Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Πέτρος Πετρίδης



Τα Βιβλία που αγάπησα

Η κ. Κίκα Ολυμπίου και ο κ. Τάκης Χατζηδημητρίου, πρώην βουλευτής
Η συγγραφέας Ζήνα Λυσάνδρου Παναγίδη με τη φίλη της Στέλλα Φωτιάδου
Η νύφη της συγγραφέως Κατερίνα Σάββα Λυσάνδρου, παιδίατρος,  με τη φίλη της Γιούλικα  Κούμα, Επιθεωρήτρια
Με τη φίλη της Διευθύντρια Ρούλα  Πούρου

α βιβλία που αγάπησα"
Φώτο: Πέτρος Πετρίδης

Φίλοι μου, την Παρασκευή, 7-12-2012, παρευρέθηκα στην παρουσίαση του βιβλίου της αγαπημένης φίλης Ζήνας Λυσάνδρου-Παναγίδη, με τίτλο “Τα βιβλία που αγάπησα” Εκδόσεις Μαλλιάρης-Παιδεία ,Θεσσαλο
νίκη 2012, που πραγματοποιήθηκε στο Δήμο Λευκονoίκου, Κυρηνείας 91 στη Λευκωσία. 

Ο Υπουργός Άμυνας, Δημήτρης Ηλιάδης, ο Δήμαρχος Λευκονοίκου, Μιχάλης Πήλικος, ο καθηγητής-Γυμνασιάρχης και πρώην Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού, Λυκούργος Κάππας, η φιλόλογος-συγγραφέας, Κίκα Ολυμπίου, η παραγωγός του ΡΙΚ, Αλέκα Γράβαρη Πρέκα και η φιλόλογος-μουσικός, Παρασκευά Ροδοσθένους, μίλησαν με πολλή αγάπη για την αξιαγάπητη Ζήνα μας, με τη χρυσή καρδιά και τη μεγάλη προσφορά στο συνάνθρωπό μας και στην παιδεία του τόπου μας!!

Ήταν μια βραδιά πλημμυρισμένη από αγάπη, συγκίνηση και Λευκονοικιάτικη φιλοξενία!
Θερμά συγχαρητήρια στην εκλεκτή μου φίλη και καλοτάξιδο το νέο της βιβλίο!!



Η παρουσιάστρια της εκδήλωσης Ειρήνη Παρασκευά Ροδοσθένους



Η Ζήνα Λυσάνδρου Παναγίδη γεννήθηκε το 1955, στην κωμόπολη του Λευκονοίκου, της κατεχόμενης επαρχίας Αμμοχώστου. Αποφοίτησε το 1973 από το Γυμνάσιο Λευκονοίκου και το 1977, από τη Φιλοσοφική Σχολή του
Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1993, με υποτροφία της κυπριακής κυβέρνησης πήρε το Μάστερ της (ΜSc) στην Εκπαιδευτική Διοίκηση και Πολιτική από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο Άλμπανι.

Υπηρέτησε με απόσπαση στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, στο Γραφείο Δημοσίων Σχέσεων της Υπουργού Κλαίρης Αγγελίδου. Επίσης είναι Πολιτιστικός Λειτουργός του Δήμου Λευκονοίκου. Το 1997 εξελέγη Επαρχιακή Γραμματέας της Γυναικείας Οργάνωσης του ΔΗ.ΣΥ. (Γ.Ο.ΔΗ.ΣΥ) Αμμοχώστου, με έντονη πολιτική, κοινωνική και πνευματική δράση.
Ο κ. Λυκούργος Κάππας, γυμνασιάρχης της συγγραφέως
στον Γυμνάσιο Λευκονοίκου





Εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου. Είναι παντρεμένη με τον Αριστείδη Παναγίδη, γιο του ήρωα της αγχόνης Ανδρέα Παναγίδη και έχουν ένα γιο, τον Αντρέα. Κείμενά της δημοσιεύονται σε εφημερίδες και περιοδικά, ενώ συνεργάζεται για πολλά χρόνια με το ραδιόφωνο και την τηλεόραση.



 Έργα της ιδίας είναι:

- "Φωνή Πατρίδας"
διηγήματα, Έκδοση του Δήμου Λευκονοίκου, Λευκωσία 1995.

- "Τα βιβλία που αγάπησα", παρουσιάσεις βιβλίων, Μαλλιάρης-Παιδεία, Θεσσαλονίκη 2012.




Η κ. Κίκα Ολυμπίου που παρουσίασε το βιβλίο





Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Νίκος Αναστασιάδης



Παρουσίαση βιβλίου
Ζήνας Λυσάνδρου “Τα βιβλία που αγάπησα”
(εκδόσεις Μαλλιάρης-Παιδεία)
Παρθενών Λατσιών, Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012, 6 μμ.










Η συγγραφή και έκδοση ενός καλού βιβλίου είναι πάντοτε ένα χαρμόσυνο άγγελμα. Η κυκλοφορία ενός βιβλίου που μιλά για τα βιβλία δημιουργεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον και να δίνει διπλή χαρά. Πολύ περισσότερο αφού πρόκειται για ένα βιβλίο της αγαπημένης μας συναγωνίστριας Ζήνας. Διότι η Ζήνα εκτός από τον πολιτικό στίβο όπου διακρίνεται για χρόνια, είναι συναγωνίστρια και στον ευγενή στίβο της παιδείας, της μόρφωσης, της καλλιέργειας.

Θέλω να πω εδώ ότι στις κρίσιμες ώρες που περνάμε σήμερα, αλλά και στα δύσκολα που έρχονται, όσοι και αν είναι οι περιορισμοί, πρέπει να κάνουμε μιαν ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια στο χώρο της παιδείας και του πολιτισμού. Αυτή την κεντρική κατεύθυνση κατέθεσα τις προάλλες μιλώντας για μιαν πολιτική για τον Πολιτισμό και πρόκειται στη συνέχεια να την αναπτύξουμε και πιο αναλυτικά παρουσιάζοντας θεματικές προτάσεις για την εκπαίδευση.

Απόψε όμως είναι η βραδυά της Ζήνας και της ωραίας κατάθεσης και της προσφοράς που κάνει σε όλους μας με αυτό το βιβλίο. Η Ζήνα Λυσάνδρου μας προσφέρει σήμερα το δεύτερο βιβλίο της –το προηγούμενο ήταν συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Φωνή πατρίδας” που εξέδωσε ο Δήμος Λευκονοίκου, το 1995.

Το σημερινό βιβλίο, με τίτλο “Βιβλία που αγάπησα”, από τις εκδόσεις Μαλλιάρη, είναι γραμμένο σε προσωπικό τόνο και είναι ιδιαίτερα φιλικό ακόμα και όταν καταπιάνεται με κάποια από τα μεγάλα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνικής παραγωγής. Φιλικό και ιδιαίτερα κατατοπιστικό, μυεί τον αναγνώστη στον κόσμο μιας πλατειάς συλλογής βιβλίων που αγάπησε και ξεχώρισε η συγγραφέας. Βιβλία που τη συγκίνησαν και είχαν κάτι ξεχωριστό να πουν. Βιβλία που γι’αυτό τα έμαθε τόσο καλά και θέλει να μιλήσει γι’ αυτά.

Το βιβλίο της Ζήνας Λυσάνδρου ανοίγει στον αναγνώστη πολλά παράθυρα στον όμορφο κόσμο της ανάγνωσης, του προβληματισμού και των συγκινήσεων που ξυπνά μέσα μας η περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Μας γνωστοποιεί διαλεχτά βιβλία που δεν έτυχε να γνωρίσουμε, αλλά μας δίνει και μιαν ενδιαφέρουσα ματιά για άλλα που ίσως έτυχε κάποτε να διαβάσουμε.

Από την πρώτη σελίδα, με τις πρώτες λέξεις η συγγραφέας κάνει μια καθαρή και απόλυτη εξήγηση: Από μικρή μου άρεσε να διαβάζω”. Αυτό είναι το μυστικό της. Απλό, αλλά και μεγάλο μυστικό. Η αγάπη για την ανάγνωση. Η αγάπη για το βιβλίο.

