Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013


Νικηφόρος Βρεττάκος: ο Απόστολος της αγάπης


Νικηφόρος Βρεττάκος- ο Απόστολος της αγάπηςjpgκ. Χαράς Τυπάλδου – Αντωνίου, φιλολόγου
Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω όπως ένα
ρυακάκι που μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα
στους γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω αγγέλους, θα τους
μιλήσω ελληνικά, επειδή
δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε
μεταξύ τους με μουσική.

Ν. Βρεττάκου: «Η ελληνική γλώσσα».

Συμπληρώνονται φέτος εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή και πεζογράφου Νικηφόρου Βρεττάκου, ο οποίος γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά του χρόνια στις Κροκεές της Λακωνίας.
Μία επαρχία «πνευματικά άνυδρη» δεν εμπόδισε ωστόσο το μικρό αγόρι να αρχίσει να γράφει ποιήματα, χωρίς ακόμη να καταλαβαίνει τι ήταν αυτό που ήθελε να κάνει.
Σε ηλικία δέκα ετών έγραφε με κάρβουνο στίχους πάνω στα παντζούρια του σπιτιού του. «Ο Νικηφόρος μουντζουρώνει τα παντζούρια», φώναζε η μικρότερη αδερφή του. «Ας’ τον να μουντζουρώνει», ήταν η απάντηση του καλού πατέρα. Στο βορινό παράθυρο της σάλας πίσω άπ’ το παραθυρόφυλλο ειχε γράψει:

Αυτά εγώ τα έγραφα την
έκτην Ιουλίου
ώρα επτά που βράδιαζεν
με δύσιν του ηλίου.

Ο χρόνος σκούπισε προσεκτικά αυτούς τους απλοϊκούς στίχους, έμεινε μόνο η χρονολογία, χαραγμένη όπως ήταν μ’ ένα μικρό σουγιά: «1922». Αποτέλεσαν όμως, όπως αποδείχτηκε, την απαρχή της μοίρας του.
Εμφανίζεται στα γράμματα το 1929 σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών, με την πρωτόλεια ποιητική συλλογή «Κάτω από σκιές και φώτα». Την ίδια εποχή η οικογένειά του, οικονομικά κατεστραμμένη, αναγκάζεται να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Λόγω των οικονομικών δυσχερειών δε σπούδασε στο Πανεπιστήμιο, αλλά σταδιοδρόμησε ως δημόσιος υπάλληλος. Αρχίζουν τα δύσκολα χρόνια για τον ποιητή. «Η ζωή με σφυροκοπούσε, ένιωθα σά να ‘φυγα από την πολιτεία και να ‘ρθα στην ερημιά. Ένιωθα σαν το χαμένο καράβι στο πέλαγος», έχει πει. Δουλεύει σκληρά, αλλάζοντας πολλών ειδών επαγγέλματα, κυρίως μετά το 1945 οπότε απολύθηκε από το Δημόσιο. Από εργάτης σε εργοστάσιο μέχρι υπάλληλος στην Ένωση Εκτελωνιστών, εργάζεται σ’ ένα ανήλιο χαμηλοτάβανο μεσοπάτωμα, πάντοτε με το φως του ηλεκτρικού, προσπαθώντας να κλείσει τους λογαριασμούς με τους οποίους δεν ειχε ποτέ καλή σχέση. Ο πενιχρός μισθός του τον υποχρέωνε συχνά να χρεώνεται μικροποσά που σπάνια είχε τη δυνατότητα να επιστρέψει. Σ’ αυτό το διάστημα συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά της εποχής γράφοντας άρθρα, κυρίως πολιτιστικά.
Μετά το 1967 δεν υποχωρεί στον πειρασμό του επικούρειου «λάθε βιώσας» αλλά δίνει μάχη με σκόρπια ποιήματα και μανιφέστα. Αυτοεξορίζεται πρώτα στην Ελβετία και κατόπιν στην Ιταλία όπου μία πολύμηνη ασθένεια τον καθηλώνει σε νοσοκομείο του Παλέρμο. Το 1974 επιστρέφει στην Ελλάδα. Από τότε ξαναγυρίζει συχνά στη γενέθλια γή του, στην Πλούμιτσα, ένα αετοχώρι του Ταϋγέτου κοντά στις Κροκεές. «Εκεί με βλέπει η χλόη, με ακούει το χώμα, γνωρίζω τρεις λέξεις ανέμου», γράφει στο ποίημά του «Επιστροφές». Ήταν φαίνεται γραφτό να αφήσει εκεί και την τελευταία του πνοή μέσα στις μυρωδιές του βουνού που τραγούδησε και αγάπησε όσο άλλος κανείς, προκαλώντας μεγάλη συγκίνηση στους συμπατριώτες του που τόσο τον τιμούσαν και αγαπούσαν. «Κατέβηκε στη σιγή των αιώνων» στις 4 Αυγούστου 1991 χτυπημένος από οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο, νωρίς το πρωί της Κυριακής. Τάφηκε στην αγαπημένη του Πλούμιτσα.
Ο Ν. Βρεττάκος πέρασε μία ζωή πλούσια σε δοκιμασίες και αγώνες, πλούσια σε δημιουργία και ποίηση. Ειχε κερδίσει την αγάπη του κόσμου και την αναγνώριση των ειδικών. Τιμήθηκε με δύο Κρατικά βραβεία (1941 και 1956). Το 1976 τιμήθηκε με το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ στις 10 Φεβρουαρίου 1988 «εισήλθε» στο Ανώτατο Πνευματικό Ίδρυμα της χώρας, στην Ακαδημία Αθηνών. Τα συναισθήματα που του προκάλεσε η ύπατη αυτή εκλογή του παρέμειναν απλά, ανθρώπινα, μετρημένα. Μόνο συγκίνηση. «Η Ακαδημία είναι ένα ορόσημο, το τέλος μιας πολύ δύσκολης εποχής. Ούτε το προγραμμάτισα, ούτε το σκέφτηκα ποτέ», έλεγε. Και το μόνο το οποίο τον απασχολούσε ήταν πως να μην απομακρυνθούν από κοντά του οι απλοί άνθρωποι, την επαφή με τους οποίους ειχε πάντα ανάγκη. Όμως επίσης τον απασχολούσε και το να φανεί χρήσιμος στην εσωτερική αναβάθμιση του ανώτατου Πνευματικού Ιδρύματος της χώρας.

