Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Κεφαλόβρυσος της Κυθρέας

Κυθρέα
«Μες τους αθθούς ολογρονίς 
εν η Τζιυρκά γεμάτη,
σιύφκει τζι ο Πενταδάχτυλος 
που πάνω τζαι φιλά την»
Μ. Πασιαρδής

Πάνε σήμερα και οι αθθοί, χάθηκαν και τα περιβόλια. Όλα ξεράθηκαν. Αγνώριστη η άλλοτε πρασινοντυμένη Κυθρέα. Χάθηκε ο μοναδικός της πλούτος, το θείο δώρο της φύσης. Ο Κεφαλόβρυσος!
Κεφαλόβρυσο της Κυθρέας
Η μεγαλύτερη πηγή νερού της Κύπρου, σε υψόμετρο 264 μέτρων περίπου, στην οποία χρωστούσε η κωμόπολη της Κυθρέας την ευημερία της.





Σήμερα στέρεψε. Έκαναν διάτρηση οι Τούρκοι και πήραν το νερό αλλού. Χιλιάδες χρόνια έτρεχε το νερό και έδινε ζωή στους νερόμυλους της Κυθρέας. Αναζωογονούσε την πεδιάδα της Μεσαορίας.

Αυτή την εικόνα παρουσιάζει σήμερα το κέντρο, όπου άλλοτε έτρεχε ο Κεφαλόβρυσος της Κυθρέας.  Η εξαφάνιση του Κεφαλόβρυσου αποτελεί τη μεγαλύτερη, τη φοβερότερη οικολογική καταστροφή που συντελέστηκε στην Κύπρο, λόγω της τουρκικής εισβολής.



Στο δυτικό μέρος της αυλής τα δέντρα μεγάλωσαν.



Έτσι ήταν κάποτε. 
Καθόμασταν στο καφενεδάκι, και το νερό έτρεχε άφθονο και δροσερό προς τα κάτω.


"Η παράδοση ήθελε τον Κεφαλόβρυσο να πηγάζει από τα βουνά της Μικράς Ασίας. Σύμφωνα με το μύθο, τρεχάτο νερό κάπου στην Καραμανιά παρέσυρε άππο με ελιές που άνηκε σε ζητιάνο. Μερικές εβδομάδες αργότερα ο ζητιάνος ήρθε στην Κύπρο. Καθ’ οδό προς τη Λευκωσία σταμάτησε στον Κεφαλόβρυσο. Προς μεγάλη του έκπληξη, κοιτάζοντας προς τη βότα, είδε το νερό να φέρνει «άππο» που τον αναγνώρισε σαν το δικό του".

 

"Τώρα πλέον είναι επιστημονικά παραδεκτό ότι το νερό της πηγής προέρχεται από μεγάλες υπόγειες δεξαμενές της περιοχής. Οι δεξαμενές αυτές έχουν σχηματιστεί πάνω σε αργιλώδες υπέδαφος, αδιαπέραστο από το νερό. Τα ασβεστολιθικά πετρώματα που καλύπτουν ολόκληρη την οροσειρά του Πενταδακτύλου έχουν μεγάλη απορροφητική ικανότητα και ο εμπλουτισμός των δεξαμενών γίνεται από τη βροχόπτωση.

Από ένα σπήλαιο, κάτω από τις υπώρειες του Πενταδάκτυλου, αναβλύζει τα γάργαρα και κρυστάλλινα νερά του, ο Κεφαλόβρυσος Κυθραίας. Ο κεντρικές κορμός της πηγής περιλαμβάνει τρεις βρύσες, που χύνουν με ορμή τα νερά τους, μια από τη δεξιά του πλευρά, μια από την αριστερή και μια στο μέσο. 

Το μεγάλο δώρο του Υψίστου, τον ευλογημένο Κεφαλόβρυσο, οι κάτοικοι της Κυθραίας ονομάζουν «χαμοθεό» (Θεό χάμω στη γη). Στις 29 Ιουνίου κάθε χρόνο γιόρταζαν το «Πάσχα της Βρύσης», μια ειδική γιορτή για ν' αγιαστούν τα νερά του Κεφαλόβρυσου"


"Ιστορικά αναφέρεται ότι, μέρος του νερού του Κεφαλόβρυσου, μεταφερόταν στην αρχαία Σαλαμίνα, τον καιρό που βασίλευε ο ξακουστός βασιλιάς Ευαγόρας. Σαν απόδειξη της μεταφοράς αυτής σώζονται σε διάφορα μέρη, ανατολικά της Κυθραίας, ερείπια του υδραγωγείου που καταστράφηκε κατά τη διάρκεια των Αραβικών επιδρομών στην Κύπρο. Στην τοποθεσία «Σελλάς» βρίσκονται ακόμη και σήμερα, υπολείμματα των χτισμάτων των μεγάλων εκείνων πετραυλάκων, που μαρτυρούν αδιάψευστα τη μεταφορά του νερού στην μακρινή Αμμόχωστο, για την ύδρευση της πόλης".