Την αποτυπώνει με την προμετωπίδα που δανείζεται από τον Μαλλαρμέ, λέγοντας ότι “Ο κόσμος φτιάχτηκε για να καταλήξει σε ένα βιβλίο”. Μεγάλη κουβέντα. Η απόλυτη συνηγορία για τη δύναμη του βιβλίου. Συνηγορία για ένα από τα θεμέλια του ανθρώπινου πολιτισμού, το οποίο είχαμε αρχικά φοβηθεί ότι μπορεί να σβήσει μέσα στη σημερινή ηλεκτρονική εποχή, αλλά εκείνο αντίθετα όχι μόνο συνεχίζει να ανθεί, αλλά αποκτά και νέες δυνατότητες.

Η Ζήνα, στις σχεδόν 400 σελίδες αυτού του βιβλίου που διαβάζεται πολύ άνετα και ευχάριστα, κάνει προσωπικές επιλογές. Αλλά να μου επιτρέψετε να πω την κρίση και την άποψή μου: δεν πρόκειται και για τυχαίες επιλογές. Δεν είναι επιλογές ενός τυχαίου αναγνώστη, αλλά είναι επιλογές και προτάσεις μιας μελετημένης φιλολόγου και ερευνήτριας, με μεγάλη πείρα στα θρανία και στην εκπαιδευτική διοίκηση.

Στις σελίδες του τόμου “Τα βιβλία που αγάπησα” παρελαύνουν βιβλία-αναφορές τόσο από την ελληνική όσο και από την παγκόσμια λογοτεχνία. Η συγγραφέας γράφει για κλασικά έργα όπως τα “Χριστουγεννιάτικα διηγήματα” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τα “Αφηγήματα” του Εμμανουήλ Ροϊδη και το “Ευλογημένο Καταφύγιο” του Φώτη Κόντογλου. Μαζί όμως ανθολογεί και τη νεότερη και νεοτερική ελληνική πεζογραφία και βιβλία που σίγουρα θεωρούνται πια έργα αναφοράς. Ανάμεσά τους και κάποια από την ιδιαίτερη κυπριακή παραγωγή της ελληνικής λογοτεχνίας. Έργα της αγαπημένης μας Κλαίρης Αγγελίδου ή της σημαντικής σύγχρονης πεζογράφου Αγγελικής Σμυρλή. Όπως επίσης και κυπρολογικά, όπως τα “Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο”.

Από τη ξένη λογοτεχνία που μπορεί και να φανεί σαν ένας ατέλειωτος ωκεανός από σελίδες, βιβλία και αριστουργήματα, η συγγραφέας Ζήνα Λυσάνδρου κάνει συγκεκριμένες επιλογές που συνιστούν μια προσωπική πρόταση. Πάλι μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα κλασικά. Όπως είναι βιβλία του Τολστόϊ, του Στάϊμπεκ και του Όργουελ. Αλλά και νεότερα κλασικά σαν εκείνα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές ή της Μαργκερίτ Ντυράς.

Στο τελευταίο μέρος η συγγραφέας δίνει και μερικές επιλογές από ποιητικά έργα. Ο τόμος κλείνει με αναφορά σε ένα ξεχωριστό έργο, γραμμένο στο κυπριακό ιδίωμα, από τον ποιητή Κώστα Βασιλείου: τον “Κανόλλο”, όπως λένε στη Δευτερά και αλλού τον “Καλό Λόγο”. Είναι ένας διακριτικός ύμνος στη θυσία των δυο τελευταίων μαρτύρων μας το Καλοκαίρι του 1996, στη Δερύνεια.

Όσα όμως και αν πω εγώ δεν μπορεί φυσικά να υποκαταστήσουν την ανάγνωση αυτού του ξεχωριστού βιβλίου. Εξάλλου, την κατάλληλη εισαγωγή στο έργο θα κάνει με την παρουσίασή του ο κ.Κουράτος στη συνέχεια. Θα ήθελα όμως να προσθέσω κάτι. Επειδή μπορεί και να διερωτάστε… Ναι, πρόλαβα να μετροφυλλίσω αρκετά αυτό το βιβλίο, παρά την αγωνιώδη πορεία των ημερών αυτών μέσα από τις συμπληγάδες της βαθειάς οικονομικής κρίσης και παρά τους πολύ έντονους ρυθμούς της προεκλογικής εκστρατείας για τη μεγάλη απόφαση που έχουμε να πάρουμε τον ερχόμενο Φεβρουάριο. Πρόλαβα, γιατί όπως είπα το βιβλίο αυτό διαβάζεται ευχάριστα και είναι οργανωμένο με τρόπο που να μπορείς να επανέρχεσαι συνέχεια, διαλέγοντας κάθε φορά το ένα ή το άλλο από τα βιβλία που προτείνει και αναλύει.

Εξάλλου, δεν νομίζω να είναι τυχαίο που αυτό το έργο εκδίδεται από τον οίκο Μαλλιάρης-Παιδεία που, εκτός των άλλων, ειδικεύεται σε παιδαγωγικές και εποπτικές εκδόσεις.

Νοιώθω τιμή που με κάλεσε σήμερα εδώ η Ζήνα. Τυγχάνει μάλιστα απόψε,
όταν θα φύγω από εδώ, να πάω σε εκδήλωση στην αίθουσα Καστελιώτισσα, όπου με το Ινστιτούτο Πολιτισμού θα απονείμουμε το Βραβείο Λογοτεχνίας Κύπρου Χρυσάνθη 2012 στον συγγραφέα Γιώργο Χαριτωνίδη. Είναι για μένα μια βραδυά γεμάτη βιβλία! Θέλω όμως να τονίσω ότι πέραν από τη σύμπτωση, αυτό δείχνει και την έμφαση που θέλουμε να δώσουμε στην πολιτιστική δημιουργία και στα ελληνικά γράμματα, στην πνευματική αντίσταση αλλά και στην ανάταση και την πρόοδο του λαού μας μέσα από τα γράμματα, τη μόρφωση, την καλλιέργεια.   

Φίλες και φίλοι,
από την πρώτη σελίδα η συγγραφέας Ζήνα Λυσάνδρου προτείνει μιαν ενδιαφέρουσα προσέγγιση, δανειζόμενη απόφθεγμα του συγγραφέα P.L.Travers: «Ένας συγγραφέας είναι το μισό μόνο από το βιβλίο του. Το άλλο μισό είναι ο αναγνώστης».

Από αυτή τη στιγμή μπορούμε να γίνουμε το άλλο μισό του βιβλίου της Ζήνας. Το οποίο βιβλίο της Ζήνας Λυσάνδρου είναι ήδη από μόνο του το άλλο μισό τόσων πολλών βιβλίων που αγάπησε και που θα αγαπήσουμε κι εμείς μαζί της.
Εύχομαι κάθε επιτυχία στο βιβλίο αυτό. Να διαβαστεί και να αγαπηθεί όσο του αξίζει. Αλλά περιμένω και από τη Ζήνα να συνεχίσει ακούραστη και ακμαία στον ίδιο δρόμο της δημιουργίας και της προσφοράς, στον οποίο τόσο λαμπρά διακρίνεται.










Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012


Τα βιβλία που αγάπησα





«Η λογοτεχνία ήταν μια από τις μεγάλες μου αγάπες παιδιόθεν. Με ταξίδευε σε τόπους αλαργινούς κι ονειρεμένους. Μέσω της γνώριζα τόπους κι ανθρώπους. Χαιρόμουν για τα πετάγματα της νιότης τους, οσμιζόμουν τα πανέμορφα άνθη της ψυχής τους, ψηλαφούσα την αυτοθυσιαστική αγάπη που αχτινοβολούσε τη χάρη του Θεού. Γευόμουν, ταυτόχρονα, τις γεμάτες πνευματική αρχοντιά και ευωχία σελίδες κάποιων μεγάλων λογοτεχνών. Ιδιαιτέρως με συγκινούσαν τα βιβλία που είχαν σχέση με τις χαμένες πατρίδες. Πού να ‘ξερα τότε
Ο Υπουργός Άμυνας κ. Δημήτρης Ηλιάδης (καταγόμενος από το Λευκόνοικο) απευθύνει χαιρετισμό
Άποψη του ακροατηρίου