Αν δε ‘μου δίνες την ποίηση,
Κύριε,
δε θα’ χα τίποτα
για να ζήσω.
Αυτά τα χωράφια
δε θα’ ταν δικά μου.

Λοιπόν πως σου φαίνονται;
Είδες
τα στάχυα μου, Κύριε;
Είδες τ’ αμπέλια μου;
Είδες τι όμορφα που πέφτει
το φως
στις γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι έχω ακόμη καιρό.
Δεν ξεχέρσωσα
όλο το χώρο μου, Κύριε.

Ωστόσο δεν ξοδεύω
τον ήλιο σου άδικα.
Δεν πετώ ουτε ψίχουλο
απ’ ό,τι μου δίνεις

Ν. Βρεττάκου:
Αν μου δίνες την ποίηση, Κύριε

Ο Ν. Βρεττάκος διένυσε την απόσταση από την ορεινή Πλούμιτσα μέχρι την Αθήνα, από την ιδιότητα του κακοπληρωμένου γραφιά σ’ ένα ανήλιαγο γραφείο στον Πειραιά μέχρι την αίγλη του Ακαδημαϊκού, χωρίς καθόλου να αλλάξει. Η πίστη του στον άνθρωπο, στο θείο, στην ποίηση, στην ειρήνη, η στράτευσή του σε αγώνες κοινωνικούς, ηθικούς, εθνικούς, σφυρηλατήθηκαν με την πάροδο των χρόνων. Έγιναν ρυτίδες στο γαλήνιο και ευγενικό πρόσωπό του. Στίχοι γεμάτοι φως, με λόγο διαυγή, κατανοητό, έτοιμοι λες να τραγουδηθούν από έφηβους που έχουν ανάγκη στηρίγματος και αισιοδοξίας, Η ποίηση ήταν γι’ αυτόν από την αρχή «λόγος που απευθύνεται στον άλλο άνθρωπο». Χωρίς αγωνιώδεις αισθητικές αναζητήσεις, μακριά από συρμούς, ο Ν. Βρεττάκος πίστευε στην καθημερινότητα του ποιητικού λόγου, στο «να μιλήσουμε απλά» του Γιώργου Σεφέρη. Τα έργα του ποτέ δεν έβαλαν φραγμό, ερμητικότητα, στον αμύητο αναγνώστη. Στο κείμενό του «Εξομολόγηση στον αναγνώστη» γραμμένο το 1964 ως προλογικό σημείωμα σε μία εκλογή ποιημάτων γράφει: «Στην ποίηση αυτή, λοιπόν από σιγά σιγά και χωρίς να το καταλάβω, έδωσα την ψυχή μου. Και χωρίς να είμαι βέβαιος ότι είμαι ποιητής, ξέρω τώρα πως δεν είμαι τίποτα άλλο».

Κύριε, περισσεύουν
τα πολλά σου αστέρια.
Γνοιάστηκες για πολλά
λουλούδια κι’ έφτιαξες
τον ήλιο και το φεγγάρι.
Και μές στο νερό
έβαλες, Κύριε, πολύ φως.
Δεν χρειάζονταν όλα.
Σκέφτηκες ίσως
πως ο κόσμος σου
δε θα φωτίζονταν απ’ αλλού
και σκόρπισες
και ασώτεψες.
Δεν υπολόγισες την αγάπη.

