Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Ισοκράτης και Κίσιγκερ

7 Νοεμβρίου, 2010 — VatopaidiFriend

Γράφει ο μοναχός Μωυσής, αγιορείτης

Ο σπουδαίος αρχαίος αττικός ρήτορας Ισοκράτης (436-338 π.Χ.) είχε πει: “Η δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται, διότι καταχράστηκε το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία”. Μήπως φωτογραφίζει τη σημερινή μας πραγματικότητα;

Η ανάλυση και σκιαγράφηση του νεοελληνικού καθημερινού γεγονότος είναι δύσκολη. Ο αρχαίος ρήτορας όμως τα κατάφερε με την ευστοχία του λόγου του.

Η εκκλησία σέβεται τον κάθε άνθρωπο ως εικόνα Θεού, τον οποίο υπηρετεί πρόθυμα και αναπαύει εξαίσια. Η θεολογία του προσώπου, του μοναδικού και ανεπανάληπτου, του σεβαστού και αγαπητού, είναι ανάγκη να ξανακουστεί προσεκτικά. Το κράτος μεταχειρίζεται τον άνθρωπο ως υπήκοο και συχνά τον ταλαιπωρεί αφάνταστα. Μερικές φορές μάλιστα δεν ανταποκρίνεται ούτε στα βασικά ανθρώπινα δικαιώματά του.

Οποιοσδήποτε είναι σήμερα ελεύθερος να λέει και να κάνει ό,τι θέλει. Δεν μπορεί όμως να υβρίζει δημόσια ιερούς θεσμούς, να καίει τη σημαία, να πατάει τις εικόνες, να ασχημονεί και να καταστρέφει ξένες περιουσίες. Η εικόνα που παρουσιάζει η χώρα μας στον έξω κόσμο είναι οικτρή. Κάποιοι θέλουν να καταστρέψουν ό,τι μας ενώνει με το παρελθόν. Κάνουν τους μοντέρνους, τους εκσυγχρονιστές και τους προοδευτικούς, μα ταυτίζονται με τον κ. Κίσιγκερ, ο οποίος το 1974 ομολόγησε: “Οι Έλληνες είναι δύσκολο να τιθασευτούν. Γι' αυτό πρέπει να τους χτυπήσουμε βαθιά στις πολιτιστικές τους ρίζες. Τότε ίσως αναγκαστούν να συμμορφωθούν. Εννοώ να πλήξουμε τη γλώσσα τους, τη θρησκεία τους, τα πνευματικά και ιστορικά τους αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε τη δυνατότητά τους να αναπτυχθούν, να διακριθούν, να επικρατήσουν, ώστε να μην παρενοχλούν στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή στρατηγικής σημασίας για μας”. Να λοιπόν με ποιους ταυτίζονται κάποιοι εγχώριοι “μοντερνιστές”.

Παρόλα αυτά, η άρνηση του μακαρίτη Τάσσου Παπαδόπουλου στο σχέδιο Ανάν για την Κύπρο, το βέτο στα Σκόπια και η από Ρωσία σχέση στον ενεργειακό τομέα δεν αρέσει στους πέραν του Ατλαντικού. Έτσι ,ορισμένοι στην πρόσφατη αναστάτωση εντάσσουν σε ξενοκίνητα σχέδια. Όπως ξαναείπαμε, η παράταση εκκλησιαστικών σκανδάλων θέλει να δημιουργήσει φθορά στην εκκλησία. Η πατρίδα μας έχει τον πλούτο της ορθόδοξης παράδοσης, που δημιούργησε έργα υψηλού πολιτισμού και μορφές ιερές. Η ζωηφόρος αυτή παράδοση αποτελεί ασφάλεια, παρηγοριά και ελπίδα. Είναι κάτι το ιδιαίτερα σημαντικό και αξιοπρόσεκτο.

Κατά τον σοφό Ισοκράτη, δημοκρατία δεν είναι η ανελευθερία και η ανισότητα, αλλά ούτε η ασυδοσία, η αυθάδεια, η αναρχία και η αναίδεια. Χρειάζεται αυτοσυγκράτηση και επαγρύπνηση. Η διατήρηση ιερών θεσμών είναι απαραίτητη. Το κύρος μας είναι οι θεσμοί μας. Δεν μπορεί τόσο εύκολα να ποδοπατούνται τα ιερά και τα όσια. Η επιτυχία κάθε κυβέρνησης είναι η υπεράσπιση των θεσμών και η έμπνευσή της στο λαό. Είναι μεγάλη ανάγκη να αναπτερωθεί το ηθικό και αγωνιστικό φρόνημα του λαού. Η εμπιστοσύνη στην εκκλησία είναι καταφυγή και δύναμη. Στους δύσκολους καιρούς μας, με τη μεγάλη οικονομική αλλά και πνευματική κρίση, χρειάζεται αποκούμπι και όχι ξεθεμελίωμα των πάντων.

Ο Ισοκράτης νωρίς είπε τι καταστρέφει τη δημοκρατία. Ο Κίσιγκερ είπε τι θα διαλύσει την Ελλάδα. Μην παρασυρόμεθα από λόγια δίχως βάση. Μην αυτοπυροβολούμεθα. Μην γκρεμίζουμε ό,τι ανύψωσαν οι αιώνες. Οι άγιοι και οι ήρωες είναι η παραγωγή μας. Καλούμεθα να τη συνεχίσουμε και όχι να τη μειώσουμε. Σήμερα στον τόπο μας μόδα είναι ο ανθελληνισμός. Εμείς, όμως, ας επαναφέρουμε το ιερό στη ζωή και στις σχέσεις μας.


Πηγή: http://www.makthes.gr/news/opinions/32224/

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Δύο ψύλλοι ενοχλούν την Αμερική

3 Νοεμβρίου, 2010 — VatopaidiFriend

Ένα κείμενο πού δημοσιεύθηκε στην «Ελευθεροτυπία» το περασμένο έτος (15 7-2009), μπορεί να διαφωτίσει πολλά από τα δραματικά γεγονότα, στα όποια έχει τον τελευταίο καιρό εμπλακεί  η  Ελλάδα.

Σε έρευνα του δημοσιογράφου Βίκτωρα Νέτα αποκαλύπτεται ότι ό ουσιαστικότερος λόγος της ανατροπής της κυβερνήσεως του αειμνήστου Γεωργίου Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου 1965 υπήρξε ή δυσαρέσκεια του τότε προέδρου των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον, επειδή ό Γεώργιος Παπανδρέου, όταν τον Ιούνιο του 1964 επισκέφθηκε την Ουάσινγκτον, δεν υπέκυψε στις πιέσεις του να αποδεχθεί το σχέδιο Άτσεσον, πού προέβλεπε διχοτόμηση της Κύπρου και παραχώρηση του Καστελόριζου στην Τουρκία.

Ό Γ. Παπανδρέου μετά τις συναντήσεις του προείπε στους συνεργάτες του: «Τελειώσαμε. Οι μεγάλοι δεν τα συγχωρούν αυτά ».

Μετά την αναχώρηση του Γ. Παπανδρέου από τις ΗΠΑ, ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον κάλεσε τον Έλληνα πρεσβευτή στην Ουάσινγκτον Αλ. Μάτσα και με απειλητικό ύφος επανέλαβε τα περί του σχεδίου Άτσεσον. Ό Μάτσας του θύμισε τις εξηγήσεις που του είχε δώσει ό Γ. Παπανδρέου, ότι «καμία ελληνική Βουλή δεν θα μπορούσε να δεχθεί ένα τέτοιο σχέδιο» και ότι «το ελληνικό Σύνταγμα δεν επιτρέπει σε καμία ελληνική κυβέρνηση να παραχωρήσει ένα ελληνικό νησί». Ακολούθησε ό παρακάτω απίστευτος διάλογος:

Τζόνσον: "Τότε ακούστε με, κύριε πρέσβη… τη Βουλή σας και το Σύνταγμα σας! Ή Αμερική είναι ελέφαντας. Ή Κύπρος είναι ψύλλος. Και ή Ελλάδα είναι ψύλλος. Αν αυτοί οι δύο ψύλλοι εξακολουθούν να φέρνουν φαγούρα στον ελέφαντα, μπορεί ό ελέφαντας να τούς ρουφήξει μία και καλή με την προβοσκίδα του!".