Έτσι αρχίζει προλογίζοντας το βιβλίο της «Τα βιβλία που αγάπησα» η  Ζήνα Λυσάνδρου. Ομολογώ ότι, όταν το πήρα στα χέρια μου, σκέφτηκα πως δεν θα είχε και μεγάλο ενδιαφέρον. Τι μπορεί να ενδιαφέρει κάποιον, όσο και αν αγαπάει κι αυτός τα βιβλία, η αναφορά στα βιβλία που άλλος αγάπησε; 

Σκεφτόμουν ότι ήταν βέβαια μια πολύ ωραία και επιμελημένη έκδοση (Μαλλιάρης-Παιδεία, Θεσσαλονίκη 2012),  αλλά διερωτόμουν αν θα το διάβαζα, τουλάχιστον όχι ολόκληρο. Κι όμως, όταν άρχισα να το ξεφυλλίζω με παρέσυρε τόσο που προχωρούσα από το ένα στο άλλο κείμενο, άλλοτε ενθυμούμενη βιβλία που κι εγώ είχα διαβάσει κι άλλοτε γνωρίζοντας συγγραφείς και κείμενα που δεν ήξερα.
Η παρουσιάστρια της εκδήλωσης, Ειρήνη Παρασκευά-Ροδοσθένους
 Άρχισα απ’ αυτά που ήξερα. Αφενός για να τα θυμηθώ και αφετέρου για να δω αν είχαμε κάνει τις ίδιες σκέψεις, αν μας είχαν εξίσου αρέσει. Ξεκίνησα από το  «1984» του Τζωρτζ Όργουελ, προχώρησα στο «Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα» της Μαριάννας Κορομηλά, στο «Χωρίς προσανατολισμό» της Αγγελικής Σμυρλή, στα βιβλία της Κλαίρης Αγγελίδου, του Γιάννη Μαγκλή, του Νίκου Γκατζογιάννη, της Ιζαμπέλ Αλιέντε, του Παπαδιαμάντη, του Ροΐδη, του Κόντογλου, του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, του Λεύκιου Ζαφειρίου, του Κώστα Βασιλείου… Δεν θα αναφέρω βέβαια και τα 68 βιβλία που «αγάπησε» η Ζήνα.
Η συγγραφέας

Στην έκδοση περιλαμβάνονται 36 παρουσιάσεις Ελλήνων συγγραφέων, 27 ξένων και 5 ποιητικές συλλογές. Καλύπτουν, θα έλεγα, όλα τα είδη του λόγου: Μυθιστόρημα, διήγημα, μελέτη, βιογραφία, δοκίμιο, ποίηση.

Όπως η ίδια πάλι αναφέρει στον πρόλογό της, η γραφή της δεν έχει αξιώσεις λογοτεχνικής κριτικής. Είχαν γραφτεί τα πλείστα για ραδιοφωνική εκπομπή, έχουν επομένως ένα πιο εκλαϊκευτικό χαρακτήρα. Αυτό εξηγεί επίσης το ότι δεν θα συναντήσουμε πουθενά αρνητικά σχόλια, κανένα μειονέκτημα στα παρουσιαζόμενα βιβλία. Επειδή ακριβώς πρόκειται για παρουσίαση, όχι κριτική αποτίμηση. Άλλωστε αυτό συνάδει με τον τίτλο «Τα βιβλία που αγάπησα».
Η παρουσιάστρια

Δεν αρχίζει κάθε παρουσίαση με τον ίδιο τρόπο. Άλλοτε αρχίζει με ένα γενικό χαρακτηρισμό, άλλοτε με τα συναισθήματα τα οποία της δημιούργησε το βιβλίο, άλλοτε με πληροφορίες ή χαρακτηρισμό του συγγραφέα κι άλλες φορές με την ευκαιρία που της δόθηκε να διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο. Και κλείνει πάντα την παρουσίαση με τη γενική εντύπωση, τα συναισθήματα που της δημιούργησε ή μια γενική αποτίμηση του βιβλίου.
Ο κ. Λ. Κάππας, Γυμνασιάρχης και πρώην Υπουργός Παιδείας

Η γλώσσα είναι απλή, ρέουσα, αλλά ταυτόχρονα γλαφυρή, συχνά εμπλουτισμένη με συσσωρευμένα επίθετα ή συνώνυμα που την καθιστούν ιδιαίτερη και γοητευτική, δημιουργώντας έτσι  το δικό της προσωπικό ύφος. Η συσσώρευση των συνωνύμων συμβάλλει όχι μόνο στο να τονίσει το νόημα της φράσης, γίνεται και αφορμή γλωσσικής διαπαιδαγώγησης. 

Δεν παραλείπει επίσης να χρησιμοποιήσει λογοτεχνικούς όρους, εξοικειώνοντας τον αναγνώστη με τη σύγχρονη λογοτεχνική ορολογία. Έτσι, συναντάμε τους όρους: «πρόδρομη αφήγηση ή πρόληψη», «παντογνώστης ή πανόπτης συγγραφέας», «εσωτερική εστίαση», «ευθύγραμμη, γραμμική πορεία» κ.λπ.
Ο Δήμαρχος Λευκονοίκου κ. Μ. Πήλικος

Οι παρουσιάσεις της Ζήνας Λυσάνδρου δεν είναι αυτές ενός απόμακρου, ουδέτερου παρατηρητή. Τα συναισθήματά της ξεδιπλώνονται αυθόρμητα για κάθε βιβλίο που διαβάζει. Γράφει για παράδειγμα: 

«Διαβάζοντας το μικρό σε μέγεθος μα μεστό μυθιστόρημα «Οι συμμορίτες» του Λεύκιου Ζαφειρίου, ο αναγνώστης μένει με μια στυφή γεύση στα χείλη. Ένα πικρό συντάραχο αναδεύεται στα έγκατα της ψυχής του, κι από κει κι έπειτα κυοφορείται ένα αίσθημα οργής, αγανάκτησης, ανάμικτης με οίκτο και συμπάθεια, ενάντια στην αδικία, τον κατατρεγμό, την εξαθλίωση που γίνεται θηλιά πνιγηρή και τον σφίγγει και θέλει να φωνάξει, να αποδοκιμάσει τον πολιτισμό μας και τις αξίες του». (Λεύκιος Ζαφειρίου, «Οι συμμορίτες», Λευκωσία, Ρόπτρο, 1982).

Καθώς διαβάζει,  καθώς ξεδιπλώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματά της, η συγγραφέας δεν βγάζει από το νου της την προσφυγιά που δοκίμασε η ίδια και πλήθος συμπατριώτες μας. Σε πάρα πολλά σημεία του βιβλίου ξεπηδούν σκέψεις και σχόλια για τη μοίρα του νησιού μας. Σταχυολογώ μερικά τέτοια σημεία:
Η δημοσιογράφος κ. Αλέκα Γράβαρη-πρέκα

Δεν με συγκίνησε τόσο η αιχμαλωσία του ήρωα ούτε η αλλαγή της πίστης του, συνηθισμένο φαινόμενο στην Οθωμανική αυτοκρατορία, όσο η επιστροφή στο πατρικό του σπίτι, ο ψυχικός του κλυδωνισμός, οι εικόνες του παρελθόντος που ξαναζωντάνεψαν για να δεχτεί η γη η ελληνική τον εξωμότη της. Άραγε εμείς πώς θα επιστρέψουμε στη γενέθλια γη μας;» (Ρέα Γαλανάκη, Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά, Αθήνα, Καστανιώτης, 2008).

Για τούτο κι η προσφυγιά, ειδικά για το γεωργό, είναι  αγιάτρευτος καημός και σαράκι που τρώει τα σωθικά. Του ‘κοψαν τον ομφάλιο λώρο που τον ένωνε με τη μάνα γη». (Άρης Φακίνος, Ο πρόγονος, Αθήνα, Εστία,1990).

«Όταν ήμουν μαθήτρια στο Γυμνάσιο Λευκονοίκου, με συγκινούσαν ιδιαίτερα τα λογοτεχνικά βιβλία για τη Μικρασία. Ένιωθα ότι μεταφερόμουν νοερά σ’ εκείνα τα άγια και πλούσια χώματα με τους προκομμένους ανθρώπους και τις θαυμαστές ιστορίες τους. Πού να το φανταζόμουν ότι σε πολύ λίγα χρόνια θα είχαμε κι εμείς την ίδια τύχη!» (Ιφιγένεια Χρυσοχόου, Εδώ Σμύρνη Εδώ Σμύρνη (Αθήνα, Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνης 1995).