Ν. Βρεττάκου: Απ’το παράθυρο

Παρά το γεγονός ότι η βιωματική του πορεία τον ανάγκασε να συνειδητοποιήσει από πολύ ενωρίς τη σκληρή και ανελέητη πραγματικότητα, παρά το γεγονός ότι τα εφηβικά του όνειρα διαψεύστηκαν, ο ποιητής δεν χάνει την πίστη του στον άνθρωπο. Αγκαλιάζει με συμπάθεια και αγάπη τους ανθρώπους και την ίδια τη ζωή την οποία δέχεται ως «μέγα καλό και πρώτο». Συγκινείται από τις καθημερινές μικροχαρές και λύπες και προσεγγίζει τη ζωή των απλών ανθρώπων σαν κάτι το ιδεώδες, εξωραΐζοντάς τους στη φαντασία του. Έτσι γεφυρώνεται το χάσμα ανάμεσα στην αγάπη και στη διαμαρτυρία και έτσι οι δύο αυτές αντιθετικές τάσεις εξισορροπούνται στη διαλεκτική σχέση μύθου -πραγματικότητας. Η απαισιοδοξία ως διέξοδος, η απόγνωση και η διαμαρτυρία (πολλές φορές δικαιολογημένη) μετασχηματίζονται τελικά σ’ ένα γαλήνιο ανθρωπισμό. Η αγάπη για τη φύση ως πηγή ομορφιάς και αισιοδοξίας και η καθολική αγάπη που αγκαλιάζει όλο τον κόσμο φαίνεται εν τέλει να κυριαρχεί. Με λυρισμό και εικόνες λαϊκής παράδοσης, με μετρική απλότητα και συγκινησιακή αμεσότητα ο ποιητής δηλώνει «ακόμη ο κόσμος είναι όμορφος».
Κατά το Μάριο Βίτι, κριτικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, η διαμαρτυρία εναντίον της αδικίας βοήθησε τον ποιητή να ξεπεράσει την κατάθλιψη και να ανακαλύψει την ομορφιά της φύσης, να γίνει ο απόστολος της αγάπης μέσα σε μία ανθρωπότητα βασανισμένη και ο ειρηνιστής που θα παρηγορήσει τους συνανθρώπους του ανάμεσα σε λαούς που αλληλοσπαράσσονται.
Οι ποιητικές του δημιουργίες αριθμούνται σε δεκάδες. Αλλά και ως πεζογράφος ο Ν. Βρεττάκος εμφανίζεται βαθυστόχαστα προβληματισμένος έχοντας συναίσθηση του χρέους του συγγραφέα και της πολιτικοκοινωνικής ευθύνης που φέρει απέναντι στα γεγονότα. Με φραστική σαφήνεια και ενίοτε με τη χρήση αυτοβιογραφικών στοιχείων μας εκθέτει τους προβληματισμούς και τις σκέψεις του, μένοντας πιστός στις αρχές και τα ιδανικά του. Δραστηριοποιήθηκε αξιόλογα επίσης και ως κριτικός λογοτεχνικών έργων. Ξεχωρίζει η εμπεριστατωμένη μελέτη του για το έργο του Ν Γ Καζαντζάκη.
Ο λόγος του ήταν γι’ αυτόν άρρηκτα δεμένος με την εθνική αλήθεια και είχε βαθιά συνείδηση του χρέους των πνευματικών ανθρώπων να στρατευτούν στη σωτηρία του ψυχισμού της Ελλάδας. «Άξιο διάδοχο» των εθνικών μας ποιητών τον αποκάλεσε ο Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Γιώργος Μερίκας. Και ειχε δίκιο.

«Προσπαθώ όσο γίνεται να ξεπεράσω τη ματαιοδοξία. Πάντως το ότι όταν θα φύγουμε άπ’ αυτόν τον κόσμο δεν θα χάσει τίποτα το Σύμπαν το λαμπρό, όπως λέει ο Β. Ουγκώ, αυτό είναι βέβαιο»

Ν. Βρεττάκος.

Πηγή: Τριμηνιαίο ορθόδοξο χριστιανικό περιοδικό «Η Φανερωμένη», τ. 9ο, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2012

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013


Το ξεθωριασμένο φουστάνι


Μία γυναίκα που φορούσε ένα ξεθωριασμένο καρό φουστάνι με το σύζυγό της, ντυμένο με ένα φτωχικό κοστούμι, κατέβηκαν από το τρένο στη Βοστώνη και κατευθύνθηκαν προς το γραφείο του προέδρου του Πανεπιστημίου Harvard. Δεν είχαν ραντεβού.
stanford1Η γραμματέας μπορούσε να καταλάβει από την πρώτη στιγμή ότι τέτοιοι επαρχιώτες δεν είχαν καμία δουλειά στο Harvard.
“Θα θέλαμε να δούμε να δούμε τον πρόεδρο” είπε ο άντρας με χαμηλή φωνή.
“Θα είναι απασχολημένος όλη μέρα” απάντησε η γραμματέας κοφτά.
“Θα περιμένουμε” απήντησε η γυναίκα.
Για ώρες η γραμματέας τους αγνοούσε, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα απογοητευτούν και θα φύγουν.
Καθώς όμως είδε ότι δεν έφευγαν, η γραμματέας αποφάσισε να ενοχλήσει τον πρόεδρο, παρόλο που δεν το ήθελε με τίποτα.
“Ίσως αν τους δείτε για ένα λεπτό, να φύγουν” του είπε!
Εκείνος αναστέναξε με αγανάκτηση και έγνεψε θετικά. Κάποιος τόσο σημαντικός όσο αυτός σίγουρα δεν είχε το χρόνο να δέχεται ανθρώπους ντυμένους με ξεθωριασμένα καρό φουστάνια και φτωχικά κοστούμια. Ο πρόεδρος στράφηκε προς το ζευγάρι με ύφος βλοσυρό και αλαζονικό.
Η γυναίκα του είπε “Είχαμε έναν γιο που φοίτησε στο Πανεπιστήμιό σας για ένα χρόνο. Το αγαπούσε και ήταν πολύ ευτυχισμένος εδώ. Αλλά δυστυχώς πριν από ένα χρόνο σκοτώθηκε απρόσμενα. Ο άντρας μου και εγώ θα θέλαμε να χτίσουμε ένα μνημείο για αυτόν στο χώρο του Πανεπιστημίου.”
Ο πρόεδρος δεν συγκινήθηκε καθόλου. Αντιθέτως εκνευρίστηκε.
“Κυρία μου” απάντησε με αναίδεια “δεν μπορούμε να βάζουμε αγάλματα για κάθε άνθρωπο που φοίτησε στο Harvard και πέθανε. Αν το κάναμε, τότε αυτό το μέρος θα έμοιαζε με νεκροταφείο.”
“Όχι” απάντησε γρήγορα η γυναίκα, “δεν θέλουμε να στήσουμε ένα άγαλμα.
Σκεφτήκαμε να δωρίσουμε ένα κτίριο στο Harvard.”
Ο πρόεδρος γύρισε τα μάτια του. Έριξε μία ματιά στο ξεθωριασμένο καρό φουστάνι και το φτωχικό κοστούμι και φώναξε: “Ένα κτίριο! Έχετε ιδέα πόσο κοστίζει ένα κτίριο; Έχουμε περισσότερα από επτάμισι εκατομμύρια δολάρια σε κτίρια εδώ στο Harvard.”
Για μία στιγμή η γυναίκα έμεινε σιωπηρή. Ο πρόεδρος χαμογέλασε χαιρέκακα.
Ίσως ήρθε η ώρα να τους ξεφορτωθεί. Η γυναίκα στράφηκε προς τον άντρα της και είπε ήρεμα:
“Μόνο τόσα χρειάζονται για να φτιάξει κανείς ένα πανεπιστήμιο; Γιατί δεν φτιάχνουμε το δικό μας τότε;”
Ο σύζυγος έγνεψε θετικά. Το πρόσωπο του προέδρου κιτρίνισε και καταλήφθηκε από σύγχυση.
Ο κύριος και η κυρία Leland Stanford σηκώθηκαν όρθιοι και βγήκαν έξω.
Ταξίδεψαν μέχρι το Palo Alto στην Καλιφόρνια όπου ίδρυσαν το Πανεπιστήμιο που φέρει το όνομά τους, το Πανεπιστήμιο Stanford, στη μνήμη ενός γιού τον οποίο το Harvard είχε ξεχάσει.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013