Μάτσας: "Θα διαβιβάσω τις απόψεις σας στον πρωθυπουργό κ. Παπανδρέου, αλλά είμαι βέβαιος για την ελληνική απάντηση. Ή Ελλάδα είναι δημοκρατία. Ό πρωθυπουργός δεν μπορεί να εναντιωθεί στις επιθυμίες της Βουλής",

Τζόνσον: "Θα σας πω ποια απάντηση θα δώσω, αν πάρω τέτοιου είδους απάντηση από τον πρωθυπουργό σας. Ποιος νομίζει ότι είναι; Δεν μπορώ να έχω και δεύτερο Ντε Γκολ στα πόδια μου. Πληρώνουμε πολλά αμερικανικά δολάρια στους Έλληνες, κύριε πρέσβη. Αν ο πρωθυπουργός σας μου μιλήσει για Δημοκρατία, Βουλή και Σύνταγμα, τότε εκείνος, ή Βουλή και το Σύνταγμα του μπορεί να μην κρατήσουν και πολύ!".

Τον διάλογο αυτό, όπως τού τον μετέφε ρε ο πρεσβευτής Αλ.Μάτσας, τον δημοσίευσε στο βιβλίο του «Ι should Have Died» (Ν, Υόρκη 1977) ο Φιλιπ Ντήν (Γεράσιμος) Τσιγάντες, γυιος του ταξίαρχου Χριστόπουλου Τσιγάντε.

Φαίνεται ότι και τελευταία ο ψύλλος της Ελλάδας έφερε φαγούρα στον αμερι κανικό ελέφαντα και… τις συνέπειες τις απολαμβάνουμε τώρα! Όμως ας μην αυθαδιάζουν οι ηγέτες της υπερδυνάμεως. Διότι αυτός ό ελέφαντας μόλις προ ολίγου εμφανίσθηκε στην ιστορία και δεν γνωρίζουμε αν θα έχει μέλλον μακροχρόνιο. Ενώ ή Ελλάδα και η Κύπρος, παρόλο που τους θεωρούν ψύλλους, έχουν ιστορία χιλιάδων ετών και μάλιστα την ενδοξότερη ιστορία του κόσμου.

Όσο για τη φρικτή αδικία που οι ελέφαντες διέπραξαν στην Κύπρο, κάποτε ο δίκαιος Θεός θα αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη!

«ΣΩΤΗΡ»1/11/2010

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

Η Ελληνική Οικογένεια

Η Eλληνική οικογένεια

15 Απριλίου, 2010 — VatopaidiFriend

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ είναι μια πολύ αγαπημένη οικογένεια. Είναι ο αγαπημένος μου μπαμπάς, η αγαπημένη μου μαμά, ο αγαπημένος μου αδελφός και στον κάτω όροφο η αγαπημένη μου γιαγιά και ο αγαπημένος μου παππούς.Τον αγαπημένο μου μπαμπά δεν τον βλέπω ποτέ, γιατί φεύγει το πρωί για τη δουλειά και γυρίζει τα μεσάνυχτα. Δηλαδή κανονικά γυρίζει στις 7.00 μ. μ., αλλά κάνει και πέντε ώρες γύρω – γύρω το τετράγωνο μέχρι να βρει να παρκάρει.

Κι όταν έρχεται δεν είναι και πολύ χαρούμενος και καθόλου δεν μοιάζει με τους μπαμπάδες των διαφημίσεων που μπαίνουν μέσα με δωράκια και σοκολάτες και τα παιδιά πηδάνε στην αγκαλιά του κι αυτός γελάει και τα στριφογυρίζει ψηλά.

Εμάς λέει: «Ά μα πια, το παλιοκράτος μου μέσα!!» και βροντάει τα κλειδιά στο συρτάρι.

Την αγαπημένη μου μαμά δεν τη βλέπω επίσης, γιατί κι αυτή δουλεύει αλλά έρχεται σπίτι με το λεωφορείο.

Και μετά πλένει, σιδερώνει, σφουγγαρίζει, μαγειρεύει και βρίζει τον μπαμπά που δεν πήρε τυρί τριμμένο από το σούπερ μάρκετ.

Και δεν μοιάζει καθόλου με τις μαμάδες των διαφημίσεων, γιατί δεν μαγειρεύει βαμμένη ούτε με ψηλοτάκουνα.

Κι όταν λερώσουμε το μπλουζάκι με σοκολάτες δεν γελάει χαρούμενη που έχει το σωστό απορρυπαντικό, αλλά μας λέει: «Ε, βέβαια. Άμα έχετε τη δουλάρα!! Άντε βγάλτο, τελείωνε, ΤΕΛΕΙΩΝΕ λέμε, την τύχη μου που στραβώθηκα και τον παντρεύτηκα!!».

Τον αγαπημένο μου αδελφό δεν τον βλέπω ποτέ, γιατί λείπουμε κι οι δυο στο σχολείο και μετά εκείνος πηγαίνει φροντιστήριο και μετά κλείνεται στο δωμάτιό του και μετά ανοίγει το κομπιούτερ του και μετά ψάχνει γυμνές κυρίες και μετά τις βρίσκει και μετά χαίρεται.

Ο μπαμπάς μου, η μαμά μου, ο αδελφός μου κι εγώ είμαστε μια πολύ αγαπημένη οικογένεια και κάθε Κυριακή μεσημέρι κάνουμε ένα πολύ αγαπημένο οικογενειακό τραπέζι κι εκεί έχουμε όλο τον χρόνο να τσακωθούμε μεταξύ μας.

Ο μπαμπάς μαλώνει τον αδελφό μου που δεν διαβάζει αρκετά και μετά μαλώνει εμένα που δεν τα τρώω τα παντζάρια.

Και μετά η μαμά μαλώνει τον μπαμπά μου γιατί μας μαλώνει, γιατί είναι «αντιπαιδαγωγικό» λέει.

Και μετά η μαμά μου μαλώνει τον αδελφό μου που πετάει τα μποξεράκια του στη μοκέτα κι έχει και τη μέση της και μετά μαλώνει εμένα που θέλω να μου πάρουνε κινητό.

Και μου λέει: «Έκανε κι η μύγα … και ζητάει κινητό».

Κι εγώ της λέω: «Η Ευαγγελία γιατί έχει κινητό που είναι και 27 μέρες μικρότερη;».

Κι η μαμά μου μού λέει: «Δεν με νοιάζει τι κάνει η Ευαγγελία, εμένα με νοιάζει τι κάνει το δικό μου το παιδί».

Και φωνάζει και ο μπαμπάς τής λέει: «Τώρα που ουρλιάζεις εσύ, δεν είναι αντιπαιδαγωγικό;»

Κι η μαμά τού λέει: «Δεν ουρλιάζω, συζήτηση κάνουμε».

Κι ο μπαμπάς μου της λέει: «Ναι, έχεις δίκιο.

Μπορεί στο ισόγειο να μη σ’ άκουσαν!».

Κι η μαμά του λέει: «Έχε χάρη που είναι τα παιδιά, αλλιώς θα σου ´λεγα τώρα!». Και δεν του λέει.

ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΚΑΝΕΝΑΣ δεν μιλάει για πολλή ώρα.

Share this: Μοιραστείτε το Press This

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Τέλειοι γονείς ή καθόλου γονείς; Το ζητούμενο είναι να υπάρχουν γονείς!

Δεν υπάρχει πλάσμα τραγικότερο από το ακυβέρνητο παιδί – ένα παιδί απαίδευτο, απροσανατόλιστο, απροστάτευτο, ακαθοδήγητο, έρμαιο των παθών και της ακρισίας της παιδικότητας, και ταυτόχρονα πάντα εύκολο κορόιδο στα παιχνίδια των μεγαλύτερων παιδιών και των μεγάλων… Σίγουρα, οι εμβληματικές μορφές του ορφανού παιδιού και των παιδιών του δρόμου (τα «χαμίνια» στις λογοτεχνίες τύπου Ντίκενς ή Χωρίς οικογένεια) έχουν κηρυχθεί σε αφάνεια, στο πεδίο των επίσημων κοινωνικών αναπαραστάσεων και πολιτικών λόγων της δυτικής κοινωνίας. Ωστόσο, εκείνο που έτσι απωθήθηκε («το παιδί παρατημένο στην τύχη του») επιστρέφει σαν «άγρια» εμπειρία, σαν ανεξημέρωτη πραγματικότητα: Σαν παιδί-πλάσμα του καταναλωτισμού, του image making, της ναρκισσιστικής φετιχοποίησης, της λογικής του παιδιού-πρίγκιπα… Σαν αντικείμενο ανταγωνισμού, φθόνου, φαντασιωσικής απόλαυσης ή έμπρακτης σεξουαλικής εκμετάλλευσης (υπενθυμίζω την κίνηση για ίδρυση Κόμματος Παιδοφίλων στην Ολλανδία). Σαν θύμα της σχολικής αποτυχίας και των εξαρτήσεων, ή σαν θύτης-θύμα παιδικής και εφηβικής βίας, παραβατικότητας και εγκληματικότητας… Σαν «χαμένες γενιές» παιδιών με μοιραία ελλείμματα γνώσης, γλώσσας, κουλτούρας, κοινωνικότητας, τρόπου, ονείρων…

Με απόληξη τις συμμορίες ανηλίκων, ιδίως στις μεγαλουπόλεις, και τους «τυφλούς καταστροφείς» στις εξεγέρσεις των παρισινών προαστίων… Πέρα από τις κοινωνικές και ιστορικές τους διαστάσεις, που υπάρχουν και βαραίνουν, αυτές οι εκδηλώσεις ισοδυναμούν με μια ιδιαίτερη κακουχία της παιδικής ηλικίας είναι συμπτώματα ψυχικής ορφάνιας. Που αντιπροσωπεύουν, ως υποκειμενικότητες, την ακυβέρνητη παιδικότητα σε κάθε μορφή: Ό,τι λατρεύεται και αποθεώνεται, παραμένοντας ακυβέρνητο, επειδή η κατανόησή του και η ενήλικη στάση απέναντί του γεννάει φόβο, επιστρέφει, τρέφοντας ακριβώς τα αισθήματα εκείνα που το καταδικάζουν να υπάρχει σε «ημιάγρια κατάσταση»: φόβο και ακατανοησία.