Δεν είναι η πρώτη φορά που έχουμε στα χέρια μας ένα βιβλίο που μιλά για άλλα βιβλία. Τέτοια για παράδειγμα είναι «Το βιβλίο για τα βιβλία» του Πέτρου Τατσόπουλου και το «Ex libris» Αναστάση Βιστωνίτη. Το βιβλίο της Ζήνας Λυσάνδρου δεν υστερεί καθόλου από αυτά.

Τι  μπορεί να μας προσφέρει ένα τέτοιο βιβλίο; Το βιβλίο για τα βιβλία μπορεί να λειτουργήσει ποικιλοτρόπως. Μπορεί να αποβεί έργο αναφοράς στο οποίο κάποιος να ανατρέξει για πληροφορίες. Μπορεί επίσης να γίνει ένας οδηγός ανάγνωσης και να αποτελέσει κίνητρο για να αναζητήσει ο αναγνώστης και να διαβάσει κάποιο από τα αναφερόμενα βιβλία. Μπορεί, τέλος, να αποτελέσει και ένα μέτρο σύγκρισης για τις εντυπώσεις που δημιούργησαν τα ίδια βιβλία στον αναγνώστη, αν έχει τύχει να τα διαβάσει.

Ένα από τα βιβλία που αγάπησε και παρουσιάζει η Ζήνα είναι και το πολύ σημαντικό, δίτομο έργο «Τα παιδιά από το Αρμπάτ» του Ρώσου συγγραφέα Ανατόλι Ριμπακόφ. Στο δεύτερο τόμο προτάσσεται ένα άρθρο του ίδιου του συγγραφέα, που δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα της Μόσχας το 1991, όταν ο συγγραφέας ήταν 80 χρόνων και όταν βέβαια είχαν πια πέσει τα ανατολικά καθεστώτα. Το άρθρο τελειώνει με κάποιες σκέψεις που θα μπορούσε και η Ζήνα αλλά και όλοι εμείς οι εραστές της λογοτεχνίας να επαναλάβουμε:
Η παρουσιάστρια, η συγγραφέας και ο Υπουργός Άμυνας
« Είμαι ευτυχής που διάβασα βιβλία, που άκουσα μουσική, κράτησα στη μνήμη μου μερικές ωραίες μελωδίες. Τελικά ο κόσμος του συγγραφέα είναι αρώματα και ήχοι που ανασταίνονται στη μνήμη του όταν η πένα του ακουμπάει στο χαρτί (…) είμαι ευτυχής που ίσως να έγραψα μερικές αράδες που συγκίνησαν κάποιες καρδιές. Είμαι ευτυχής που γράφω ακόμα, και ελπίζω κάτι ακόμα να γράψω».

(Η παρουσίαση του βιβλίου της Ζήνας Λυσάνδρου έγινε στις 7 Δεκεμβρίου 2012 από την Κίκα Ολυμπίου (anagnostria) στο οίκημα του Δήμου Λευκονοίκου (κατεχόμενου σήμερα).


Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012


100 χρόνια από το Μακεδονικό αγώνα ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος

28mmm
Του Βασίλη Γ. Χατζηθεοδωρίδη
αναδημοσίευση απο τον πρωϊνό τύπο
Δεν μπορεί να οριστεί χώρος και χρόνος ικανός να εξαντλήσει την παρουσίαση της τεράστιας εθνικής και θρησκευτικής προσφοράς του Χρυσοστόμου. Ο Άγιος αυτός δεν μπορεί να περιοριστεί σε σελίδες και σε τόμους χαρτιού, όπως ο ποταμός σ’ ένα ποτήρι νερού.
Παρόλα αυτά, για τις ασφυκτικές ανάγκες της περίστασης, θα επιχειρηθεί μια άκρως περιορισμένη αναφορά στη συμβολή του στο Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή μας.
Ας θυμηθούμε μόνο, για να μεταφερθούμε στην ατμόσφαιρα της εποχής, πως ο Μακεδονικός Αγώνας που αρχίζει περίπου από το καλοκαίρι του 1883 με το κίνημα του Κρουσόβου, την ημέρα του Προφήτη Ηλία (Ίλιντεν). Αρχίζει με την εμφάνιση των εθνικιστικών κινημάτων στους λαούς της τουρκοκρατούμενης Βαλκανικής, στα μέσα του 19ου αιώνα και επισημοποιείται με την ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας, το γνωστό Σχίσμα, που στηρίχθηκε στην έκδοση του διατάγματος περί θρησκευτικής ελευθερίας (Χάτι Χουμαγιούν) το 1839.
Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, γεννήθηκε την ημέρα των Φώτων το 1867 στη Τρίγλια της Προποντίδας και είναι το δεύτερο από τα τέσσερα αγόρια  της Καλλιόπης και του Νικολάου Καλαφάτη.
Τα πρώτα γράμματα έμαθε στην 7τάξια Σχολή της γενέτειράς του.
Το 1884 τον υποδέχτηκε ως τρόφιμο η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, η κοιτίδα του της ορθοδοξίας και του ελληνικού πολιτισμού.Ο ίδιος δήλωνε συχνά πως εκεί μυήθηκε στην ευσέβεια και τη γνώση.
Το 1887 ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Κωνσταντίνος, δέχεται τη σχετική πρόταση του Διευθυντή της Σχολής Γερμανού Γρηγορά, να αναλάβει την εποπτεία και τα τροφεία ενός σπουδαστή. Ο Γρηγοράς από το Ανδρονίκι (Φερτέκ) της Μικρασίας, ήταν άνθρωπος με πολύ αξιόλογες σπουδές στα Παιδαγωγικά και τη Θεολογία σε πανεπιστήμια της Ελβετίας. Τοποθετήθηκε στη Θεολογική Σχολή Χάλκης το 1878, όπου εκτός από τα καθήκοντα του Σχολάρχη που ασκούσε δίδασκε και Δογματική και Θεολογία.
Μετά τη λήψη του πτυχίου του με άριστα το 1891, ο Χρυσόστομος χειροτονείται διάκονος στη Μητρόπολη Μυτιλήνης και Εφέσου. Ο προστάτης και θαυμαστής του Μητροπολίτης Εφέσου Κων/νος, που τώρα βρίσκεται στο θρόνο του Πατριάρχη, τον παίρνει μαζί του, τον χειροτονεί πρεσβύτερο και τον τοποθετεί Πρωτοσύγκελο στο Πατριαρχείο.
Στη θέση αυτή, όχι μόνο τον αφήνει και ο Ιωακείμ Γ΄ που επανέρχεται, στον πατριαρχικό Θρόνο, αλλά και τον επαινεί και τον στηρίζει, θαμπωμένος από την πνευματικές του ικανότητες, τις εξαιρετικές γνώσεις, την ευγλωττία και τις μεγάλες χριστιανικές αρετές του.
Η προσφορά του στην Ορθοδοξία και τα γράμματα
Στις 23-Μαΐου 1902 τοποθετείται Μητροπολίτης Δράμας, με πρόταση του ίδιου του Πατριάρχη και υπηρετεί τη θρησκεία, το έθνος, την ελληνική ορθοδοξία και την πατρίδα, με σπάνιο ζήλο και αυταπάρνηση ως το 1910 που την εγκαταλείπει, κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
Η παρουσία του στη Δράμα συμπίπτει με την επίσημη έναρξη του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα, δηλαδήμε την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να ανταποκριθεί στο αίτημα των Ελλήνων της Μακεδονίας, από τον καιρό ακόμα του κριμαϊκού πολέμου, να ασχοληθεί το κράτος συστηματικά με μέτρα διατήρησης της ελληνικής γλώσσας και με την άμυνα των Ελλήνων Μακεδόνων που απειλούνται με εξόντωσε από τους Σλάβους και τους Οθωμανούς. Κυρίως από τότε που ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ υπέγραψε (27 Φεβρ.-11 Μαρτ. 1870) το φιρμάνι ίδρυσης της βουλγαρικής Εξαρχίας και με την παρότρυνση και βοήθεια της Ρωσίας για δημιουργία ανεξάρτητου βουλγαρικού κράτους στα πρότυπα του ελληνικού, το οποίο θα περιελάμβανε και τη Μακεδονία του Αιγαίου.
Ακολούθησαν οι εμπειρίες από τις οδυνηρές συνέπειες του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897 και η απόφαση να αποκατασταθεί το βαριά τραυματισμένο ηθικό του απανταχού Ελληνισμού. Σε αυτή τη συγκυρία εντάσσεται και η γενναία απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντίνου Ε΄ (Βαλιάδη) από τη Βέσσα της Χίου, να αντικαταστήσει τους παλαιούς ιεράρχες της Μακεδονίας με νέους και δυναμικούς το 1900, απόφαση την οποία τελικά υλοποίησε ο Πατριάρχης Ιωακείμ το 1903.
Στη Μητρόπολη Καστοριάς τοποθέτησε τον 35χρονο Μητροπολίτη Σεβάστειας του Πόντου με έδρα την Αμισό, (Σαμψούντα) Γερμανό Καραβαγγέλη, που βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, λόγω της απέλασής του από τον Μουσταφά Κεμάλ, με την άφιξή του εκεί το 1921. Στο Μοναστήρι, ως Μητροπολίτη Πελαγονίας τον Ιωακείμ Φορόπουλο, στην Κορυτσά τον εθνομάρτυρα (δολοφ. 1905) Φώτιο Καλπίδη, στη Χαλκιδική τον Ειρηναίο, στις Σέρρες τον Κωνσταντίνο, στο Νευροκόπι τον Θεοδώρητο Βασματζίδη, στα Γρεβενά τον Αιμιλιανό Λαζαρίδη (δολοφ. 1911), στο Μελένικο τον Ειρηναίο, στη Θεσσαλονίκη τον Αλέξανδρο Ρηγόπουλο, στη Στρώμνιτσα το Γρηγόριο (αργότερα μάρτυρα στις Κυδωνιές το 1922) κ. ά.
Η παρουσία του Χρυσοστόμου εδώ συμπίπτει με την απόφαση της Εξαρχίας να καταστήσει την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, κέντρο ένοπλης και άλλης δράσης των “βούλγαρο-μακεδονικών ένοπλων ομάδων”.
Ο 35χρονος ιεράρχης δεν αργεί να τεθεί επικεφαλής της ελληνορθόδοξης αντίστασης στην περιοχή από το Νέστο ως το Στρυμόνα και από το Νευροκόπι ως τη Θάσο. Ιεραρχώντας αξιολογικά τις τοπικές και τις γενικότερες συνθήκες και συγκυρίες της εποχής, κρίνει άμεση και αναγκαία:
1) την αναδιοργάνωση της κοινοτικής δομής της Μητρόπολης με ισχυροποίηση της συνοχής και της συνεργασίας των επιτρόπων του νομού τόσο μεταξύ τους όσο και με τη Μητρόπολη,
2) τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας με την ίδρυση, οργάνωση  και
λειτουργία ελληνικών σχολείων και την εξασφάλιση ανάλογης κτιριακής και υλικοτεχνικής υποδομής και
3) τη συνεργασία με τους πρωτεργάτες του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή και
την με κάθε τρόπο συγκρότηση και οργάνωση ομάδων αντίστασης.
Για την επιτυχία των στόχων αυτών συνδέεται στενά και πολύ διακριτικά, με τις προφυλάξεις που επιβάλλουν περιστάσεις με τους:
α) Νικόλαο Μαυρουδή, Έλληνα Υποπρόξενο στην Καβάλα, εξουσιοδοτημένο για τη συγκρότηση ένοπλων ελληνικών ομάδων στην περιοχή και τον εφοδιασμό τους με πολεμικό και άλλο υλικό,
β) Ίωνα Δραγούμη, Πρόξενο Μοναστηρίου,
γ) Αθανάσιο Σουλιώτη-Νικολαΐδη, (έναν από τους 3 αξιωματικούς που ήρθαν μαζί με τον Παύλο Μελά στη Μακεδονία) για την οργάνωση του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα.
Στις 22 Ιουλίου 1902, όλος σχεδόν ο πληθυσμός της Δράμας και αρκετοί από τα χωριά της υπαίθρου του νομού, υποδέχονται χαρμόσυνα και πανηγυρικά το νέο Μητροπολίτη τους.
Από την πρώτη μέρα με τον ενθρονιστικό του λόγο ορίζει επιγραμματικά και με σαφήνεια το πλαίσιο των καθηκόντων του. “Θα ανεγείρω μαζί σας,είπε μεταξύ άλλων, θημωνιές καρπών και ιδρύματα ευποιίας, απάγαυσμα της αγάπης του πλησίον, στερεές στήλες των ευγενών αισθημάτων του ανθρωπισμού και ακατάλυτα τείχη των ιερών εθνικών δικαίων”. Αναλαμβάνει καθήκοντα ισοβαρή και ισάξια θρησκευτικά και εθνικά.
Στην πρώτη του κιόλας επιστολή προς τον Πατριάρχη στις 25 Αυγούστου 1902 απαντά στις τρεις ερωτήσεις που του υπέβαλε ο Πατριάρχης: πώς βρήκε την εδώ κατάσταση, τι σκέφτεται να κάνει και τι ελπίζει.
Στην πρώτη ερώτηση απαντά με τα λόγια του Αποστόλου  Παύλου προς τους Φιλίππους (τμήμα της παροικίας του): “με τον ερχομό μου στη Μακεδονία, καμιά άνεση δεν ένιωσε η σάρκα μου, αλλά παντού θλίψη. Έξω μάχες, μέσα φόβοι”.
