφό της έμεινε ο παππούς. Ανέλαβε αυτή το νοικοκυριό. Τη βοήθησαν βέβαια και οι καλές γειτόνισσες και φίλες της γιαγιάς της, κι έτσι σε λίγα χρόνια έγινε μια πολύ καλή και άξια κοπέλα. Της έλειπε όμως πάντα η γιαγιά της. Αυτή γνώρισε σαν μάμμα της, αυτή την ανάθρεψε. Κάθε στιγμή τη θυμόταν, ό,τι έκανε, ό,τι έλεγε…

Ο παππούς φοβόταν ότι θα πεθάνει και θα τα αφήσει απροστάτευτα στους πέντε δρόμους. Η ανασφάλεια τον έπνιγε. Κυρίως για το κορίτσι. Έτσι, στα δεκάξι της, βρήκε κάποιον και την αρραβώνιασε. Ευτυχώς, βγήκε καλό παιδί.

Η Μαριλένα σήμερα είναι παντρεμένη κι έχει τρία δικά της παιδιά που τα υπεραγαπά και τα παραχαϊδεύει. Είναι μια πολύ ανοικτόκαρδη, ευγενική και δυναμική γυναίκα, με το χαμόγελο στο στόμα, καλότροπη και γλυκύτατη, που σε τίποτα δεν θυμίζει την τραγική ιστορία της.

Ο Θεός όμως επέτρεψε κι άλλη δοκιμασία. Το δεύτερό της παιδί, ένα κορίτσι, γεννήθηκε με ένα σύνδρομο που της προκαλεί μαθησιακές δυσκολίες. Η Μαριλένα το αντιμετωπίζει με γενναιότητα, αξιοπρέπεια, στωικότητα, ψυχραιμία και δεν χάνει την πίστη της στον Θεό. Είναι πολύ περήφανη για τις επιτυχίες της κόρης της, γιατί στο πρόσωπό της βλέπει έναν μικρό Χριστό.

Αυτή την ιστορία μού τη διηγήθηκε σε γενικές γραμμές η ίδια σαν παραμύθι. Το παραμύθι της ζωής της! Συνεχώς, όμως, χαμογελούσε, δεν επιζήτησε τον οίκτο ή τη συμπόνια, γι’ αυτό και είναι μοναδική!".

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Δημήτρη Λεβέντη "Η ζωή και ο θάνατος του Πετράκη Γιάλλουρου"