Σίγουρα, το να ενστερνίζεσαι, όσο και όπως ξέρεις και μπορείς, την ιδιότητα του γονιού, δεν σημαίνει ότι αυτομάτως είσαι και καλός γονιός – με όποια έννοια κι αν δοθεί στο επίθετο «καλός». Σίγουρα είναι μια τέχνη το να είσαι καλός γονιός. Στις συνηθισμένες περιπτώσεις, η κοινωνία, ο πολιτισμός και η οικογενειακή ιστορία εξοπλίζουν τους γονείς με την τεχνογνωσία και με τους ψυχικούς πόρους που θα τους επιτρέψουν να ανταποκριθούν και να λειτουργήσουν αρκετά καλά, δηλαδή επαρκώς, ως γονείς. Ωστόσο, και σ’ αυτό το ζήτημα, για να μπορέσει να λειτουργήσει μια οικογένεια και να αναθρέψει ένα παιδί ψυχικά ισορροπημένο, η απόλυτη προϋπόθεση δεν είναι το καλός, αλλά το γονιός. Εκατομμύρια παιδιά έχουν μεγαλώσει με γονείς μετριότατους ως προς τη γονεϊκή τους λειτουργία. Και ποτέ κανένα παιδί δεν ανατράφηκε με τέλειους γονείς: Όλοι είχαν ατέλειες, ανεπάρκειες, κενά, προβλήματα…

Όμως, το δίλημμα δεν είναι ή τέλειοι γονείς ή καθόλου γονείς. Το πρωταρχικό και απόλυτο ζητούμενο είναι να υπάρχουν γονείς. Αν είναι και καλοί, τόσο το καλύτερο. Αν είναι μέτριοι ή ακόμη και κακοί, θα προκύψουν σίγουρα δυσκολίες και αβαρίες -για τις οποίες θα δούμε τι θα γίνει. Οπωσδήποτε, πάντως, το να έχεις γονείς ανεπαρκείς είναι καλύτερο από το να μην έχεις καθόλου γονείς. Το πρόβλημα «ανεπαρκείς γονείς» διορθώνεται. Το πρόβλημα «καθόλου γονείς» μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδο. Σε κάθε περίπτωση, για να συγκροτηθεί ένα παιδί, τα να υπάρχουν γονείς στη θέση του γονιού, που λειτουργούν όσο καλύτερα μπορούν σύμφωνα με όσα υπαγορεύει η ιδιότητα του γονιού, είναι το ίδιο αναγκαίο με την τροφή και το νερό. Και αυτό, τα παιδιά το ξέρουν. Γι’ αυτό, όταν κάτι ανεπαρκεί ως προς τους γονείς, όταν υφίσταται κενό γονέων, το πρώτο πράγμα που χρειάζονται δεν είναι «ψυχολόγος» ή όποιος άλλος, που επιβεβαιώνει ή προσπαθεί να καλύψει ένα τέτοιο κενό. Γονείς θέλουν!

Δεν λέω τίποτε καινούργιο ή παράξενο, λοιπόν, όταν δίνω την απάντηση που είπαμε. Καινούργιο και παράξενο είναι το ότι τόσο συχνά, στη σημερινή δυτική κοινωνία, αυτό που λέω δεν θεωρείται αυτονόητο, δεν είναι κοινή γνώση σε τόσες περιπτώσεις ανθρώπων, που καλούνται να λειτουργήσουν σύμφωνα με την ιδιότητα του γονιού, αλλά μπερδεύονται: Άλλοι δεν ξέρουν καλά το πώς, τον τρόπο. Άλλοι δεν αισθάνονται το γιατί, τη λογική της θέσης τους. Άλλοι φοβούνται ότι θα χάσουν κάτι (την αγάπη του παιδιού τους) και γι’ αυτό νιώθουν ότι δεν έχουν τη δύναμη… »



πηγή: Ν. Σιδέρης. «Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!»,-αποσπάσματα. Εκδ. Μεταίχμιο

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΥΚΟΥΤΡΗΣ

Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο(1922-1924)

Πάντα απολαμβάνω τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης(ΜΙΕΤ) και λόγω της θεματογραφίας, της ποιότητας και του υψηλού επιπέδου των εκδόσεων, αλλά και γιατί κι εμείς ανήκουμε στην ευρύτερη οικογένεια της Εθνικής.
Έτσι, ο σύζυγός μου φροντίζει να με εκπλήσσει με αυτά τα υπέροχα δώρα από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Τράπεζας που για χρόνια τώρα αποτελεί το στήριγμά μας.

Το όνομα Ιωάννης Συκουτρής ανέκαθεν μου προξενούσε δέος, για την επιστημονική του κατάρτιση μα και για την τραγική του μοίρα. Δεν θυμάμαι πότε πρωτάκουσα το όνομά του, πάντως πριν από μια εικοσαετία περίπου, όταν ασχολήθηκα εντατικά με τους ελλαδίτες καθηγητές που υπηρέτησαν στην Κύπρο, ξεχώρισα τον Ιωάννη Συκουτρή, αδυνατώντας να πιστέψω ότι ένας άνθρωπος θα μπορούσε να κάνει τόσα πράγματα ταυτόχρονα. Χαλκέντερος και ακατάβλητος, εύστροφος, εργατικότατος, «ρέκτης» φιλόλογος, δεινός συζητητής, μια διάνοια με εμβρίθεια και βαθύνοια, αναγκάστηκε μετά το πέρας των σπουδών του να εργαστεί στην Κύπρο για να συντρέξει την οικογένειά του που είχαν ξεριζωθεί από τη Μικρασία. Ο πατέρας του είχε πεθάνει και η μητέρα και τα πέντε μικρότερα αδέλφια του ζούσαν πρόσφυγες στον Πειραιά

Από την Κύπρο έγραφε μακροσκελή γράμματα στους συμφοιτητές του, όπου άφηνε να ξεχυθούν τα συναισθήματα και οι εντυπώσεις του από το νησί μας, όχι και τόσο κολακευτικά. Τέτοια γράμματα βρήκε ο γνωστός Καθηγητής Φάνης Ι. Κακριδής στα κατάλοιπα της μητέρας του Όλγας Κομνηνού Κακριδή, προσεκτικά φυλαγμένα, που της είχε στείλει ο Ιωάννης Συκουτρής, όταν το 1922-24 δίδασκε ως καθηγητής φιλόλογος στο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας. Αυτά τα γράμματα εκδόθηκαν από το ΜΙΕΤ σε φιλολογική επιμέλεια του κ. Φάνη Κακριδή.

Ο Ιωάννης Συκουτρής μαζί με την Όλγα Κομνηνού σπούδαζαν στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1919 ως το 1922 και έκαναν παρέα ως Σμυρνιοί. Μάλιστα, συνήθιζαν να κάνουν εκδρομές σε αρχαιολογικούς χώρους, όπου όλα τα προετοίμαζε ο ίδιος, και από τους άλλους ζητούσε μόνο να επιλέξουν ένα αρχαίο ελληνικό όνομα, όπως ο ίδιος είχε επιλέξει το ψευδώνυμο Αντιφών, αφού κι ο ίδιος, όπως και ο αρχαίος ρήτορας ήταν απροσμάχητος στις συζητήσεις.

Στην αρχή έγραφε γράμματα για να διαβάζονται από όλους τους φίλους. Στα γράμματά του αυτά που συζητά και επιστημονικά θέματα, δεν προσέχει ιδιαίτερα τη γλώσσα, αφού γράφονται βιαστικά. Συνήθως ζητά να του στείλει η Όλγα διάφορα επιστημονικά συγγράμματα, απ’ όπου επιβεβαιώνεται ότι ορισμένοι καθηγητές στη δεκαετία του 1920 μεταφέρουν στην Κύπρο τις καινούργιες σοσιαλιστικές ιδέες.