Στο βάθος η κατάσταση εδώ, γράφει, εμπνέει σοβαρούς φόβους και ανησυχίες. Οι βουλγαριστές μαίνονται στο υπερκείμενο της Δράμας τμήμα γύρω από το όρος Όρβηλος που κατέχεται από τα χωριά Ζίρνοβο και Κάτω Βροντού ως το Γκιουρετζίκι, το Βώλακα, την Πλέβνα, το Μποπλήτσι, την Κουμπάλιστα, τη Βησσοτσάνη και την Προσοτσάνη και τα έκαμαν εν μέρει ή εν όλω σχισματικά.
Χωρίζει κατόπιν την επιστολή του σε 3 ενότητες: του Βώλακα, της Βησοτσάνης και της Προσοτσάνης, αναφέρεται στα γεγονότα τρόμου και βίας που προηγήθηκαν στις περιοχές αυτές και τονίζει προφητικά:”προλέγω ότι όπως άλλοτε στην πεδιάδα των Φιλίππων συγκρούστηκαν οι μεγάλες στρατιές και κρίθηκε η τύχη του Βρούτου και του Κασίου, έτσι και πάλι στην πεδιάδα αυτή, που αποτελεί συνέχεια της μεγάλης Μακεδονικής πεδιάδας των Σερρών και κατοικείται από αμιγή ελληνικό πληθυσμό, θα γίνει σύρραξη της ελληνικής και της βουλγαρικής φυλής”.
Ως μοναδικός επίσημος εκπρόσωπος του ελληνισμού και της ορθοδοξίας στην περιοχή, γνωρίζει άριστα πως ο αφελληνισμός έχει τις βαθιές του ρίζες στο σκοτάδι της αμάθειας, της άγνοιας, της έλλειψης παιδείας. Προσηλώνει τον εαυτό του στο σταυρό, στο σπαθί και στο καλαμάρι, μπροστά στον απροκάλυπτο εκβιασμό και την ωμή βία του εχθρού. Ασχολείται μέρα και νύχτα, τόσο με τα καθαρά θρησκευτικά του καθήκοντα, όσο και με την Εθνική Αντίσταση και την Εκπαίδευση με απαράμιλλο ζήλο και αυταπάρνηση, από την πρώτη μέρα της παρουσίας του στη Δράμα.
Τη θέση του Χρυσόστομου στη Δράμα επιδεινώνει ο αναβαθμισμένος τώρα Χιλμή Πασάς, ο οποίος από τη θέση πλέον του Υπουργού Εσωτερικών παραχωρεί τον Οκτώβριο του 1908 άδεια για ίδρυση εξαρχικής κοινότητας με δική της εκκλησία και σχολείο στη Δράμα.
Οι εξελίξεις σε βάρος του Μητροπολίτη και των Ελλήνων είναι ραγδαίες. Απαγορεύεται η παραμικρή μετακίνησή του ακόμη και εντός της πόλης. Ισχυρίζονται μάλιστα οι τουρκικές αρχές ότι ο Χρυσόστομος ενέχεται και στη δολοφονία του ηγέτη του Βουλγαρικού Κομιτάτου στη Δράμα, την εποχή αυτή και οι ασφυκτικές πιέσεις του Χιλμή Πασά προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο οδηγούν τελικά στην ανάκλησή του τον Ιούνιο του 1909.
Συμβολή στο Μακεδονικό Αγώνα
(Σύγκρουση ιδεών σε επίπεδο κορυφής)
Το αυτονομιστικό κίνημα των Βουλγάρων για τη Μακεδονία εκφράζεται βασικά με την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) που ιδρύεται το 1893 και συνεργάζεται στενά με το Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο της Βουλγαρίας που ιδρύεται το 1895 και αποφασίζεται από κοινού η αποστολή σωμάτων με σκοπό την οργάνωση ένοπλης εξέγερσης στη Μακεδονία. Κατ’ αρχήν κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά πολύ σύντομα η ΕΜΕΟ έδωσε ταξικό χαρακτήρα στο κίνημα ειδικά με την ανακήρυξη της Δημοκρατίας του Κρουσόβου (την ημέρα του Προφήτη Ηλία (Ίλιντεν) το 1903 που στοίχισε πλήν άλλων τη ζωή σε 2.000 ανθρώπους.
Ο Χρυσόστομος σε επιστολή του προς το Ίωνα Δραγούμη θεωρεί“καταστροφική για τα συμφέροντα του ελληνισμού στη Μακεδονία τη δογματική εμμονή στις αρχές της εθναρχικής παράδοσης και της οικουμενικής ιδεολογίας”.
Ο αγώνας είναι ταυτόχρονα θρησκευτικός και εθνικός. Γι αυτό και έχει τα χαρακτηριστικά των γνωστών από την ιστορία σκληρών και βίαιων συγκρούσεων.
Το εθνικό έργο του Νεομάρτυρα Αγίου δεν μπορεί να διακριθεί εύκολα από το θρησκευτικό, λόγω της κατά παράδοση ταύτισης από τους Έλληνες του ελληνισμού και του χριστιανισμού, για τις ανάγκες όμως της επετείου θα επιχειρηθεί, στο μέτρο του δυνατού, αναφορά στη αποφασιστική συμβολή του στο Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή.
Από την αρχή, ο ιερός Χρυσόστομος πρότεινε στις τοπικές οθωμανικές αρχές τη συγκρότηση μικτών μουσουλμανικών και χριστιανικών σωμάτων ασφαλείας, με σκοπό την αναχαίτιση των ένοπλων βουλγαρικών αυτονομιστικών σωμάτων τουλάχιστον στην Επαρχία Δράμας. Παρά την άρνηση του Μουτασερίφη (επικεφαλής του νομού)  Ζιά Πασά (ZiyaPasha) εξακολουθούσε να διατηρεί καλές σχέσεις μαζί του.
Το 1904 αρχίζουν να οργανώνονται ελληνικά ανταρτικά σώματα στην Ανατολική Μακεδονία. Το Νοέμβριο 1905 υπήρχαν εδώ 14 μικρά σώματα με συνολικά 100  άνδρες περίπου.
Οι σχέσεις αυτές άρχισαν να ψυχραίνονται, όπως αναφέρεται στο εισαγωγικό σημείωμα του Μητροπολίτη Αυστρίας Χρυσόστομου στο τρίτομο έργο του με τίτλο “Αρχείον του Εθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης”, από την άνοιξη του 1906, “όταν ο Χρυσόστομος επισκέφθηκε την Αθήνα επιστρέφοντας από προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Οι υπόνοιες της οθωμανικής κυβέρνησης για την εμπλοκή του Μητροπολίτη Δράμας στην οργάνωση ελληνικών ένοπλων ομάδων στην Ανατολική Μακεδονία οδήγησαν σε πλήρη ρήξη τις σχέσεις του με την οθωμανική διοίκηση, ρήξη που έμελλε να σημαδεύσει το υπόλοιπο της θητείας του στη Δράμα”.
Το 1906 οργανώθηκαν ένοπλες ομάδες στις περιοχές Δράμας, Προσοτσάνης, καβάλας και Ελευθερούπολης. Τα κομιτάτα περιόρισαν τη δράση τους στην περιοχή Νευροκοπίου.
Εύστοχα ο συμπολίτης μας γιατρός Ευάγγελος Βασιλείου γράφει στο βιβλίο του “Ο Εθνομάρτυρας-Άγιος Μητροπολίτης Δράμας-Σμύρνης Χρυσόστομος”, έκδοση ΔΕΚΠΟΤΑ 2001, σελ. 37, ότι ο Μακεδονικός Αγώνας στην Ανατολική Μακεδονία στηρίχτηκε στα ελληνικά Υποπροξενεία Καβάλας και Σερρών για να οργανώσει μικρό ομάδες Μακεδονομάχων με τον καπετάν Τσάρα στην περιοχή Καβάλας -Δράμας και καπετάν Δούκα στην περιοχή Δράμας Ζίχνης, όμως “εμπνευστής και καθοδηγητής του ήταν ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος. Η φωτεινή του προσωπικότητα ενέπνεε και καθοδηγούσε τους Έλληνες στον αγώνα”.
Γνώριζε καλά ο Εθνομάρτυρας, πως οι αγώνες για την ανύψωση του πνευματικού επιπέδου του λαού, αλλά και  για την έσχατη μορφή αντιπαράθεσης όπως η ένοπλη, απαιτείται μαζί με την τόλμη την αποφασιστικότητα και τη γενναιότητα και χρήμα.  Κατόρθωνε να το  εξασφαλίζει, με την έγκαιρη  οργάνωση ελληνικών κοινοτήτων που ανέθεσε σε στελέχη δημογέροντες και ενοριών εμπιστεύτηκε σε πυρήνες προκρίτους, πιστούς, άξιους και εύπορους κατοίκους της πόλης και των χωριών. Όλοι προσέφεραν πρόθυμα, ανάλογα με την οικονομική τους επιφάνεια, γιατί γνώριζαν με πόση σύνεση και σωφροσύνη γινόταν χρήση του οβολού τους. Είχε συγκεντρωθεί στο πρόσωπο του Χρυσοστόμου η απόλυτη εμπιστοσύνη των Ελλήνων.
Από τα γεγονότα ανησυχούν εκτός από τη Βουλγαρία και την Τουρκία και η Γαλλία, η Ρωσία και Αυστρία, καθεμιά για τα δικά της κρυφά και φανερά συμφέροντα. Περισσότερο όμως ενοχλείται η Αγγλία, όπως φαίνεται από τις πληροφορίες που διέρρευσαν προς τον πρεσβευτή της στην Κωνσταντινούπολη Μπώλεϋ, μετά την επίσκεψη  εκεί του Άγγλου Συνταγματάρχη Έλλιοτ, υπεύθυνο για την οργάνωση του τουρκικού στρατού στην περιοχή της Δράμας. Σημειώνεται ότι για την περιοχή των Σερρών η ίδια ευθύνη είχε ανατεθεί σε Γάλλο αξιωματικό. Οι απαγορεύσεις μετακίνησης του ποιμενάρχη διαδέχονται η μια την άλλη. Ούτε στα θυρανοίξεια του ιερού ναού της διπλανής Χωριστής δεν επιτρέπεται να παραστεί.
Ενημερωμένος υπεύθυνα ο Χρυσόστομος δηλώνει ανήσυχος: “…και αυτοί οι Άγγλοι αξιωματικοί, εις ούς ανετέθη το Μουτεσαριφλίκιον Δράμας, προς τους ταραχοποιούς και τους αντάρτας δολοφόνους διάκεινται συμπαθέστερον παρά προς τον μύρια δεινά υφιστάμενον, αναμένοντα παρά των Ευρωπαίων δικαιοσύνην, φιλήσυχον ελληνορθόδοξον λαόν“.  Και παραπέρα “οι Άγγλοι και οι Γάλλοι αξιωματικοί, οι δρώντες εν τη επαρχία μου, έχουσι μεταβληθεί εις Βουλγάρους πράκτορας, ίνα μη είπω εις Βουλγάρους κομιτατζήδες”. (τ. Α., Σελ. 152)΄. Ειδικότερα αναφερόμενος στον Έλλιοτ γράφει: Ούτος είναι ο τα τόσα πικρά και άδικα και ιοβόλα καθ’ ημών εκτοξεύσας βέλη, ο κατασυκοφαντήσας πάντας ημάς ενταύθα και ιδιαίτατα εμέ μετά του προξένου Καβάλλας, ως συνεργάτας Ελληνικών ανταρτικών συμμοριών..”(ο.π.σελ.165)