Ο καλός πατρικός φίλος κ. Δημήτρης Λεβέντης είχε την καλοσύνη να μας στείλει το νέο του βιβλίο για τον Πετράκη Γιάλλουρο, τον ξανθό γαλανομάτη ήρωα μαθητή του Γυμνασίου της Αμμοχώστου, ο οποίος ήταν συμμαθητής του.
Παιδιόθεν με συγκινούσε η ιστορία του Πετράκη Γιάλλουρου, του λεβέντη σημαιοφόρου από το Ριζοκάρπασο. Γι’ αυτό και ρούφηξα πραγματικά το βιβλίο, μόλις το πήρα στα χέρια μου. Ένιωσα ότι δεν μπορούσα να σταματήσω. Με τράβηξε μέχρι τέλους. Εξάλλου, είναι μόνο 156 σελίδες με όμορφο εξώφυλλο, όπου ο Πετράκης, αγέρωχος, ευθυτενής και ευσταλής, περήφανος Έλλην της αλύτρωτης Κύπρου, με τη στολή και το πηλήκιό του, παρελαύνει με την Ελληνική σημαία, ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία και αποφασιστικότητα.
Ο κ. Δημήτρης Λεβέντης έγραψε αυτό το βιβλίο, νιώθοντας, όπως λέει ο ίδιος, ότι εκτελεί «ένα καθήκον προς τον Πέτρο και τους γονείς του», αλλά τηρώντας και μια υπόσχεση προς την αδελφή του Πέτρου την κ. Μαρία. «Το βιβλίο», συνεχίζει ο κ. Λεβέντης, «είναι μια μικρή συμβολή στην Ιστορία του Αγώνα του 1955, ένα αφήγημα με την αντικειμενικότητα και την τεκμηρίωση μιας ιστορικής προσέγγισης, που θα μπορούσε να είναι παραμύθι για έναν μαθητή, γεμάτο όνειρα για τη ζωή, που αγωνίστηκε και σκοτώθηκε για το όραμα της Ένωσης της Κύπρου με τη μάνα Ελλάδα».
Για τη συγγραφή του βιβλίου κατέφυγε σε πολλές πηγές, αλλά και στην αλληλογραφία του Πέτρου με τους γονείς του, όπως και με μια μαθήτρια από την Αλεξάνδρεια, τη Σούλα Κονσολάκη, που γνώρισε κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Ελλάδα. Επιπλέον, παίρνει πληροφορίες από πρόσωπα που γνώρισαν τον Πέτρο κι έζησαν τα γεγονότα, από δημοσιεύματα από εφημερίδες της εποχής, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές κ.α.
Εκείνο που κάνει το βιβλίο αυτό για τον Πετράκη Γιάλλουρο να ξεχωρίζει είναι ότι μαθαίνουμε πολλές αλήθειες για τη ζωή και τον θάνατό του. Όντως, ο Πετράκης ήταν ο σημαιοφόρος του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου, αλλά τη μέρα της θυσίας του δεν φορούσε το πηλίκιό του ούτε κρατούσε την ελληνική σημαία, όπως είναι η επικρατούσα άποψη. Φαίνεται ότι αυτός που τον πυροβόλησε τον ξεχώρισε από την αρχηγική του συμπεριφορά ή τον ήξερε από άλλες διαδηλώσεις.
Δίνονται, εξάλλου, πολλές λεπτομερείς περιγραφές του χώρου και των γεγονότων που διαδραματίστηκαν εκείνη τη μέρα, με βάση τις δικές του αναμνήσεις και άλλων συμμαθητών και φίλων του Πετράκη που ήταν αυτόπτες μάρτυρες, αλλά και με βάση τον φάκελο της θανατικής καταδίκης. Εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι ο κ. Λεβέντης επιμένει πάρα πολύ στη διακρίβωση της ακρίβειας των πηγών του, π.χ. πού ακριβώς σκοτώθηκε.
Ασφαλώς, ο συγγραφέας επεξεργάζεται όλο το υλικό του με επιστημονικό τρόπο, με την επιστημονική ιστορική προσέγγιση, αφήνοντας βέβαια και κάποιο παράθυρο στο συναίσθημα. Ο κ. Λεβέντης είναι εκείνος που διαδέχθηκε τον Πετράκη στα καθήκοντά του, ήταν φίλος και συμμαθητής του. Ταυτόχρονα, φαίνεται καθαρά ότι ο συγγραφέας εξετάζει εξονυχιστικά τις αλληλοσυγκρουόμενες μαρτυρίες που υπάρχουν και καταλήγει στο δικό του πόρισμα το οποίο είναι αντίθετο με του Άγγλου δικαστή που εκδίκασε την υπόθεση, ο οποίος είχε στόχο «να αποδείξει ότι άδικα κατηγορείτο ο αγγλικός στρατός ότι πυροβολούσε εν ψυχρώ εναντίον αόπλων μαθητών-διαδηλωτών».
Από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου αντλούμε ποικίλες πληροφορίες για τον Πέτρο, όπως ότι ήταν παιδί του Κατηχητικού και πάρα πολύ καλός μαθητής (στη Δ΄τάξη ο γενικός βαθμός του ήταν 19 5/11 και στην Ε τάξη 19 8/13). Ιδιαιτέρως, όμως, μας συγκινεί η μεγάλη του αγάπη για την Ελλάδα και ο έντονος πόθος για την Ένωση. Γράφει σε γράμμα του προς τον πατέρα του που δούλευε στην Αγγλία: «Είθε ο καινούργιος αυτός χρόνος να φέρει μαζί του την πραγματοποίησιν των διακαών πόθων ημών των δούλων Κυπρίων, να φέρει μαζί του την από όλα τα παιδιά της Κύπρου πολυπόθητον, ιερωτάτην και πολυτιμωτάτην Ένωσιν μετά της ηθικής ημών μητρός Ελλάδος, την επίκλησιν της οποίας σφραγίζει κάθε Έλλην Κύπριος ακόμη και με το αίμα του».