Από τα γράμματά του φαίνεται ότι τον απασχολεί η μοναξιά που βιώνει στο νησί: «Θέλω να ζήσεις εδώ μέσα, δια να καταλάβεις ποίος υποφέρει περισσότερον. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω πολύν καιρόν, ώστε να το σκέπτομαι, αλλά υποφέρω».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ιωάννης Συκουτρής ήταν μια διάνοια μοναδική, ένας νους οξυδερκής, ιδεοπλάστης, που η παρουσία του στο νησί μας ήταν μεγάλη μας τιμή. Επιπρόσθετα, πρόσφερε τα μέγιστα στην πολιτιστική ζωή του νησιού μας, όπως και κάποιοι άλλοι Ελλαδίτες αλλά κυρίως Μικρασιάτες καθηγητές, που η δική τους προσφυγιά έγινε αφορμή για πολιτιστική αφύπνιση των αλύτρωτων Ελλήνων της Κύπρου.

Νιώθω ότι όλοι μας χρωστάμε πολλά σ’ αυτούς τους ταγούς, κυρίως σ’ αυτούς που παντρεύτηκαν εδώ και έδρασαν όλα τα χρόνια της ζωής τους. Μακάρι και ο Συκουτρής να έβλεπε με πιο θετική ματιά το νησί και τους ανθρώπους του και να έμενε εδώ. Ίσως, η κατάληξή του να ήταν διαφορετική. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται κι απ’ ό,τι ομολογεί και ο ίδιος, ήταν δύσκολος στην επικοινωνία του με τους ανθρώπους. Ήταν ο σκοτεινός, αιθεροβάμων διανοούμενος, της ελίτ του πνεύματος, που δεν έκανε εκπτώσεις και συμβιβασμούς. Γι’ αυτό και είχε λόγω του χαρακτήρα του συνεχείς προστριβές, δεν του άρεσε τίποτα και διακρινόταν και από μια πνευματική οίηση.

Ο ίδιος, εξάλλου, σε κάποιες στιγμές αυτοκριτικής, παραδέχεται ότι είναι «μισόκοσμος, υπερβολικός, κακός και καχύποπτος…, διότι έτσι έμαθα από τα παθήματα». Ο κ. Φάνης Κακριδής χαρακτηρίζει τη δυσκολία του να επικοινωνήσει ως «επικοινωνιακή αδεξιότητα».

Φαίνεται,όπως το ομολογεί και πάλιν ο ίδιος, ότι ένιωθε «μίαν παράδοξον ηδονήν» στο να εκτοξεύει μύδρους πότε εναντίον των κυπριακών εφημερίδων και πότε εναντίον προσώπων, όπως ο Μάγνης, ο οποίος θέλει να είναι αγαπητός σε όλους, όπως τον κατηγορεί. Όμως, ο Μάγνης είχε ό,τι ακριβώς έλειπε στον Συκουτρή. Επικοινωνιακές δεξιότητες τόσο απαραίτητες για την αρμονική συμβίωση.

Δεν μπορώ να παραλείψω την αίσθηση που ένιωθα, διαβάζοντας τις επιστολές, ότι υποτιμούσε σχεδόν τους πάντες, λόγω της υπεροχής του πνεύματός του, που ένιωθε ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει, να συζητήσει, να τον καταλάβουν. Ενώ ήθελε να τον αγαπούν και να τον θαυμάζουν, υποφέρει γιατί δεν τον καταλαβαίνουν . Όμως, ο ίδιος δεν κάνει καμιά προσπάθεια, γι’ αυτό και επισημαίνει: «Δεν παύω να είμαι εις τον ψυχικόν μου κόσμον ξένος και μόνος»

Φαίνεται, όμως, ότι νοσταλγεί και πονά αφάνταστα για τη χαμένη του πατρίδα, πιέζεται από τις οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι στην ορφανεμένη οικογένειά του και αγωνιά για το μέλλον πώς θα βρει λεφτά να συνεχίσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Γερμανία ή στην Αμερική. Παράλληλα, δεν κάνει καμιά υποχώρηση από τις εμμονές του, ενώ υποτιμά πολύ τις μορφωμένες κοπέλες του νησιού και χλευάζει όσους ελλαδίτες καθηγητές παντρεύονται ντόπιες κοπέλες για να αποκατασταθούν εδώ.

Δεν του αρέσει, επιπλέον, το κλίμα του σχολείου, «το διδασκαλικόν», ούτε το επίπεδο που το θεωρεί κατώτερο του δικού του, ενώ λαχταρά να αφοσιωθεί απερίσπαστος στη φιλολογία. Γι’ αυτό, αφού έχει ανοίξει αρκετά μέτωπα, λαχταρά πότε να φύγει από την Κύπρο, όπου δεν αισθάνεται άνετα.

Παρ’ όλ’ αυτά, όμως, δεν θέλει να φύγει από το νησί, χωρίς να το έχει ωφελήσει: «να δώσω μίαν ώθησιν εις την Σχολήν και τον τόπον». Τονίζει ότι για την οικονομική και πνευματική στασιμότητα της Κύπρου φταίει η « άστοργος διοίκησις».

Συμπερασματικά, ως Κύπρος πρέπει να ευγνωμονούμε τον Ιωάννη Συκουτρή για όσα μας πρόσφερε με τις διαλέξεις του, τη διδασκαλία του, τις μελέτες του, τη συγκέντρωση υλικού, τους δύο συλλόγους που είχε ιδρύσει, τα οργανωτικά του κλάδου των καθηγητών, τις μεταφράσεις του, και κυρίως για την κυκλοφορία του περιοδικού «Κυπριακά Χρονικά». Η εργατικότητά του παροιμιώδης. Γι΄ αυτήν ο κ. Φάνης Κακριδής παραθέτει τι έγραψε ένα μήνα πριν από την αυτοκτονία του:

«…είμαι τόσο δυστυχισμένος μέσα μου, ώστε μου χρειάζεται αυτό το μεθύσι της δραστηριότητας για να ξεχνώ ή μάλλον για να ξεχνιέμαι».

Η προσωπικότητα του Ιωάννη Συκουτρή, αυτού του εξαίρετου επιστήμονα, η πνευματική του πορεία και το τραγικό του τέλος εξακολουθούν να μας ενδιαφέρουν μετά από τόσα χρόνια…Είναι μεγάλο κρίμα που ένα τέτοιο πνεύμα έφυγε τόσο νωρίς. Είναι αδύνατο να φανταστούμε τι θα πρόσφερε στη φιλολογική επιστήμη, αν ζούσε μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Ας είναι τούτη η αναφορά ένα μικρό μνημόσυνο στη μνήμη του!

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΥΚΟΥΤΡΗΣ

Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο(1922-1924)

Πάντα απολαμβάνω τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης(ΜΙΕΤ) και λόγω της θεματογραφίας, της ποιότητας και του υψηλού επιπέδου των εκδόσεων, αλλά και γιατί κι εμείς ανήκουμε στην ευρύτερη οικογένεια της Εθνικής.
Έτσι, ο σύζυγός μου φροντίζει να με εκπλήσσει με αυτά τα υπέροχα δώρα από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Τράπεζας που για χρόνια τώρα αποτελεί το στήριγμά μας.

Το όνομα Ιωάννης Συκουτρής ανέκαθεν μου προξενούσε δέος, για την επιστημονική του κατάρτιση μα και για την τραγική του μοίρα. Δεν θυμάμαι πότε πρωτάκουσα το όνομά του, πάντως πριν από μια εικοσαετία περίπου, όταν ασχολήθηκα εντατικά με τους ελλαδίτες καθηγητές που υπηρέτησαν στην Κύπρο, ξεχώρισα τον Ιωάννη Συκουτρή, αδυνατώντας να πιστέψω ότι ένας άνθρωπος θα μπορούσε να κάνει τόσα πράγματα ταυτόχρονα. Χαλκέντερος και ακατάβλητος, εύστροφος, εργατικότατος, «ρέκτης» φιλόλογος, δεινός συζητητής, μια διάνοια με εμβρίθεια και βαθύνοια, αναγκάστηκε μετά το πέρας των σπουδών του να εργαστεί στην Κύπρο για να συντρέξει την οικογένειά του που είχαν ξεριζωθεί από τη Μικρασία. Ο πατέρας του είχε πεθάνει και η μητέρα και τα πέντε μικρότερα αδέλφια του ζούσαν πρόσφυγες στον Πειραιά

Από την Κύπρο έγραφε μακροσκελή γράμματα στους συμφοιτητές του, όπου άφηνε να ξεχυθούν τα συναισθήματα και οι εντυπώσεις του από το νησί μας, όχι και τόσο κολακευτικά. Τέτοια γράμματα βρήκε ο γνωστός Καθηγητής Φάνης Ι. Κακριδής στα κατάλοιπα της μητέρας του Όλγας Κομνηνού Κακριδή, προσεκτικά φυλαγμένα, που της είχε στείλει ο Ιωάννης Συκουτρής, όταν το 1922-24 δίδασκε ως καθηγητής φιλόλογος στο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας. Αυτά τα γράμματα εκδόθηκαν από το ΜΙΕΤ σε φιλολογική επιμέλεια του κ. Φάνη Κακριδή.