Στις 9 Μαΐου 1907 στέλνει ο Μεγάλος Βεζύρης τηλεγράφημα στον Έπαρχο -Διοικητή της Δράμας και τον καλεί να παύσει το Χρυσόστομο και απαγορεύει κάθε σχέση του με επίσημες αρχές και υπηρεσίες, με ταυτόχρονη διαβίβαση και προς το πατριαρχείο, απαιτώντας την άμεση απομάκρυνσή του από τη Δράμα.
Ακολουθούν αιφνιδιαστικές εξονυχιστικές έρευνες στα σπίτια και στη Μητρόπολη της Αλιστράτης, τη βιβλιοθήκη, το Γραφείο των δασκάλων  και τα ατομικά κιβώτιά τους.  Το Ιούλιο παραβιάζεται το άσυλο και γίνεται απροειδοποίητα έρευνα στα σπίτια των 7 προκρίτων και εφόρων της Δράμας.
Η κατάσταση επιδεινώνεται ανεπανόρθωτα στα μέσα Αύγουστο, όταν οι Τούρκοι κατάσχουν όλα τα έγγραφα που είχε ο  Μητροπολίτης με ημερομηνίες από πρώτη Ιανουαρίου μέχρι 14 Αυγούστου 1907. Ο Δεσπότης χαρακτηρίζει το ατύχημα “μέγα και δεινόν”. Οι τουρκικές αρχές ισχυρίζονται ότι έχουν τώρα στα χέρια τους ατράνταχτα ενοχοποιητικά στοιχεία. Τον Οκτώβριο του 1907 εγκαταλείπει τη Δράμα με προορισμό την πατρίδα του Τρίγλια της Βιθυνίας.
Ακολουθεί η ανατροπή του Σουλτάν Χαμίτ και χορηγείται αμνηστία που ισχύει και για το Χρυσόστομο.
Τον Αύγουστο του 1908, μετά ένα περίπου χρόνο επιφυλάσσεται συγκλονιστική σε πλήθος και παλμό υποδοχή από τους Έλληνες στη Δράμα.
Το κίνημα στο Γουδί, η επανάσταση της Κρήτης οξύνουν ακόμη περισσότερο τις σχέσεις Υψηλής Πύλης και Αθήνας. Δεν είναι άσχετη με την εχθρότητα προς το Χρυσόστομο και ο αποκλεισμός του ελληνορθόδοξου υποψηφίου από τις εκλογές το Σεπτέμβριο του 1908.
Είχε αποδείξεις ο Δεσπότης Δράμας ότι οι Νεότουρκοι υποστήριζαν τον αρχηγό του ένοπλου κινήματος του Βούλγαρου Σαντάνσκι που εκπροσωπούσε την  πτέρυγα της ΕΜΕΟ και τρομοκρατούσε τον ελληνικό πληθυσμό με πυρπολήσεις σπιτιών, ληστείες, δολοφονίες και εκτελέσεις στελεχών Μακεδονομάχων και αλλά και αθώων άμαχων.
Στις 11 Μαρτίου 1910 εκλέγεται ομόφωνα Μητροπολίτης Σμύρνης. Θα τον υποδεχτεί η πόλη με τιμές αρχηγού κράτους και θα αγαπηθεί αφάνταστα από το ποίμνιό του και θα συνεχίσει τη γνωστή του τραγική πορεία προς την αιωνιότητα.
Έχει ιδιαίτερη σημασία για την περίσταση η αποτύπωση της εθνικοθρησκευτικής σύνθεσης του πληθυσμού της περιοχής στο Σατζάκι (Νομό) Δράμας στις αρχές του 20ού αιώνα.
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΡΑΜΑΣ
Μουσουλμάνοι               124.850
Ελληνορθόδοξοι              32.178
Εξαρχικοί                           4.195
Βλαχόφωνοι                          125
Εβραίοι                              2.176
ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΠΟΓΡΑΦΗ 1893
ΚΑΖΑ ΔΡΑΜΑΣ
Μουσουλμάνοι                        49.171
Ελληνορθόδοξοι            3.258
ΚΑΖΑ ΖΙΧΝΗΣ
Μουσουλμάνοι                7.228
Ελληνορθόδοξοι              21.804
Βούλγαροι                      4.451
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
19-3-1907 στο Σατζάκι ΔΡΑΜΑΣ
Τούρκοι                         125.690
Χριστιανοί                       40.594
(από αυτούς Έλληνες Ορθ.              35.954
Βούλγαροι  Εξαρχ.                  4.640
ΘΑΣΟΣ
Έλληνες                           5.000
ΣΥΝΟΛΟ
Έλληνες                         50.954
Βούλγαροι                        4.640
Σύνολο: Μουσουμ. 48.095, Ελληνορθ.33.055 και Βούλγ. 6.680 κάτοικοι
Γενικό σύνολο: 87.750 κ.
Από το πλήθος των ποιητικών ύμνων που αφιερώθηκαν στη μνήμη του εθνοϊερομάρτυρα , παραθέτουμε ελάχιστες πολύτιμες ρυθμικές σταλαγματιές:
Μάταια η Σμύρνη αναζητά το σκυλεμένο σου κορμί
Με μοιρολόγια σκάβοντας της Ιωνίας το χώμα.
Ελπιδοφόρος φοίνικας η φλογερή σου ψυχή
Λυτρωτικά φτερούγισε προς το γαλάζιο δώμα.
(Νίκος Τουτουντζάκης)
————–
Τέτοιος βωμός, μακαριστέ, το μνήμα που σου υψώνει
και στο χαμό και πάντα ορθή και αχάλαστη η πατρίδα.
πίστη κι αγάπη, Ελλάδα, Θεός! Και τρίσβαθο το χιόνι
βλάστησης καρπερότερης μας φέρνει την Ελπίδα.
(Κωστής Παλαμάς)
“Χαίρε, σποριά της λευτεριάς και σύμβολο αγώνων,
δε θα ξεβάψει η λησμονιά, το πέρασμα αιώνων”
(Διον. Μουστογιάννης)
“Άφοβος, ανδριωμένος
για την πίστη και το γένος.
Βροντή κάνει τη λαλιά του
και πετά με τον αϊτό
που ραγιάδων βογγητό
τον ξυπνά μεσ’ τη φωλιά του”
(Γ. Σουρής)
Η Δράμα τίμησε το Μητροπολίτη εθνικό αγωνιστή και ιερομάρτυρα Χρυσόστομο Καλαφάτη με την ανέγερση στη μνήμη του ανδριάντα του γλύπτη Κ. Δημητριάδη, στο χώρο των Εκπαιδευτηρίων. Και για το σεβασμό και την αγάπη του κτίστηκε και ο φερώνυμος ιερός ναός με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη κ. Παύλου και του Συλλόγου Μικρασιατών Δράμας.
Έτσι, ένας άνθρωπος με την πνευματική του ικανότητα, την ηρωική του στάση στον αγώνες του Έθνους και με το θεϊκό του φως χαράχτηκε στις καρδιές των Ελλήνων και πέρασε στην αγιότητα.
Μικρή απόδειξη η ελάχιστη αυτή προσπάθεια στο πλαίσιο των εκδηλώσεων μνήμης της Δράμας και της περιοχής για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωσή της.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
* Βακαλόπουλος Α., Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908) ως κορυφαία φάση αγώνων, εκδ. ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1985
* Βακαλόπουλος Κ., Ο Βόρειος Ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνα (1878-1894), Θεσσαλονίκη 1983
* Βακαλόπουλος Κ., Η μακεδονία στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα (1894-19ο4), εκδ.Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 1989
* Βακαλόπουλος Κ., Ο ένοπλος αγώνας στην Μακεδονία (1904-1908), εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 1999
* Βασιλείου Ευάγγ. Β. , Ο Εθνομάρτυρας –Άγιος Μητροπολίτης Δράμας –Σμύρνης Χρυσόστομος, εκδ. Δήμου Δράμας –Δ.Ε.Κ.ΠΟ.Τ.Α.Α, Δράμα 2001
* Γύπαρη Π., Οι πρωτοπόροι του Μακεδονικού Αγώνος (1903-1909), Αθήναι 1969
* Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα γεγονότα στη Θράκη (1904-1908), εκδ. ΓΕΣ, Αθήνα 1979
* Δραγούμη Ι., Μαρτύρων και ηρώων αίμα, Αθήναι 1914
* Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ), Ο Μακεδονικός Αγώνας, Θεσσαλονίκη 1984
* Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ), Πρακτικά Συμποσίου μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1987
*  Κακούλη-Τζινίκου Αθ., Η Μακεδόνισσα στο θρύλο και στην Ιστορία, Θεσσαλονίκη 1986
* Κανελλόπουλος Π., Το ιστορικό νόημα του Μακεδονικού Αγώνα, εκδ. Φίλων του Μακεδονικού Αγώνα, Αθήνα 1984
* Λαούρδας Β., Το Ελληνικόν Γενικόν Προξενείον Θεσσαλονίκης (1903-1908), Θεσσαλονίκη 1961
* Λαούρδα Β., Ο Μακεδονικός Αγών, Θεσσαλονίκη 1962
* Μάντακα Γ., Κρήτες Μακεδονομάχοι (1903-1912), Χανιά 1997
* Μεταλλινού Αγγ., Πάνθεοων των Μακεδόνων Αγωνιστών, Θεσσαλονίκη 1959
* Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Οι απαρχές του Μακεδονικού Αγώνα (1903-1904), συλλογικό έργο, Θεσσαλονίκη 1996
* Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου Βαλληδρά, Ασματική Ακολουθία του Αγίου Ιερομάρτυρος Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου Σμύρνης (+1922), εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ν. Σμύρνης 1993
* Παπαδημητρίου Ρ., Η Εκκλησία στον Μακεδονικό Αγώνα, εκδ. Αποστολικής Διακονίας Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1991
* Πασχαλίδης Β., Δραμινοί μαχητές του Μακεδονικού Αγώνα, στην εφημ. Πρωινός Τύπος Δράμας, Ιούνιος 2007
*Συλλογικό έργο, Ιστορία του Μακεδονικού Αγώνα μέσα από τα έγγραφα περί της εν Μακεδονία οδυνηράς καταστάσεως, εκδ. Αφων Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1993
* Συλλογικό έργο, Μακεδονικός Αγώνας, διαλέξεις για τα80 χρόνια, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1986
* Τσελεπίδη Τηλέμαχου, Ο αγωνιστής αρματολός Νικοτσάρας, στην εφημ. Νεάπολις 27-28 Απριλ. 2006
Πηγή: yaunatakabara.blogspot.gr