Στη συνέχεια, τον βρίσκουμε στη μαθητική εκδρομή στην Ελλάδα να εκφράζει όλο τον ενθουσιασμό και τη συγκίνησή του, γιατί πάτησε το άγιο χώμα της Ελλάδας, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες ξέρουν να αγαπούν την Ελευθερία και ότι δεν υπάρχει πιο ευτυχισμένος και πιο φιλόπατρις λαός από τον ελληνικό. Στην Ελλάδα θα σκιρτήσει η νεανική καρδιά του για μια μαθήτρια από την Αλεξάνδρεια, όπως έχουμε αναφέρει και πιο πάνω. Από την αλληλογραφία τους φαίνεται η ρομαντική του διάθεση, η αγάπη του για τη θάλασσα (ήθελε να γίνει πλοίαρχος), η εξυπνάδα του, η μετριοφροσύνη του, τα οράματά του. Υψιπέτης και περήφανος γράφει στην αγαπημένη του: «Δεν θέλω να ανησυχείς και να λυπάσαι για μένα, γιατί αν συμβεί τίποτα, τούτο θα είναι η μεγαλυτέρα τιμή για έναν Έλληνα, και συ σαν Ελληνοπούλα να είσαι υπερήφανη. Δεν θα αργήσει, αγαπημένη μου Σούλα, νάρθη η μέρα της Λευτεριάς της Κύπρου. Μου το λέει η ψυχή των ηρώων της Κύπρου, και το πιστεύω μ’ όλη μου την καρδιά».
Η Σούλα τού συμπαρίσταται στα πετάγματα της ψυχής του, οι γονείς του όμως ανησυχούν στη Αγγλία, αφού τον άφησαν μαζί με την αδελφή του Μαρία στην Αμμόχωστο. Στο τέταρτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η διαδήλωση της 7ης Φεβρουαρίου του 1956, ενώ στο πέμπτο κεφάλαιο περιγράφεται ο θάνατος του Πετράκη. Δίνονται όλες οι λεπτομέρειες για τον τόπο, τον χρόνο, τα πρόσωπα. Όσοι γνωρίζουν την πόλη της Αμμοχώστου συγκινούνται και με την περιγραφή του χώρου και με τις αναφορές σε διάφορα πρόσωπα και καταστήματα, που δίνονται με πολλές λεπτομέρειες.
Στο τέλος του πέμπτου κεφαλαίου ο συγγραφέας καταλήγει στις εξής διαπιστώσεις: «Έχοντας υπόψη όσα λέχθηκαν και βασιζόμενοι στα υπάρχοντα μέχρι σήμερα στοιχεία, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο Πέτρος, κρατώντας πέτρα ή άοπλος, χωρίς σημαία και χωρίς πηλήκιο, πυροβολήθηκε την ώρα που ήταν σε διαδήλωση με άλλους 50-60 μαθητές. Τον πυροβόλησε με όπλο στεν άνδρας της Αεροπορικής ή της Στρατιωτικής Αστυνομίας από σταματημένο τζιπ ή αφού κατέβηκε απ’ αυτό, στην οδό Κυπριανού, σε ελάχιστη απόσταση από τη νοτιανατολική γωνία του σταυροδρομιού Ερμού-Κυπριανού, όπου το κατάστημα Καψουράχη και απέναντι από το πρατήριο της Σόκονυ Βάκιουμ. Το άτομο που πυροβόλησε τον Πέτρο πιθανότατα τον σημάδεψε για να τον σκοτώσει, εκδικούμενο τραυματισμούς ή απώλειες συναδέλφων του…
Ο Πέτρος, τραυματισμένος, έτρεξε όσο μπορούσε, παραπατώντας στην Κυπριανού, μακριά από το τζιπ. Το αίμα άρχισε να τρέχει 4-5 μέτρα από το σημείο του τραυματισμού του. Προχώρησε μόνος 20 περίπου μέτρα, ανέβηκε δυο ψηλά σκαλοπάτια, μπήκε στο κατάστημα Διανέλλου, βόγγηξε και σωριάστηκε στην είσοδο. Μεταφέρθηκε με ιδιωτικό αυτοκίνητο σε κλινική, αλλά στο μεταξύ εξέπνευσε».
Οι Άγγλοι δεν επέτρεψαν να γίνει η κηδεία στη Αμμόχωστο, επειδή φοβόντουσαν επεισόδια. Έτσι, μερικά αυτοκίνητα τον συνόδεψαν στη γενέτειρά του, το Ριζοκάρπασο, για να ταφεί την ίδια μέρα. Μόνο η αδελφή του Μαρία και ο γαμπρός του Μιχάλης ήταν παρόντες στην κηδεία, αφού οι γονείς και τα άλλα αδέλφια του ήταν αδύνατο να έλθουν αυθημερόν από την Αγγλία. «Ήταν για όλους μια πορεία με πολλή οδύνη. Μια πορεία με κλάμα αλλά και δύναμη», αναφέρει ο συγγραφέας, για να συνεχίσει, λέγοντας ότι στα χωριά τούς σταματούσε ο κόσμος για να εκφράσει τη λύπη και την αγανάκτησή του.
Θα ήθελα να παραθέσω αυτούσιο το τέλος του κεφαλαίου με την περιγραφή της ταφής του ήρωα: «Είχε βραδιάσει, όταν φτάσαμε. Τον θάψαμε την ώρα που θέλησε η βροχή να ραντίσει το σώμα του με το νερό της αιωνιότητας. Με τη νεκρώσιμη ακολουθία στο φως των κεριών και με τον συνταρακτικό λόγο του Γιάννη Αναγνωστόπουλου συνοδεύσαμε τη βροχή και ανεβήκαμε ψηλά για να πλησιάσουμε τα μέρη, όπου πήγε ο Πέτρος για να σμίξει με τους Αθανάτους του Ελληνισμού».
Κλείνοντας, πιστεύω ότι το καλύτερο μνημόσυνο στη μνήμη του είναι και τα ποιήματα που γράφτηκαν για την απαράμιλλη θυσία του. Ο κ. Κυριάκος Χαραλαμπίδης γράφει:
«Λαός ολάκερος μεθά από σένα,
Σύμβολο θα’ σαι αιώνιας βρύσης.
Ξαναζωντάνεψες το εικοσιένα
Και συ που πέθανες θα ζήσεις».