Το μανιφέστο της χαρούμενης παιδικής ηλικίας

Από: Ελένη Χαδιαράκου |
shutterstock_6142507.limghandlerΣχολείο, φροντιστήρια, κολυμβητήριο, χορός.. Στην προσπάθεια να τα χωρέσουμε όλα στο πρόγραμμα τελικά καταφέραμε να δημιουργήσουμε μια γενιά από κουρασμένα παιδιά! Μήπως να ρίχναμε λίγο τους ρυθμούς;
Στο βιβλίο του, το «Μανιφέστο της χαρούμενης παιδικής ηλικίας», ο συγγραφέας Καρλ Ονορέ μάς προτρέπει να σώσουμε την παιδική ηλικία από τις υπερβολές του 21ου αιώνα, υπενθυμίζοντας μας τα προτερήματα του slow downing.
«Τα παιδιά είναι ευτυχισμένα όταν είναι απασχολημένα με δραστηριότητες που αγαπούν, αλλά η υπερβολική δραστηριότητα μπορεί να τα κάνει δυστυχισμένα», λέει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Καρλ Ονορέ στο Μανιφέστο της χαρούμενης παιδικής ηλικίας, που έχει μεταφραστεί σε 16 γλώσσες και έχει ήδη γίνει ύμνος του «κινήματος των χαλαρών γονιών».
Για το συγγραφέα, χαλαρός γονιός δεν είναι ο αργός γονιός, είναι εκείνος που καταφέρνει να φέρει αποτέλεσμα στο σωστό χρόνο και με τη σωστή ταχύτητα. Εκείνος που επιλέγει την ποιότητα, την αληθινή και ανθρώπινη επικοινωνία από τις υπερβολικές κοινωνικές σχέσεις.
Για τον Ονορέ, οι χαλαροί γονείς είναι οι ισορροπημένοι γονείς.
Τα παιδιά τους οφείλουν να αγωνιστούν, να πιεστούν για να μάθουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παίρνουν μέρος σε αγώνα ταχύτητας. Οι χαλαροί γονείς, είναι εκείνοι που δίνουν στα παιδιά τους χρόνο και χώρο για να εξερευνήσουν τον κόσμο με τους δικούς τους όρους.
Χαλαροί, αλλά με όρια
Αν και θιασώτης της χαλαρής αντιμετώπισης, ο Καρλ Ονορέ επιμένει πολύ στα όρια. Το «όχι» δεν κάνει ποτέ κακό στα παιδιά. Πολλές φορές οι γονείς διαθέτουν χρόνο, χρήμα κι ενέργεια, ώστε το παιδί να φτιάξει ένα καταπληκτικό βιογραφικό, αλλά είναι μαλθακοί στο θέμα της πειθαρχίας. Είναι πιο εύκολο να λέμε «ναι» σε άλλη μία ώρα Nintendo ή σε ένα ασυγύριστο δωμάτιο. Όμως, τα παιδιά χρειάζονται και πειθαρχία και σταθερότητα. Ο σταθερός έλεγχος, που δεν περιορίζει τις ευκαιρίες για πειραματισμό και επιτρέπει την αυθόρμητη έκφραση, σχετίζεται με την ανεξαρτησία του παιδιού. Πειθαρχία σημαίνει διδασκαλία, όχι τιμωρία. Η σταθερή πειθαρχία που αφορά σημαντικά ζητήματα δεν αποτελεί απειλή για την προσωπικότητα του παιδιού, ίσα-ίσα, είναι μέρος της πορείας του προς την αυτογνωσία.
Οι βασικές αρχές για μια χαρούμενη παιδική ηλικία
Ακούστε και παρατηρήστε τα παιδιά σας. Ένα παιδί δεν είναι εργασιακό πλάνο ή προϊόν, αλλά ούτε τρόπαιο, αγώνας ταχύτητας ή έργο τέχνης. Ένα παιδί είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα, που ετοιμάζεται να πρωταγωνιστήσει στη δική του ζωή.
Μην τα επιβαρύνετε με τις δικές σας προσδοκίες. Πολλές φορές, εξηγεί ο Ονορέ, κάτω από ένα πιεστικό πρόγραμμα κρύβονται οι υπερβολικές γονεϊκές προσδοκίες. Τα κρατάμε απασχολημένα για να μην μπλέξουν με κακές παρέες, τα κλείνουμε στο σπίτι για να μην κρυολογήσουν ή χτυπήσουν, τα τρέχουμε στην πισίνα επειδή εμείς δεν μάθαμε ποτέ κολύμπι. Γιατί θα πρέπει κοινωνικά να κάνουμε ό,τι και οι άλλοι; Αν απλά αφήναμε τα παιδιά μας να ανακαλύψουν ποια είναι, χωρίς να τους επιβάλλουμε να γίνουν όπως εμείς θέλουμε; Θα είναι ωραίο να «κοιτούν πίσω» και να θυμούνται μια χαρούμενη παιδική ηλικία.