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012


Ευάγγελος Στ. Πονηρός, Εκατό χρόνια από τη θυσία του εθνικού μας ήρωα ποιητή Λορέντζου Μαβίλη


Στίς 28 Νοεμβρίου 1912 σκοτώθηκε στο Δρίσκο της Ηπείρου ο Κερκυραίος ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, ο οποίος είχε λάβει μέρος στον πόλεμο ως λοχαγός του εθελοντικού ιταλικού στρατιωτικού σώματος των γαριβαλδινών. Ο ποιητής γεννήθηκε το 1860 στην Ιθάκη, αλλά έζησε τα περισσότερα χρόνια του στην Κέρκυρα. Ήταν τέκνο του δικαστικού Παύλου Μαβίλη και της Ιωάννας Καποδίστρια Σούφη, ανηψιάς του κυβερνήτη. Σπούδασε στη Γερμανία, στο Μόναχο και στο Φράϊμπουρκ, κλασική φιλολογία, αρχαιολογία, φιλοσοφία και σανσκριτικά.
Ήταν τότε η εποχή, όπου οι Έλληνες πατριώτες δεν ήταν σπάνιοι, όπου η προδοσία δεν εθεωρείτο πρόοδος, όπου οι λέξεις«Ελλάδα»,«πατρίδα», «πατριωτισμός», «έθνος» δεν ήταν απαγορευμένες, η εποχή όπου δεν τολμούσαν οι δήθεν διεθνιστές και κοσμοπολίτες να σε χλευάσουν αν δήλωνες Έλληνας. Τώρα το πράττουν, και μάλιστα στην Ελληνική γλώσσα, την οποία δεν έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν, αφού περιφρονούν και απεχθάνονται καθετί ελληνικό.
Ας επιστρέψουμε όμως στη ζωή, το έργο και τη θυσία του ανεπανάληπτου αυτού Έλληνα:Η φλόγα του πατριωτισμού που έκαιγε μέσα του, τον οδήγησε να πολεμήσει άλλες δύο φορές για την ελευθερία των υπόδουλων περιοχών της ελληνικής πατρίδας: στην Κρήτη το 1896 και στην Ήπειρο το 1897, όπου και τραυματίσθηκε. Το 1910 εκλέχθηκε βουλευτής Κερκύρας. Στον λόγο του για το γλωσσικό ζήτημα στην αναθεωρητική βουλή του 1911 υποστήριξε με πάθος τη δημοτική μορφή της Ελληνικής γλώσσας. Το έργο του είναι κυρίως ποιητικό αλλά και μεταφραστικό, ιδιαιτέρως δε καλλιέργησε το ποιητικό είδος του σονέτου. Έχει παρατηρηθεί, ότι την ποιητική του φήμη δεν οφείλει στην έκταση του έργου του, αλλά στην ποιότητά του.
Κατά τη μοιραία μάχη του Δρίσκου ο ίδιος ο αρχηγός του σώματος των γαριβαλδινών συμβούλευσε υποχώρηση. Όμως, στο πολεμικό συμβούλιο ο Μαβίλης αντιτάχθηκε με όλες του τις δυνάμεις στην πρόταση αυτή. Έτσι αποφασίσθηκε να συνεχισθεί η επίθεση. Κατά τη διάρκειά της, κι ενώ προχωρούσε άφοβος προς την κορυφή του βουνού, ένα βόλι του διαπέρασε το πρόσωπο. Τον μετέφεραν σ  ένα εξωκκλήσι του Δρίσκου, όπου είχε στηθεί ένα πρόχειρο νοσοκομείο, όμως εκεί ένα δεύτερο βόλι τον βρήκε στο πρόσωπο και πάλι. Ήταν πενηνταδύο ετών, όταν θυσιάσθηκε για την Ελλάδα – γι  αὐτό που αγαπούσε πάνω απ  ὅλα. Τα τελευταία του λόγια λένε πως ήταν: «Επερίμενα πολλές τιμές από τούτον τον πόλεμο, αλλά όχι και την τιμή να θυσιάσω τη ζωή μου για την Ελλάδα μου».Θυσιάσθηκε, αλλ  ἡ θυσία του δεν πήγε χαμένη, η λευτεριά άπλωσε τα φτερά της πάνω από  την Ήπειρο και τη Μακεδονία. Τιμώντας την εκατοστή επέτειο της μνήμης του έξοχου αυτού Έλληνα, ας θυμηθούμε ένα από τα αριστουργηματικά ποιήματά του:
ΠΑΤΡΙΔΑ
Μάννα μου Ελλάδα, τι δεν είσαι τώρα
Σαν πρώτα ορθή, ψηλή, στεφανωμένη
Με δάφνες, τι δεν είσαι με τα δώρα
Της αθάνατης Νίκης στολισμένη;
Αχ! πότε θάρθη, πότε θάρθη η ώρα
Να ματαστράψη η όψη σου η σβυμένη
Και την ερημωμένη σου τη χώρα
Μ  ἐλπίδα να φωτίσης, ω αντρειωμένη;
Πατρίδα μου, σηκώσου. Ας λάμψη πάλι
Στον αιθέρα ψηλά το μέτωπό σου,
Και της Ελευτεριάς θε να προβάλη
Η μέρα και το θείο πρόσωπό σου
Θα λάμπη σαν τον ήλιο της. Μεγάλη
Θα γίνης κι αλλοιά τότε στον εχτρό σου.

Πηγή: aktines.blogspot.gr