Ο Ιωάννης Συκουτρής μαζί με την Όλγα Κομνηνού σπούδαζαν στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1919 ως το 1922 και έκαναν παρέα ως Σμυρνιοί. Μάλιστα, συνήθιζαν να κάνουν εκδρομές σε αρχαιολογικούς χώρους, όπου όλα τα προετοίμαζε ο ίδιος, και από τους άλλους ζητούσε μόνο να επιλέξουν ένα αρχαίο ελληνικό όνομα, όπως ο ίδιος είχε επιλέξει το ψευδώνυμο Αντιφών, αφού κι ο ίδιος, όπως και ο αρχαίος ρήτορας ήταν απροσμάχητος στις συζητήσεις.

Στην αρχή έγραφε γράμματα για να διαβάζονται από όλους τους φίλους. Στα γράμματά του αυτά που συζητά και επιστημονικά θέματα, δεν προσέχει ιδιαίτερα τη γλώσσα, αφού γράφονται βιαστικά. Συνήθως ζητά να του στείλει η Όλγα διάφορα επιστημονικά συγγράμματα, απ’ όπου επιβεβαιώνεται ότι ορισμένοι καθηγητές στη δεκαετία του 1920 μεταφέρουν στην Κύπρο τις καινούργιες σοσιαλιστικές ιδέες.

Από τα γράμματά του φαίνεται ότι τον απασχολεί η μοναξιά που βιώνει στο νησί: «Θέλω να ζήσεις εδώ μέσα, δια να καταλάβεις ποίος υποφέρει περισσότερον. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω πολύν καιρόν, ώστε να το σκέπτομαι, αλλά υποφέρω».
Εξάλλου, για τον Συκουτρή η επαρχία Λάρνακας και Λευκωσίας είναι από τα ασχημότερα μέρη του νησιού.

Στη συνέχεια, αφού την ευχαριστεί για την καλοσύνη της, εκφράζει την άποψή του για τους Αμερικανούς και συγκρίνει την Αμερική με την Κύπρο, αφήνοντας να ξεχειλίσει ο πόνος του πρόσφυγα: «Μου πειράζουν τα νεύρα με την καλωσύνην των και με τας αφελείς των πράξεις. Αλλά τι να γίνει; Παρά την Κύπρον, χιλιάκις προτιμοτέρα η Αμερική. Εχάσαμεν την ιδιαιτέραν μας πατρίδα, ας χαθώμεν μακράν και από την μεγάλην. Τι να γίνει, το γράφει τι δικό μας ριζικό».

Ταυτόχρονα, είναι πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφει για τους μαθητές του Ιεροδιδασκαλείου: « Οι μαθηταί, πτωχοί οι περισσότεροι, είναι πολύ φρόνιμοι και ευπειθείς». Έχουν, συνεχίζει, όρεξιν να μάθουν, αλλά ο ίδιος δεν είναι ευχαριστημένος. « Και τούτο διότι δεν εργάζονται και ως εκ της φυγοπονίας και ραθυμίας όλων εδώ των Κυπρίων, όπως παρετήρησα, και διότι δεν τους εσυνήθισαν να εργάζονται, ή μάλλον τους εσυνήθισαν να μην εργάζονται, διότι ποτέ δεν τους εζήτησαν να εντείνουν τας δυνάμεις των».

Αφού επισημαίνει ότι οι μαθητές δυσφορούν για την αυστηρή βαθμολογία του, επανέρχεται στο προσφιλές του θέμα: «Αδυναμία και παρασκευής έλλειψις μεγάλη, νωθρότης πολλή, νωθρότης, που αποδίδω εις την φυλήν και νωθρότης, που αποδίδω εις την έξιν της ολιγοδρανείας». Δεν ξέρω τι θα έλεγε σήμερα με το οικονομικό θαύμα μετά την εισβολή…Εν πάσει περιπτώσει, συνεχώς τονίζει ότι του κάνει εντύπωση η νωθρότητα των ανθρώπων, στους οποίους φαίνεται παράξενο το γεγονός ότι πεζοπορεί για ώρες.

Εξάλλου, σε άλλο σημείο της ίδιας επιστολής, χαρακτηρίζει τους Κυπρίους «κουτοπόνηρους, εύπιστους και αγαθούς» που υποτάσσονται στους ξένους, ενώ οι σπουδαιότεροι ηγέτες τους είναι ξένοι, όπως ο Καταλάνος και ο Ζαννέτος. Επιπλέον, χλευάζει τη λογοτεχνική παραγωγή των ντόπιων και καταλήγει αναφερόμενος στους δασκάλους, λέγοντας ότι «όλαι των αι ενέργειαι καταβάλλονται εις το να επιτύχουν μιαν εύγευστον προίκαν».

Θα ήθελα, επίσης, να αναφέρω ότι δεν του αρέσει να συγχρωτίζεται με τους μαθητές τα διαλείμματα, γιατί θεωρεί ότι θα ισοπεδωθεί, ούτε να τρώει μαζί τους στην ίδια αίθουσα. Γενικώς, δεν αφήνει τους μαθητές να τον πλησιάζουν πολύ.

Ακολούθως, σε άλλη επιστολή του αναφέρεται στα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα για τη σχέση του με μια συμφοιτήτριά του, στην πίστη του ότι έμαθε τους μαθητές του να εργάζονται σοβαρά και στην προσπάθειά του να «συμπήξει» σύνδεσμον καθηγητών Μέσης Εκπαίδευσης,

Επιπρόσθετα, στις 8 Ιανουαρίου του 1923, γράφει ότι επιχείρησε «μίαν δυνατήν πεζοπορικήν περιήγησιν ανά την Κύπρον η οποία θα μου εστοίχιζε 12 ημέρας». Σε αυτή την περιήγηση, αφού περιγράψει τη Λεμεσό ως ωραία πόλη(«φαντάσου την Τριπολιτσάν με θάλασσα, με περισσότερα καταστήματα ευρωπαϊκά, με κέντρα πολυτελέστερα, περισσότερον γραφικήν »), τους κατοίκους της ως «ομονοούντες, φιλοπρόοδους και δραστηριότατους, αλλά εκλελυμένους εις διαφθοράν», μετά από έναν σταθμό στο Κολόσσι, θα φθάσει στην Πάφο.

Εκεί τον φιλοξένησε ο Μητροπολίτης Ιάκωβος Αντζουλάτος από την Πάτμο. Στην Πάφο συναντά κι έναν συμφοιτητή τους τον Ιωάννη Τσικνόπουλο, τον Μάγνητα, τον οποίο σχολιάζει δυσμενώς. Από την Πάφο ανέβηκε στο Τρόοδος για να απολαύσει τα χιόνια και απ’ εκεί μέσω της Μόρφου έφθασε στη Λευκωσία. Γράφει σχετικά με την εμπειρία του αυτή: «Ήμην μόνος και η πεζοπορία αυτή, αρκετά «τολμηρά» και δυνατή, διήρκεσε 12 ημέρας. Ήτο ο καλύτερος τρόπος να περάσω τας διακοπάς, χωρίς να κλαύσω την πατρίδα μου.-Μου έρχεται να ευχηθώ να καταστραφεί όλη η Ελλάς, δια να μη βλέπω Έλληνας με πατρίδα και τους ζηλεύω- ή να υποφέρω από την νοσταλγίαν».

Εξακολουθεί να νιώθει μόνος. Ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να τον καταλάβει είναι ο Μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς, ο οποίος τον καλεί στη Μητρόπολη για να συζητήσουν, αλλά λείπει αρκετά συχνά στη Λεμεσό και τη Λευκωσία. Νιώθει, όμως, και με αυτόν μια απόσταση, λόγω του σχήματός του. « Και κατ’ αυτόν τον τρόπον είμαι μόνος, όπως και την πρώτην ημέραν που ήλθα». Βεβαίως, παραδέχεται ότι κάποιοι μαθητές τον αγαπούν, ενώ οι πιο πολλοί τον φοβούνται.

Σε άλλα σημεία των επιστολών του φιλοσοφεί, όπως για το θέμα της σχέσης των δύο φύλων, για τον εγωισμό, για την καλοσύνη κ.α. Συνεχώς παρούσα στη σκέψη του η Σμύρνη, η χαμένη πατρίδα του. Εξάλλου, επανέρχεται και στο θέμα της οικειότητάς του με μια συμφοιτήτριά του, τη Χρυσή. Δεν παραλείπει, βέβαια, να αναφερθεί και στη διάκριση που γίνεται στην Κύπρο μεταξύ ανδρός και γυναικός «άδρωποι τζιαι γυναίτζιες».