Επίσης, η κ. Κλαίρη Αγελίδου, η αγωνίστρια της Ε.Ο.Κ.Α., τον έκλαψε, όπως
«τον θρήνησαν στο Ριζοκάρπασο
η μάνα του κι όλες οι μάνες.
Κι οι νιοι ορκίστηκαν
να συνεχίσουν τον αγώνα του».

Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

Ποιοτικός χρόνος με τα παιδιά μας και όχι μόνο!

Ποιοτικός χρόνος με τα παιδιά μας και όχι μόνο!

Το Σάββατο που μας πέρασε παρακολούθησα το Συνέδριο που διοργάνωσε η ιστοσελίδα paidiatros.com σε συνεργασία με άλλους φορείς και το Δήμο Λατσιών από τις 2:30μ.μ. μέχρι τις 7:30μ.μ. στο Θέατρο του Δήμου Λατσιών. Προσωπικά συγχαίρω την ψυχή της ιστοσελίδας, τον παιδίατρο δρα Αδάμο Χατζηπαναγή και τους συνεργάτες του για τη διοργάνωση και του φετινού τρίτου κύκλου διαλέξεων με τον γενικό τίτλο: «Οι γονείς εκπαιδεύονται».

Θα ήθελα, όμως, να σταθώ σε ένα θέμα που νιώθω ότι έχω ισχυρή άποψη λόγω προσωπικής εμπειρίας, αλλά οι ψυχολόγοι έχουν τη δική τους άποψη, που, ασφαλώς, είναι σεβαστή.

Ως ενεργός πολίτης κι εγώ συμμετείχα στο πολιτικό γίγνεσθαι, και για πάνω από μια δεκαετία ήμουν πολύ αναμεμειγμένη στην πολιτική ζωή του τόπου μας. Διέθετα όλο μου τον χρόνο εκτός εργασίας στα κοινά. Ακούγοντας, μάλιστα, όλες τις γυναίκες στην πολιτική να μιλούν συνεχώς για τη σημασία του ποιοτικού χρόνου με τα παιδιά μας, ήμουν σίγουρη ότι κι εγώ θα τα κατάφερνα να τα συνδυάσω και τα δυο.