Δώστε τους ελεύθερο χρόνο. Στην τέλεια εικόνα μιας ισορροπημένης παιδικής ηλικίας, θα έπρεπε το παιδί, αφού ασχοληθεί με το σχολείο του και κάνει τα μαθήματά του, να έχει αρκετό ελεύθερο χρόνο για να παίξει. Όμως, για πολλά παιδιά της εποχής μας η εικόνα αυτή είναι ένα άπιαστο όνειρο, αφού οι εξωσχολικές δραστηριότητες τούς στερούν τον ελεύθερο χρόνο. Τα παιδιά δεν εκφράζουν την ακούρασή τους με λόγια. Τη δείχνουν «όντας αλλού» κατά τη διάρκεια του μαθήματος, είτε αυτό είναι στο σχολείο είτε εκτός αυτού. Βλέπουμε πολλές φορές τα παιδιά να γίνονται αδιάφορα ακόμα και για δραστηριότητες που τους αρέσουν, π.χ. αθλητικές ή καλλιτεχνικές. Τα κουρασμένα παιδιά δεν καταλαβαίνουν, δεν προσπαθούν, δεν σκέφτονται…Αποτέλεσμα; Να μην αναπτύσσουν καμιά σχέση ευχαρίστησης με τη γνώση, η τον αθλητισμό.
Προτρέψτε τα να παίξουν. Το παιχνίδι δεν απελευθερώνει μόνο ενέργεια, αλλά τα βοηθά να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους. Το παιχνίδι, μάλιστα, στη φύση είναι ιδιαίτερα βοηθητικό για να αποκτήσουν μια εικόνα του κινδύνου. Μία από τις πρωταρχικές λειτουργίες του παιχνιδιού είναι η προπαρασκευή του παιδιού για την ενηλικίωση. Το καλό παιχνίδι θέτει τις βάσεις για την άρτια ανάπτυξη του παιδιού και καλύπτει ένα μεγάλο εύρος ικανοτήτων, όπως αισθητικές, κινητικές, νοητικές και κοινωνικές. Και βέβαια δεν πρέπει ποτέ να παραβλέπουμε το σημαντικότερο σκοπό αυτής της δραστηριότητας που λέγεται παιχνίδι: την ευχαρίστηση του παιδιού.
Μάθετέ τους να ρισκάρουν. Είναι πολύ δύσκολο για ένα γονιό να αφήσει το παιδί του να εκτεθεί σε κινδύνους. Όταν, όμως, η κατάσταση είναι ελεγχόμενη, το ρίσκο μπορεί να του διδάξει πολλά. Αν δεν το αφήσετε να πέσει, πώς θα ξανασηκωθεί;
Εκπαιδεύστε τα να αγαπούν τη φύση. Αφήστε το παιδί να παίξει στον κήπο, με τα χώματα στο πάρκο, φυτέψτε μαζί του ένα λουλούδι στο μπαλκόνι, παρακινήστε το για έναν Κυριακάτικο περίπατο, εκπαιδεύστε το ώστε να αναγνωρίζει τα φυτά και τα δέντρα. Μην κλείνετε το παιδί στο σπίτι. Αναμφίβολα οι καιροί έχουν αλλάξει και το να αφήνουμε τα παιδιά ελεύθερα να παίζουν έξω εγκυμονεί κινδύνους. Με το να εγκλωβίζονται όμως στο σπίτι, στερούνται πολλά. Εκμεταλλευτείτε τα πάρκα ή τις πλατείες της γειτονιάς σας. Ξαπλώστε παρέα κάτω από ένα δέντρο και απλώς αφουγκραστείτε τους ήχους. Αφήστε στην άκρη φράσεις του τύπου «Θα λερώσεις τα ρούχα σου» (πάρτε μία δεύτερη αλλαξιά μαζί σας) ή «Μην τρέχεις, θα χτυπήσεις» (και ένα φαρμακείο χρειάζεται). Δώστε του τη δυνατότητα να διασκεδάσει και διασκεδάστε κι εσείς μαζί του. Έτσι, όλοι θα ανυπομονείτε για την επόμενη βόλτα σας, εκδρομή ή ταξίδι.
Περιορίστε την τηλεόραση. Με την τηλεόραση, δεν υπάρχει αλληλεπίδραση. Ένα άτομο παρακολουθεί να συμβαίνουν πράγματα έξω από αυτό. Αν δεν μπορείτε να του τη στερήσετε, προσπαθήστε να παρακολουθείτε κάποιες εκπομπές μαζί του, να του εξηγείτε τι συμβαίνει. Μην το αφήνετε να παρακολουθεί ανεξέλεγκτα διαφημίσεις ή εκπομπές για ενηλίκους.
Καθίστε μαζί στο τραπέζι. Μια πρόσφατη έρευνα που πραγματοποιήθηκε από τα βρετανικά Πανεπιστήμια του Έσεξ και της Οξφόρδης, σε 40.000 οικογένειες, κατέληξε πως τα παιδιά που μεγαλώνουν σε παραδοσιακές και ευτυχισμένες οικογένειες, έχοντας κοντά τους και τους δύο γονείς τους και τρώγοντας τακτικά μαζί τους, είναι πιθανότερο να έχουν αργότερα ευτυχισμένες ζωές. Συμπέρασμα; Τα παιδιά, περισσότερο από οποιαδήποτε δραστηριότητα, χρειάζονται την οικογενειακή εστία. Και περισσότερο από το στίβο και το εργαστήρι δημιουργικής απασχόλησης, χρειάζονται χρόνο με τους γονείς τους.
Με τη συνεργασία της Μαρίας Σκαπέρα (Μ.Ed. ψυχοπαιδαδωγός – εκπαιδευτική σύμβουλος
Πηγή: imommy.gr 