Παράλληλα, σε άλλα σημεία των επιστολών του αναφέρεται στους συναδέλφους του στο Ιεροδιδασκαλείο, με τους οποίους δεν επικοινωνεί. « Οι συνάδελφοι; Αυτοί αρκούνται εις αισχρολογίας και βωμολοχίας. Πού να καθίσουν να συζητήσουν; Είναι μερικοί σοβαροί και ευθείς, όπως ο Ματσάκις, αλλά ανίκανοι δυστυχώς δια συζήτησιν και ομιλίαν ανωτέραν».

Όπως φαίνεται, τον απασχολεί πάρα πολύ το θέμα του ότι δεν βρίσκει ανθρώπους για να συζητήσει και παραδέχεται ότι οι συνάδελφοι είναι εχθρικοί απέναντί του. «Το μόνον, που έκαμα, είναι να μη συμφωνώ συχνά με τας απόψεις των εις τας συνεδριάσεις του καθηγητικού συλλόγου, πράγμα που ευρίσκουν ασεβές προς την παιδαγωγικήν των πείραν».

Επιπλέον, φαίνεται ότι «η άφιξίς μου εσημειώθη με ίδρυσιν φιλολογικού συλλόγου, Συλλόγου Νέων, με διαλέξεις, με περιοδικόν, και αυτό τους πειράζει».

Τον κατηγόρησαν και για αθεΐαν, αλλά το μόνο που βρήκαν είναι ότι « εδίδαξα ότι αι αποδείξεις της υπάρξεως του Θεού δεν στηρίζονται λογικώς». Μάλιστα, έβαλαν και κάποιους μαθητές να υπογράψουν ότι ο Συκουτρής μεροληπτεί, ενώ κατά βάθος δεν το πίστευαν. Πιστεύει ότι τον ζηλεύουν λόγω της επιτυχίας του ως δασκάλου και λόγω της επιστημονικής του υπεροχής, την οποίαν εκτιμούν οι μαθητές όλων των σχολείων της Κύπρου. Προς το τέλος του πρώτου χρόνου γράφει ότι οι περισσότεροι μαθητές τον αγαπούν και τον εκτιμούν πολύ και είναι ενθουσιασμένοι μαζί του, παρά τις ραδιουργίες και τον πόλεμο που του κάνουν οι συνάδελφοί του. Παρ’ όλ’ αυτά « αι πολιορκίαι γαμβρού δεν έπαυσαν ακόμη. Αλλά ρύσαι ημάς από του πειρασμού, των χιλιάδων λιρών, που σου παρουσιάζονται».

Συχνά, μάλιστα, νοσταλγώντας τη φοιτητική του παρέα, παραπονιέται ότι δεν του γράφουν συχνά οι φίλοι του και τονίζει ότι «την Κύπρον την εβαρέθην. Θα γυρίσω του χρόνου χωρίς άλλο».

Σε άλλη επιστολή αναφέρει ότι με την εργασία του στο περιοδικό, τα « Κυπριακά Χρονικά», προσπαθεί να δημιουργήσει επιστημονική ζωή και να δώσει κατεύθυνσιν «εις τους εδώ λογίους να εξακολουθήσουν ό,τι προσεπάθησα ν’ αρχίσω». Προσθέτει ότι έχει συγκεντρωμένο άφθονο υλικό για να εργαστεί, όταν θα γυρίσει στην Αθήνα, γιατί στην Κύπρο δεν έχει βιβλιοθήκη.

Επίσης, αναφέρει ότι διορίστηκε κι ένας άλλος Σμυρνιός, ο Παναγιώτης Κυδωνόπουλος, αλλά παρ’ όλ’ αυτά θέλει να γυρίσει στην Αθήνα. «Εδίψασα επιστημονικήν ζωήν ήσυχον και εδίψασα τας Αθήνας. Η άφιξις του Κυδωνόπουλου κάμνει αρκετά την ζωήν μου εδώ ευχάριστον, αλλά θέλω να φύγω…Αν ημπορούσα να έχω χρήματα να φύγω αμέσως εις την Γερμανίαν».

Στα γράμματα που στέλλει τη δεύτερη χρονιά αναφέρει πως οι συνθήκες της διαμονής του είναι καλύτερες και πως πολλοί καθηγητές τού φέρονται καλύτερα, νιώθοντας ότι τον αγαπά ο Μητροπολίτης, ο οποίος τον είχε πάρει μαζί του στην περιοδεία του στα χωριά, την αθλιότητα των οποίων περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα.

Στη συνέχεια, διατείνεται ότι έχει συμφέρον το σχολείο να τον κρατήσει. «Εκτός που εργάζομαι περισσότερον από κάθε άλλον καθηγητήν και καλύτερα, έχω ήδη γίνει παγκυπρίου φήμης με το περιοδικόν, διαρκώς έχω προτάσεις εις άλλας πόλεις και εκτιμώμαι πολύ. Εις μερικάς λατρεύομαι κυριολεκτικώς, όπως εις την Αμμόχωστον… και εις τον Δεσπότην το είπαν συχνά άνθρωποι ξένων πόλεων «έχει το Ιεροδιδασκαλείον τον καλύτερον καθηγητήν της Κύπρου».

Συνεχώς, επανέρχεται στο θέμα της έλλειψης χρημάτων, γιατί χωρίς αυτά δεν μπορεί να φύγει για τη Γερμανία για μεταπτυχιακές σπουδές. Όσο για τους συναδέλφους του, τονίζει ότι τη δεύτερη χρονιά η θέση του βελτιώθηκε πάρα πολύ, «τους αναγκάζω να διεξάγουν τον αγώνα φανερά και σημειώνω θριάμβους. Έμαθαν να με φοβούνται τουλάχιστον».

Επιπλέον, επαναλαμβάνει ότι είναι ξένος, ότι αντιμετωπίζει το μίσος και τον φθόνον των συναδέλφων του, και «την υποψίαν των περισσοτέρων Λαρνακέων, οι οποίοι με φαντάζονται άνθρωπον ανατρεπτικόν, επικίνδυνον, αναρχικόν». Παραδέχεται, εντούτοις, ότι τον αγαπούν και τον εκτιμούν λίγοι από τη Λάρνακα και πάρα πολλοί από τις άλλες πόλεις, λόγω της δράσης του στο περιοδικό και τις εφημερίδες. Βεβαίως, αναφέρει με ειρωνεία ότι όλοι περιμένουν να συναντήσουν έναν σοβαρό μεσήλικα και αντικρίζουν ένα «βραχύσωμον παιδάριον».

Παράλληλα, τονίζει ότι η ξενιτιά τον κάνει να φαντάζεται τη ζωή της Αθήνας «παραδεισιακήν», ενώ αναφέρει τα ενδιαφέροντά του κατά τις περιοδείες του Μητροπολίτη, όπως το να μελετά χριστιανικές αρχαιότητες, να συλλέγει γλωσσικό υλικό κ.α. Ταυτόχρονα, πληροφορεί την Όλγα ότι τον αρραβώνιασαν με δύο κοπέλες ως τώρα που δεν τις ήξερε, ενώ παραδέχεται ότι σκέφθηκε το θέμα σοβαρότερα, λόγω της δυσκολίας του να μεταβεί στη Γερμανία.

Πιστεύει, όμως, ότι δεν υπάρχει κοπέλα με ανώτερη μόρφωση που να μπορεί να επικοινωνεί «και καταλαμβαίνω ότι δεν θ’ αγαπήσω άνθρωπον σοβαρά, που να μη μ’ εννοή». Άρα, χωρίς ψυχική συγγένεια, θα είναι δυστυχέστερος από τώρα. Βεβαίως, παραδέχεται ότι θα είναι δύσκολο για οποιαδήποτε κοπέλα να συμβιώσει μαζί του. «Αν μάλιστα λάβω υπ’ όψιν τας αποτόμους πολλάκις, πάντοτε δε σχεδόν παραδόξους μεταπτώσεις και σχεδόν ακροβασίας, που με αναγκάζει ο νους μου να κάμνω και η ψυχή μου να αισθάνωμαι, το θεωρώ πολύ δύσκολον πράγματι δι’ αυτήν».

Πέραν τούτων, συνεχίζει, λέγοντας ότι η επαφή με τις δεσποινίδες είναι τελείως τυπική και μόνο με τη «μνηστείαν ημπορείς να γνωρίσης τον χαρακτήρα της κόρης». Και καταλήγει: «Αλλά δι’ εμέ είναι προτιμότερον να μείνω άγαμος-πράγμα ούτε λογικόν ούτε ευχάριστον-παρά να δυστυχήσω και να δυστυχήσω και άλλον». Επίσης, επειδή είναι ξένος δεν υπάρχει περίπτωση να τον σπουδάσει το κράτος.