Αποκτώντας παιδί σε κάπως μεγαλύτερη ηλικία από τη συνηθισμένη, κατάλαβα πόσο δίκαιο είχε η νύφη μου Κατερίνα, παιδίατρος με διδακτορικό, η οποία συνεχώς μου επαναλάμβανε ότι τα παιδιά χρειάζονται και τους δυο γονείς στο σπίτι, γι’ αυτό έβαλε κατά μέρος τις δικές της φιλοδοξίες για να αφοσιωθεί στα παιδιά της, λέγοντας ότι από δω και πέρα επενδύουμε στη νέα γενιά.

Επίσης, κατάλαβα πολύ καλά ότι όλες οι γυναίκες που τόσα χρόνια άκουα να λένε ότι δίνουν ποιοτικό χρόνο στα παιδιά τους, στην ουσία το λέγανε και το λένε αυτό για να καθησυχάσουν τις τύψεις τους. Χώρια που, κοιτάζοντας τη ζωή τους, πολλές από τις κοπέλες αυτές στην Ελλάδα κάποια στιγμή διέλυσαν την οικογένειά τους ή συνέβαλαν με τη στάση τους να διαλυθεί.

Δεν θα ξεχάσω το παράδειγμα μιας προβεβλημένης γυναίκας από το ΠΑΣΟΚ η οποία σε συνέντευξή της είχε πει ότι αυτή ήταν στο εξωτερικό και επικοινωνούσε με τον πεντάχρονο γιο της μέσω τηλεοθόνης, ενώ αργότερα τον πήρε μαζί της στην Ευρώπη και έμενε όλη μέρα στον σταθμό μέχρι το βράδυ που αυτή τελείωνε και τον έπαιρνε στο σπίτι, όπου τις πιο πολλές φορές ασφαλώς θα έμενε με την οικιακή βοηθό, όταν η μητέρα είχε δείπνα εργασίας και άλλες υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη θέση της. Έτσι μεγάλωσε το παιδί της. Και μπορεί να είναι και πολύ καλό παιδί.

Αυτά τα παιδιά, δεν ξέρω, μπορεί να γίνονται κάποτε και πιο υπεύθυνα. Όμως, η πλειοψηφία των παιδιών που μεγαλώνουν με απούσα τη μητέρα κυρίως ή τον πατέρα νιώθουν ότι κάτι τους λείπει ή παρασύρονται σε άλλους δρόμους…

Ταυτόχρονα, είχα μια γνωστή η οποία είχε μεγάλες φιλοδοξίες, αλλά δυστυχώς παντρεύτηκε νωρίς και τα παιδιά της ουσιαστικά μεγάλωσαν με την κοπέλα και τον πατέρα τους, αφού η μητέρα που τα λάτρευε, λόγω της προσπάθειάς της να αποδείξει ότι είναι καλύτερη από τους άντρες συναδέλφους της στην ελεύθερη αγορά, έλειπε όλο το εικοσιτετράωρο σχεδόν από το σπίτι. Αργότερα, πήρε πακέτο τον σύζυγό της και τα παιδιά της και πήγαν να ζήσουν σε μια χώρα του Αραβικού κόλπου, όπου της έδωσαν διευθυντική θέση σε μια μεγάλη εταιρεία.

Εκεί, τη μια βδομάδα έμενε μαζί τους και την άλλη ταξίδευε στις γύρω χώρες, γιατί ήταν υπεύθυνη και γι’ αυτές. Αργότερα, ο σύζυγός της έφυγε και τα παιδιά έμειναν μαζί με την κοπέλα. Ουσιαστικά, αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν με ξένες γυναίκες και με τον πατέρα. Και διερωτάσαι: γιατί να παντρεύονται και να κάνουν παιδιά γυναίκες που δεν έχουν τον χρόνο να ασχοληθούν με τα παιδιά τους;

Η δική μου γνώμη είναι ότι αν θέλεις να κάνεις καριέρα που απαιτεί πλήρη αφοσίωση, καλύτερα να καθυστερήσεις τον γάμο ή την απόκτηση παιδιών, γιατί τα παιδιά απορροφούν μεγάλο μέρος του χρόνου σου ή πρέπει να τον απορροφούν, αν θέλεις να αναθρέψεις σωστά το παιδί σου. «Ου δύνασαι δυσίν κυρίοις δουλεύειν».