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Αποφθέγματα Οδυσσέα Ελύτη

Τα τρία Τ της επιτυχίας: Ταλέντο, Τόλμη, Τύχη.



Το άπειρο υπάρχει για μας όπως η γλώσσα για τον κωφάλαλο.



Όταν ακούς «τάξη», ανθρωπινό κρέας μυρίζει

Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.


Την αλήθεια την «φτιάχνει» κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα




Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.



Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά



Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει.



Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη.



Η λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε.



Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία…
άρεσε σε 33


Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ‘τανε αληθινή σωτηρία
άρεσε σε 19


Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό.
Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας.



Φτασμένες οι προλήψεις σε μια καθαρότητα μαθηματική, μας οδηγούν στη βαθύτερη γνώση του κόσμου.



Για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από τη γη.



Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις,
όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.




Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει



Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ’χει από μιας αρχής δοθεί;





Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα, μόνον μέσ’ από τα καθάρια νερά της μοναξιάς· κι η μοναξιά της πένας είναι από τις πιο μεγάλες.





Το «κενό» υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του.




Ο Νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει



Την μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σωπαίνεις. Δε λες: αυτό που κάνω είναι κελαηδητό!



Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι.



Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος».



Ο τρομοκράτης είναι ο άξεστος των θαυμάτων

Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα.



Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!


Άχνα βασιλικού πάνω απ’ το σγουρό εφηβαίο.




Χίλιοι δυο παραφυλάνε σε κοιτάν και δεν μιλάνε.
Είσαι σήμερα μονάρχης κι ώσαμ’ αύριο δεν υπάρχεις.



Ένα σώμα γυμνό είναι η μοναδική προέκταση της νοητής γραμμής που μας ενώνει με το μυστήριο 



Έχω κάτι να πω διάφανο και ακατάληπτο
Σαν κελαηδητό σε ώρα πολέμου




Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ.



Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά. Κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά.



Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα
Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.




Πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου, άνθρωπε· δώσε της διάρκεια· μπορείς!



Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη -
Μα πού γύριζες




Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως.
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί,
Γυναίκα




Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική.
Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.

(από το "Άξιον Εστί")



Έχοντας ερωτευτεί και κατοικήσει αιώνες μες στη θάλασσα έμαθα γραφή και ανάγνωση.



Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δε σε ξέρει.



Όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.




Ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο
Φαγωμένο από το λάδι και το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς




Νυν η ταπείνωση των Θεών
Νυν η σποδός του Ανθρώπου
Νυν Νυν το μηδέν
και Αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!

(Οι τελευταίοι στίχοι του «Άξιον εστί»)



Μακριά, μέσα στ’ απώτατα βάθη του Αμνού, ο πόλεμος συνεχίζεται

Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες

Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα.
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή.


Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε
Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!


Πρόσεχε να προφέρεις καθαρά τη λέξη θάλασσα
έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια
Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο θεός

Πηγή : http://www.gnomikologikon.gr/authquotes.php?auth=18#ixzz2K3vJGSVH


Πηγή : http://www.gnomikologikon.gr/authquotes.php?auth=18#ixzz2K3uopWSx

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Παρουσίαση του βιβλίου μου "Τα Βιβλία που αγάπησα" στη Λεμεσό


«Τα Βιβλία που αγάπησα»

Η παρουσίαση του βιβλίου μου στη Λεμεσό έγινε την Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου, ημέρα των γραμμάτων, στις 7:30 μ.μ. στο φιλόξενο Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου.

Την όλη εκδήλωση διοργάνωσαν το Λύκειο Ελληνίδων Αμμοχώστου και η ΟΕΛΜΕΚ Λεμεσού, ενώ η κ. Αλεξάνδρα Γαλανού την έθεσε υπό την αιγίδα της, γι’ αυτό και την ευχαριστώ από καρδιάς.
Η αίθουσα ήταν κατάμεστη από φίλες και φίλους από την Αμμόχωστο, τη Λεμεσό και, κυρίως, από το Λευκόνοικο. Χάρηκα ιδιαιτέρως από την  παρουσία του Επαρχιακού Επιθεωρητή Μέσης Εκπαίδευσης Λεμεσού, φίλου Κώστα Γεωργιάδη, του θεολόγου κ. Σταύρου Ολύμπιου, του ξαδέλφου μου Ανδρέα Καραγιάννη, διευθυντικού στελέχους της Τράπεζας Κύπρου στη Λεμεσό, καθώς και πολλών άλλων καλών μου φίλων.