Στην ίδια επιστολή της 5ης Οκτωβρίου 1923 επανέρχεται το θέμα της μοναξιάς του: «Δεν παύω να είμαι εις τον ψυχικόν μου κόσμον πολύ ξένος και μόνος. Φίλους δε, που να μ’ αγαπούν και να μ’ εκτιμούν, χωρίς να μ’ εννοούν πολύ, είχα και προτού», προτού δηλαδή έλθουν στην Κύπρο και κάποιοι φίλοι τους, όπως ο Παναγιώτης Κυδωνόπουλος και ο Τατάκης. Ανάμεσα στα σχόλια για τους γνωστούς του, μιλά απαξιωτικά για τον Ξιούτα, χαρακτηρίζει τον Τατάκη ως σκώπτη, ενώ αναφέρει ότι δεν συνάντησε τον Κωνσταντίνο Σπυριδάκη που ήταν συμφοιτητής τους.

Σε επόμενο γράμμα του στην Όλγα, την πληροφορεί για την ευνοϊκή κριτική που έγραψε για τα ποιήματα του Δημήτρη Λιπέρτη, η οποία προκάλεσε επικριτικά σχόλια και τον ανάγκασε να αρθρογραφήσει σε εφημερίδα της Λεμεσού «όθεν κυρίως εστρέφοντο τα βέλη». Επίσης, την πληροφορεί ότι στο νησί τον θεωρούν ως Δημοτικιστή, αλλά «ερωτώμενος δεν θα διστάσω να τονίσω ότι είμαι της καθαρευούσης ή μάλλον ότι δεν θεωρώ κακόν την διγλωσσίαν και επιθυμώ να μείνει ως διαφορά γλώσσης επιστημονικής και λογοτεχνικής». Εννοείται ότι τη δημοτική την προτιμά στη Λογοτεχνία.

Γι’ άλλη μια φορά καταφέρεται εναντίον της νοοτροπίας των κατοίκων του νησιού, λέγοντας: «Εδώ είναι επαρχιωτισμός εις την νιοστήν δύναμιν και χρειάζεται κτύπημα η πατριδοκαπηλεία και βιβλιοκαπιλεία». Και πιο κάτω αναφέρει: «Ημείς ζήσαντες εις κοινωνίαν μεγάλην δεν ημπορούμεν να καταλάβωμεν τι σημαίνει μικρότης επαρχιώτου και δη Κυπρίου».

Στο τελευταίο γράμμα του προς τη φίλη του Όλγα Κομνηνού στις 26 Φεβρουαρίου 1924, αναφέρει τις απόψεις του για το συναίσθημα και τελειώνει με την ευχάριστη είδηση ότι ο φίλος του Παναγιώτης Κυδωνόπουλος είναι ερωτευμένος με μια κύπρια δασκάλα την οποία και εγκρίνει. Βεβαίως, «γίνεται έξω φρενών εναντίον μου, διότι τον παριστάνω 46 ετών και γίνομαι πιστευτός. Αλλά είναι μακρόθυμος και πολυέλαιος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Εμάγευσε τον κόσμον με την ψαλμωδίαν του».

Δεν αντέχω να μην αναφέρω το τέλος της επιστολής. Φαίνεται ότι ο Συκουτρής έδειξε το γράμμα στον Κυδωνόπουλο, ο οποίος εξεμάνη, φαντάζομαι, γι’ αυτό και έγραψε από κάτω:

«Αφού ο Γιάννης σας γράφει κάτι και για μένα δεν μου μένει παρά να σας βράσω, αν τα πιστεύσετε.

Με πολλήν αγάπην
Παναγιώτης

(Από κάτω με το χέρι του Συκουτρή)

Εννοεί δήλα δη όχι τον έρωτά του να μη πιστεύσετε αλλά την ηλικία του».

Θα ήθελα, επιπρόσθετα, να προσθέσω τη μαρτυρία του Παναγιώτη Κυδωνόπουλου, σε γράμμα προς τους δικούς του στην Αθήνα, ότι, όταν έφθασε στη Λάρνακα, τον υποδέχθηκαν «μετά πολλής ευγενείας» ανάμεσα σε άλλους και «Ο Γιάννης μετά των φίλων του, δύο μόνον, αλλά σπανίων ανθρώπων, των κ. κ. Δ. Τσέπη, Διευθυντού του Κτηματολογίου, και του ιατρού κ. Ν, Κυριαζή, εις την οικίαν του οποίου χθες μετά την εκκλησίαν και επρογευμάτισα, ενώ το μεσημέρι μου έκανε τραπέζι ο κ. Τσέπης».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ιωάννης Συκουτρής ήταν μια διάνοια μοναδική, ένας νους οξυδερκής, ιδεοπλάστης, που η παρουσία του στο νησί μας ήταν μεγάλη μας τιμή. Επιπρόσθετα, πρόσφερε τα μέγιστα στην πολιτιστική ζωή του νησιού μας, όπως και κάποιοι άλλοι Ελλαδίτες αλλά κυρίως Μικρασιάτες καθηγητές, που η δική τους προσφυγιά έγινε αφορμή για πολιτιστική αφύπνιση των αλύτρωτων Ελλήνων της Κύπρου.

Νιώθω ότι όλοι μας χρωστάμε πολλά σ’ αυτούς τους ταγούς, κυρίως σ’ αυτούς που παντρεύτηκαν εδώ και έδρασαν όλα τα χρόνια της ζωής τους. Μακάρι και ο Συκουτρής να έβλεπε με πιο θετική ματιά το νησί και τους ανθρώπους του και να έμενε εδώ. Ίσως, η κατάληξή του να ήταν διαφορετική. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται κι απ’ ό,τι ομολογεί και ο ίδιος, ήταν δύσκολος στην επικοινωνία του με τους ανθρώπους. Ήταν ο σκοτεινός, αιθεροβάμων διανοούμενος, της ελίτ του πνεύματος, που δεν έκανε εκπτώσεις και συμβιβασμούς. Γι’ αυτό και είχε λόγω του χαρακτήρα του συνεχείς προστριβές, δεν του άρεσε τίποτα και διακρινόταν και από μια πνευματική οίηση.

Ο ίδιος, εξάλλου, σε κάποιες στιγμές αυτοκριτικής, παραδέχεται ότι είναι «μισόκοσμος, υπερβολικός, κακός και καχύποπτος…, διότι έτσι έμαθα από τα παθήματα». Ο κ. Φάνης Κακριδής χαρακτηρίζει τη δυσκολία του να επικοινωνήσει ως «επικοινωνιακή αδεξιότητα».

Φαίνεται, όπως το ομολογεί και πάλιν ο ίδιος, ότι ένιωθε «μίαν παράδοξον ηδονήν» στο να εκτοξεύει μύδρους πότε εναντίον των κυπριακών εφημερίδων και πότε εναντίον προσώπων, όπως ο Μάγνης, ο οποίος θέλει να είναι αγαπητός σε όλους, όπως τον κατηγορεί. Όμως, ο Μάγνης είχε ό,τι ακριβώς έλειπε στον Συκουτρή. Επικοινωνιακές δεξιότητες τόσο απαραίτητες για την αρμονική συμβίωση.
Δεν μπορώ να παραλείψω την αίσθηση που ένιωθα, διαβάζοντας τις επιστολές, ότι υποτιμούσε σχεδόν τους πάντες, λόγω της υπεροχής του πνεύματός του, που ένιωθε ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει, να συζητήσει, να τον καταλάβουν. Ενώ ήθελε να τον αγαπούν και να τον θαυμάζουν, υποφέρει γιατί δεν τον καταλαβαίνουν . Όμως, ο ίδιος δεν κάνει καμιά προσπάθεια, γι’ αυτό και επισημαίνει: «Δεν παύω να είμαι εις τον ψυχικόν μου κόσμον ξένος και μόνος»

Φαίνεται, όμως, ότι νοσταλγεί και πονά αφάνταστα για τη χαμένη του πατρίδα, πιέζεται από τις οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι στην ορφανεμένη οικογένειά του και αγωνιά για το μέλλον πώς θα βρει λεφτά να συνεχίσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Γερμανία ή στην Αμερική. Παράλληλα, δεν κάνει καμιά υποχώρηση από τις εμμονές του, ενώ υποτιμά πολύ τις μορφωμένες κοπέλες του νησιού και χλευάζει όσους ελλαδίτες καθηγητές παντρεύονται ντόπιες κοπέλες για να αποκατασταθούν εδώ.