Κι αυτό το βίωσα, όταν μπήκα κι εγώ στο χορό. Ενώ νόμιζα ότι θα μπορούσα να τα προλάβω όλα, και την πολιτική και τη μητρότητα, στην πράξη αυτό αποδείκτηκε ανέφικτο, γιατί, όχι μόνο το παιδί μου με ήθελε συνεχώς μαζί του, αλλά κι εγώ η ίδια δεν μπορούσα να το αφήνω. Ήθελα να μη χάσω αυτά τα όμορφα χρόνια της παιδικής του ηλικίας. Δεν το έκανε η καρδιά μου να γυρίζω έξω από το σπίτι, ενώ ο παράδεισός μου βρισκόταν μέσα σ’ αυτό.

Εξάλλου, ένιωσα ότι πλέον τίποτε άλλο δεν με γέμιζε τόσο, χόρτασα την κοινωνική προσφορά και την ενασχόληση με τα κοινά, χόρτασα την κοινωνική καταξίωση και τα αξιώματα, ενώ δεν είχα απολαύσει στη ζωή μου το μεγάλωμα ενός παιδιού. Αυτό μου έλειπε από τη ζωή μου και αυτό αποφάσισα να κάνω. Αυτό είναι το πρωτεύον στη ζωή μας. Αυτό που πραγματικά γεμίζει τη ζωή μας με φως! Αυτή είναι η ουσιαστική ποιότητα στη ζωή μας. Να αφήνουμε αποθέματα δυνάμεων γι’ αυτούς που πραγματικά το αξίζουν!

Ανακεφαλαιώνοντας, τα παιδιά μας ασφαλώς χρειάζονται ποιοτικό χρόνο με τους γονείς τους, και όχι μόνο. Θέλουν και ποσοτικό! Μας θέλουν να είμαστε διακριτικά δίπλα τους, στο άλλο δωμάτιο, στην αυλή, αλλά παρόντες, όχι απόντες τις πιο πολλές ώρες της μέρας τους. Είναι γνωστή η ιστορία με το μικρό παιδί που πρότεινε στον πατέρα του να του δώσει όσα παίρνει μια ώρα από τη δουλειά του για να μείνει μαζί του στο σπίτι.

Αυτή είναι η συμβουλή μου στις νέες κοπέλες που έφεραν στον κόσμο παιδιά. Να μη χάσουν τα πιο όμορφα χρόνια των παιδιών τους. Δεν έρχονται πίσω. Βεβαίως, υπάρχει και ο γονεϊκός ρόλος του πατέρα. Σύμφωνοι. Μαζί οι δυο γονείς, σύζυγοι και ομόζυγοι στο δρόμο τον όμορφο μα τόσο δύσκολο της ανατροφής των παιδιών τους. «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε».
Ως κατακλείδα στις σκέψεις μου σας παραθέτω ένα απόσπασμα από μια συνέντευξη της κ. Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ:

Ερώτηση: Ποια ήταν η στιγμή που είδατε τη ζωή με άλλα μάτια;

Απάντηση: Η στιγμή που απέκτησα το παιδί μου. Ήμουνα εννέα μηνών έγκυος και πήγα σ΄ ένα καφενείο να φάω ένα παγωτό. Και μ΄ έπιασαν οι πόνοι. Το επόμενο πρωΐ είχα αποκτήσει τη Μαρί-Ελέν, την κόρη μου.
Ερώτηση: Δεν στάθηκε τα παιδί εμπόδιο στην καρριέρα σας;
Απάντηση: Μα τι είναι αυτά που λέτε! Ποια καρριέρα μπροστά στο παιδί; Χωρίς παιδιά οι μεγαλόσταυροι μπαίνουν επάνω σε άδειες καρδιές».