 
Με ευαισθητοποίησε ιδιαίτερα η παρουσία της κ. Πόπης και του κ. Μιχάλη, γονέων των διδύμων της τραγωδίας στο Μαρί, που μου χάρισαν το τραγούδι που ερμηνεύει η Ελένη Δήμου «Δίδυμα Όνειρα» για τους Μίλτο και Χρίστο. 


Η όλη ατμόσφαιρα ήταν πολύ φορτισμένη, γι’ αυτό ευχαριστώ θερμότατα την κ. Κλαίρη Αγγελίδου, που παρουσίασε το βιβλίο μου με πολύ συναίσθημα κι άφησε να ξεχειλίσει η αγάπη της για μένα, 
τις φίλες συναδέλφους φιλολόγους Βαλεντίνα Σαλτέ και Αλεξία Γεωργιάδου για την παραστατική και ζωντανή ανάγνωση των αποσπασμάτων του βιβλίου μου, 
και τη χορωδία του Δήμου Αμμοχώστου για τα όμορφα τραγούδια της με τα οποία έντυσε την εκδήλωση.

Τι να πω, όμως, για την αγαπημένη μου φιλόλογο, στην οποία, όπως και σε όλους τους δασκάλους και καθηγητές μου, χρωστώ «το ευ ζην μου», την κ. Κούλα Παρασκευά από το Λευκόνοικο, για τα τόσο γλυκά της λόγια για μένα, λόγια καρδιάς, και τις αναμνήσεις της από την παιδική μου ηλικία;

Για όλους αυτούς τους ανθρώπους που με τίμησαν με την παρουσία τους, πέραν από τις ευχαριστίες μου, ετοίμασα κι ένα μικρό αντίδωρο αγάπης, ένα «power point» με πρόσφατες φωτογραφίες από την πόλη και την επαρχία μας, μαζί με ένα μπουκέτο κυκλάμινα από την Καντάρα. Επίσης, ετοίμασα με πολλή αγάπη, την παραδοσιακή «τσιπόπιτα» που έγινε ανάρπαστη.



Η έκπληξη της όλης εκδήλωσης ήταν ένα τετράδιο που έφεραν στην κ. Αγγελίδου από το Λύκειο Ελληνίδων, όπου η μ. Μαρία Ιωάννου, ιδρύτρια του Λυκείου, έγραφε τα πρώτα μέλη.
Σ΄ αυτές τις παρουσιάσεις του βιβλίου μου, νιώθω μεγάλη συγκίνηση και βιώνω άπειρη αγάπη από τους δικούς μου ανθρώπους, τους οποίους και ευγνωμονώ. Δεν παραλείπω, δε, κάθε φορά, να ευχαριστήσω τις καλές μου φίλες μ. Μαίρη Κοντογιάννη και την κ. Αλέκα  Γράβαρη Πρέκα, παραγωγούς του προγράμματος του ΡΙΚ «Εμείς κι ο κόσμος μας», όπου παρουσίαζα αυτά τα βιβλία, από το 1981 ως το 1992, όπως και την πολύ καλή μου φίλη κ. Κίκα Ολυμπίου, από την οποία πήρα τη σκυτάλη στην παρουσίαση των βιβλίων στο ραδιόφωνο, που έγινε ένα είδος μέντορά μου.
Ταυτόχρονα, ευχαριστίες εκφράζω και προς τους δυο Λυκειάρχες μου της τότε εποχής, τον μ. Θεοδόση Νικολάου και τον κ. Γαβριήλ Μηνά, που με διευκόλυναν με το πρόγραμμα για να πηγαίνω στο ΡΙΚ για τις ηχογραφήσεις των παρουσιάσεών μου.
Αναντίλεκτα, η εκδήλωση στη Λεμεσό ήταν ολόγιομη από γλυκά συναισθήματα και μας ταξίδεψε σε βιβλία και τόπους αγαπημένους. Ευχαριστώ όλους και όλες που ταξίδεψαν μαζί μου.


Ομιλία στον Δήμο Λευκονοίκου

Μαρία Πυλιώτου

Καλή μου Μαρούλα,

Θεωρώ μεγάλη μου τιμή να μιλήσω για σένα ως άνθρωπο και ως λογοτέχνη. Θυμάμαι, μικρούλα στο Λευκόνοικο που σε διάβαζα στην Παιδική Χαρά και καμάρωνα που ήσουν χωριανή μας και αδελφή του φίλου του παπά μου. Αργότερα, σαν τέλειωσα τις σπουδές μου, ένα βράδυ μετά από μια διάλεξη, ήρθα και σου συστήθηκα, κι από τότε με σκλάβωσε η γλυκύτητα της καρδιάς σου και η αρχοντιά της ψυχής σου.  

Η Μαρία Πυλιώτου, αγαπητοί μου φίλοι, με την προσφορά της στη λογοτεχνία και τις τιμητικές της διακρίσεις, με κορωνίδα τη βράβευσή της από την Ακαδημία Αθηνών, το ανώτατο πνευματικό Ίδρυμα της Ελλάδας, τίμησε και τον εαυτό της και την Κύπρο μας, αλλά και την κωμόπολή μας.

Η Μαρία Πυλιώτου, ως συγγραφέας παιδικών παραμυθιών, είναι μια σύγχρονη παραμυθού, που οι ήρωές της είναι τα ζώα που μέσω αυτών μεταδίδει τις αξίες του παναθρώπινου πολιτισμού,  όπως ο σεβασμός και στο πιο ποταπό πλάσμα της φύσης, η πίστη στον εαυτό μας, η ελευθερία, η αγάπη, η αξία των στόχων στη ζωή μας, η ανεκτικότητα, η αποδοχή της διαφορετικότητας, τα αγνά και ανιδιοτελή συναισθήματα, η επικοινωνία, η θέληση για ζωή, τα ολέθρια αποτελέσματα του πολέμου  κ.α.