Δεν του αρέσει, επιπλέον, το κλίμα του σχολείου, «το διδασκαλικόν», ούτε το επίπεδο που το θεωρεί κατώτερο του δικού του, ενώ λαχταρά να αφοσιωθεί απερίσπαστος στη φιλολογία. Γι’ αυτό, αφού έχει ανοίξει αρκετά μέτωπα, λαχταρά πότε να φύγει από την Κύπρο, όπου δεν αισθάνεται άνετα.

Παρ’ όλ’ αυτά, όμως, δεν θέλει να φύγει από το νησί, χωρίς να το έχει ωφελήσει: «να δώσω μίαν ώθησιν εις την Σχολήν και τον τόπον». Τονίζει ότι για την οικονομική και πνευματική στασιμότητα της Κύπρου φταίει η « άστοργος διοίκησις».

Συμπερασματικά, ως Κύπρος πρέπει να ευγνωμονούμε τον Ιωάννη Συκουτρή για όσα μας πρόσφερε με τις διαλέξεις του, τη διδασκαλία του, τις μελέτες του, τη συγκέντρωση υλικού, τους δύο συλλόγους που είχε ιδρύσει, τα οργανωτικά του κλάδου των καθηγητών, τις μεταφράσεις του, και κυρίως για την κυκλοφορία του περιοδικού «Κυπριακά Χρονικά». Η εργατικότητά του παροιμιώδης. Γι΄ αυτήν ο κ. Φάνης Κακριδής παραθέτει τι έγραψε ένα μήνα πριν από την αυτοκτονία του:

«…είμαι τόσο δυστυχισμένος μέσα μου, ώστε μου χρειάζεται αυτό το μεθύσι της δραστηριότητας για να ξεχνώ ή μάλλον για να ξεχνιέμαι».

Η προσωπικότητα του Ιωάννη Συκουτρή, αυτού του εξαίρετου επιστήμονα, η πνευματική του πορεία και το τραγικό του τέλος εξακολουθούν να μας ενδιαφέρουν μετά από τόσα χρόνια…Είναι μεγάλο κρίμα που ένα τέτοιο πνεύμα έφυγε τόσο νωρίς. Είναι αδύνατο να φανταστούμε τι θα πρόσφερε στη φιλολογική επιστήμη, αν ζούσε μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Ας είναι τούτη η αναφορά ένα μικρό μνημόσυνο στη μνήμη του!

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΚΟΥΤΕΛΑ

"Τότε που δάκρυσε το δέντρο…"

Χάρηκα όταν η καλή συνάδελφος Βασιλική Σκουτελά μου τηλεφώνησε για να με καλέσει στην παρουσίαση του βιβλίου της «Τότε που δάκρυσε το δέντρο». Κατάλαβα ότι το θέμα είναι μια ιστορία του χωριού της, του Καλοπαναγιώτη, την οποία ήθελε να μοιραστεί μαζί μας. Είναι η ιστορία του πρωτοπαλλήκαρου της Μαραθάσας, του Βίκτωρα Ζεμπετού, που διαφέντεψε την τιμή και την αξιοπρέπεια του τόπου του.

Ομολογώ ότι το βιβλίο της καλής μου της Βασιλικής με συνεπήρε. Με γύρισε πίσω στα χρόνια της Ενετοκρατίας. Δεν ήθελα να το αφήσω από τα χέρια μου. Άφθονα τα φιλολογικά ευρήματα, όπως η εισαγωγή και ο επίλογος, όπου σε μια εκδρομή της στα βουνά του χωριού της με την υπέργηρη φίλη της Θεοδώρα Μηνά, βλέπει τη συκιά που, σύμφωνα με την προφορική παράδοση του τόπου τους, «στη ρίζα της έσφαξαν ούλους τους άντρες του Μάραθου και Τρουλινού». Εκεί αποκοιμάται και ταξιδεύει στο χρόνο «ανάμεσα στην ιστορία και το όνειρο, στον μύθο και την πραγματικότητα».

Η Βασιλική Σκουτελά έγραψε ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Με μια κάθετη τομή μέσα στο χρόνο, ανασύρει στην επιφάνεια πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις που σημάδεψαν το σώμα του νησιού μας. Ως ιστορικός γνωρίζει καλά τα γεγονότα του τέλους της Ενετοκρατίας και των αρχών της Τουρκοκρατίας , που τα διανθίζει με λαογραφικά και άλλα πολιτιστικά στοιχεία της περιοχής της Μαραθάσας.

Ασφαλώς, σ’ όλο το μυθιστόρημα είναι διάχυτος ο θαυμασμός για τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, τον Βίκτορα Ζεμπετό, τη γιαγιά Θεοδώρα με τα θαυματουργά της βότανα και τη γρανιτένια θέληση, μα και για όλο τον κόσμο της περιοχής που ήξερε να παλεύει για το δίκαιό του.
Όμως, όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα πλέκονται γύρω από ερωτικές περιπέτειες που δίνουν μια άλλη γεύση στον αναγνώστη. Είναι ο επίμονος και παθιασμένος έρωτας της Αρχόντισσας του τόπου, της Σερένα, της συζύγου του Βενετού τοποτηρητή, δόγη Δάνδολου, για τον Βίκτορα Ζεμπετό, ο οποίος, ερωτευμένος με μια χωριανή του, αρνείται να υποκύψει, αλλά θα λυγίσει στα γεράματά του, αφού έχασε με φρικιαστικό τρόπο τη γυναίκα και το γιο του. Είναι η παράνομη και ανοίκεια σχέση της βαρώνης Ελεονώρας Καλλέργη, με τον καθολικό αρχιεπίσκοπο Γκαμπριέλ και ο καρπός του έρωτά τους , τα δίδυμα, τα οποία φόρτωσαν στη μικρή δουλοπάροικη που τη φρόντιζε.

Η Βασιλική Σκουτελά αφήνει στο μυθιστόρημά της να ξεχειλίσει η αγάπη της για τον τόπο της, η περηφάνια για τα ανδραγαθήματα των προγόνων της, το πάθος της για τη διαφύλαξη όλων αυτών των στοιχείων που συγκροτούν την ταυτότητα και την παράδοσή μας.

Η συγγραφέας, τριτοπρόσωπος, παντογνώστης αφηγητής, παρακολουθεί εξαρχής την πορεία των ηρώων της, και σε μια ευθύγραμμη πορεία, Γραμμική, μας δίνει τα γεγονότα κατά χρονολογική σειρά, χωρίς να λείπει το απρόοπτο, το απρόσμενο, το αναπάντεχο. Η μοίρα παίζει άσχημα παιχνίδια σε βάρος των ηρώων της συγγραφέως, τους οποίους παρακολουθούμε σε όλη την πορεία τους μέχρι τέλους.

Σίγουρα, η φίλτατη Βασιλική έχει ταλέντο στο γράψιμο και θα πρέπει να το αξιοποιήσει, συνεχίζοντας την ενασχόληση με τη λογοτεχνία. Ανάμεσα στα δυνατά της σημεία, πιστεύω ότι συγκαταλέγονται η έντονη διαγραφή των χαρακτήρων, το γλαφυρό κι ελκυστικό της ύφος, οι ωραίες περιγραφές των τοπίων και η διείσδυση στην ψυχή των ηρώων της τους οποίους ψυχογραφεί με αριστοτεχνικό τρόπο. Μιλάμε για την τεχνική της εσωτερικής εστίασης, με την οποία φωτίζει τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους.

Σίγουρα, όλο το έργο αποπνέει ένα αίσθημα θαυμασμού για τον ήρωα. Βιώνουμε την αγωνία όλων για την άλωση της Λευκωσίας και της Αμμοχώστου και μεταφερόμαστε νοερά στους δίσεκτους χρόνους της μικρής μας πατρίδας και ζούμε με τη φαντασία μας τα πάθη, τους καημούς, τις λαχτάρες της ψυχής, μα και το μεγαλείο, τη λεβεντιά, την αυτοθυσία, την περηφάνια, τα οράματα του λαού μας.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα της Βασιλικής Σκουτελά, ομολογώ ότι μαγεύτηκα και φορτίστηκα, θαύμασα την αδάμαστη θέληση και το πάθος του ήρωά της για την ελευθερία της Κύπρου μας, για την οποία αφιέρωσε τη ζωή του. Γενικά, το ήθος των πιο πολλών ηρώων μάς υποβάλλει ευλάβεια και δέος. Είναι οι αγωνιστές της ελευθερίας της Κύπρου.

Καταλήγοντας, εύχομαι στο μυθιστόρημα «Τότε που δάκρυσε το δέντρο» της αγαπημένης μου Βασιλικής Σκουτελά να είναι καλοτάξιδο, γιατί αξίζει να διαβαστεί απ’ όλους για να νιώσουν την πνευματική ανάταση που χαρίζουν τα λογοτεχνικά βιβλία.