Τέτοια παραμύθια είναι η «Αρβύλα που’ γινε βαρκούλα», η «Πεταλούδα με τα πράσινα φτερά», το «10 και 10 και άλλα δέκα πρόβατα». Ακόμη, «Το άγαλμα που πετούσε στο όνειρό του», «Ο σκύλος που έχασε την ουρά του», «Το ταξίδι του Γλάρου» κ.α.


Η Μαρούλα Πυλιώτου, ως εκπαιδευτικός της δημοτικής που γνωρίζει πολύ καλά την ψυχοσύνθεση των παιδιών, με τη γλυκύτητά της και την αμεσότητά της αγγίζει την ευαίσθητη παιδική ψυχή και ενσταλάζει  μέσα της το απόσταγμα της ευαισθησίας της μαζί με τα μηνύματά της με τα οποία θέλει να γαλουχήσει τους αυριανούς πολίτες, για να έχουν αυτοπεποίθηση, ήθος, ενσυναίσθηση, ανοικτούς ορίζοντες, πνευματική καλλιέργεια και αυτονομία.

Ταυτόχρονα, η συγγραφέας θέλει να ταξιδέψει τα παιδιά μας στον κόσμο της φαντασίας και του ονείρου, για να ξεφύγουν από την πεζή και σκληρή καθημερινότητα του κόσμου που τα περιβάλλει, με μια απλή και λιτή γλώσσα, χωρίς φτιασιδώματα, με μια μοναδική διακειμενικότητα.

Επιπρόσθετα, η Μαρία Πυλιώτου είναι γνωστό ότι εμπνέεται από την Κύπρο, διακρίνεται για το κυπριακό ήθος, επιθυμεί να καλλιεργήσει στα παιδιά την αγάπη για τη σκλάβα γη μας, την πίστη στον Νόστο και παράλληλα προσπαθεί να καλλιεργήσει την ιδέα της φιλίας μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Αυτό φαίνεται μέσα από τις συλλογές διηγημάτων της, «Χαρούμενοι Χαρταετοί» και «Καλημέρα Μαργαρίτα», και μια νουβέλα, «Οι Λύκοι και η Κοκκινοσκουφίτσα».


Κυρίως, όμως, φαίνεται στα πέντε μυθιστορήματά της που εκδόθηκαν ή επανεκδόθηκαν στην Αθήνα από γνωστούς εκδοτικούς οίκους, από το 1979 ως το 1997, με τους τίτλους, «Το κάστρο μας», «Τα δέντρα που τρέχουν», «Τα παιδιά του ήλιου», «Το ασημένιο καπνιστήρι» και «Τζιαφέρ Γιασίντ Αλή: Μικρή Ερωτική Ιστορία».

Αξιοσημείωτο είναι ότι τα τελευταία χρόνια η λογοτέχνις στρέφεται και σε έργα φαντασίας, ενώ στα τρία τελευταία της μυθιστορήματα ασχολείται με θέματα που απασχολούν όλους τους ανθρώπους και τους νέους: «Λεώνη», «Περιπέτεια στο Βοτανόκηπο» και το τελευταίο της «Μ’ αγαπάς; Σ’ αγαπώ».

Αξίζει, νομίζω, να τονίσουμε ότι ως κυπροκεντρική συγγραφέας η Μαρία Πυλιώτου στέλλει μηνύματα στα παιδιά για τα προβλήματα που απασχολούν το νησί μας και τους καλλιεργεί την αγάπη για τους ανθρώπους και τη φύση. Οι ήρωές της είναι ολοκληρωμένοι και δρουν σε απολύτως ρεαλιστικά πλαίσια, ενώ εγκλείουν μια δυναμική αυθεντικών αξιών. Ταυτόχρονα οι ήρωές της συνεργάζονται και αλληλοβοηθούνται, κυρίως για να ορθοποδήσουν μετά την προσφυγιά, άνκαι η ψυχή τους είναι στην κατεχόμενη γη τους στην οποία θέλουν να επιστρέψουν.

Επιπλέον, με τη ρέουσα γραφή της και την αφηγηματική της δεινότητα συγκαταλέγεται ανάμεσα στους καλύτερους συγγραφείς  της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας. Οι ήρωές της «κάνουν άλματα», όπως θα  έλεγε ο Ελύτης, «πάνω από τη φθορά». Διαπνέονται από έναν παγκόσμιο ουμανισμό δίχως σύνορα. Έτσι, η συγγραφέας μέσα από αληθινές εικόνες καρδιάς δείχνει εθνικούς και διαπολιτισμικούς δρόμους αυτογνωσίας και ατομικής καταξίωσης.

Ταυτόχρονα, κρατάει ανοικτά τις πόρτες της συνείδησης σ’ ένα φιλόξενο σπίτι με αξίες την αγάπη, τον ανθρωπισμό, την ανεξαρτησία, τη ζωντανή μνήμη, την αποδοχή του άλλου.

Μαρούλα μου, σ’ ευχαριστούμε για όσα πρόσφερες μέσα απ’ την καρδιά σου σε μας και στα παιδιά μας, και είμαστε σίγουροι ότι θα συνεχίσεις με την ίδια ζέση και αγάπη να γράφεις ιστορίες και παραμύθια που αγγίζουν την ψυχή μας!

Να σε έχει ο Θεός καλά και σου ευχόμαστε κάθε καλό σε σένα και στην οικογένειά σου.