Επιλογικά, η Κυθρέα ήταν μια από τις πλουσιότερες σε βιοποικιλότητα περιοχές της Κύπρου αλλά και της Ανατολικής Μεσογείου γενικότερα. Ήταν, αναμφίβολα, ένας επίγειος παράδεισος! 



Η ΒΡΥΣΗ
"το δειν της μαυρομάτας μου
τζει που να το δεικλίσει
να σιει νερόν τρεχάμενον
σαν της Τζιρκάς δυνάμενον
εν να το σταματήσει"


Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Αγαπημένο Μερσινίκι (πάνω από το Λευκόνοικο)


Το Μερσινίκι είναι ένα όνομα γλυκό για μένα. 

Η γενέθλια γη μου, το Λευκόνοικο, βρίσκεται καταμεσής του κάμπου της Μεσαορίας, αλλά λίγα λεπτά έξω από την κωμόπολή μας αρχίζουν οι πρόποδες του Πενταδάκτυλού μας. Εκεί βρίσκεται το Μερσινίκι. Στα μισά του δρόμου περίπου για το μπογάζι της Ακανθούς. 
Ο χωματόδρομος προς το Μερσινίκι
Το κτίσμα, όπως ήταν παλιά
Από δω πάνω ερχόταν το αεράκι και μας δρόσιζε στο Λευκόνοικο

"Απορώ πώς συνεννοούνται μαζί του!
Απορώ τι γλώσσα του μιλούν!" Κ. Μόντη
Αγαπημένα κυπαρίσσια, πεύκα, θάμνοι...
Από την Ακανθού και την Αγία Μαρίνα, κατηφορίζουμε τον Πενταδάκτυλο προς την κωμόπολη του Λευκονοίκου, και στο μέσο της διαδρομής, σήμερα τέσσερα με πέντε λεπτά, φτάνουμε στο σημείο που φαίνεται η θάλασσα, το μπογάζι της Ακανθούς, εκεί που χαμηλώνει το βουνό μας και κάνει ένα μικρό κοίλωμα. Εκεί ακριβώς, υπάρχει ένα πλάτωμα, και στα αριστερά ένας χωματόδρομος  μάς φέρνει στο αγαπημένο μας Μερσινίκι!
Πνεύμονας πρασίνου

Σήμερα χώρος για πικ-νικ
Αυτή την Κυριακή δεν υπήρχε κανείς

Ο τετράποδος φίλος μας, μάς κοιτά με απορία
Ριγά η ψυχή μας στη θύμηση του ήρωα Μιχαλάκη Μακρίδη, γιου του μ.βουλευτή Νίκου Μακρίδη, που χάθηκε εδώ άδικα κατά τη διάρκεια της τουρκανταρσίας του 1963-64. Ήταν μαθητής της Ε' τάξης του Γυμνασίου Λευκονοίκου. Εδώ πάνω ήταν φυλάκιο της κυπριακής εθνοφρουράς, και οι μαθητές μας ήταν εθελοντές για να μας προστατεύουν από οποιανδήποτε απειλή.

Ήρεμο και γλυκό το βουνό μας πίσω από τα δέντρα

Βουνοκορφή του Πενταδάκτυλου

Δεν μπορώ να το πιστέψω πως χάσαμε αυτόν τον επίγειο παράδεισο
Καθώς πέφτουν οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου...

Πόσο δίκαιο είχε ο μεγάλος μας ποιητής Κώστας Μόντης!
"Μούντζωσέ μας, Πενταδάκτυλε ακριβέ, έτσι π' αφήσαμε τόσο άφρονα να τουρκοπατηθείς!"


"Ελάτε τώρα! Έχω δει σαν εσάς, έχουν δει τα μάτια μου σαν εσάς!" Κ. Μόντη
Αυτό το δάσος είναι πέντε λεπτά από το Λευκόνοικό μας!
Ανάσα δροσιάς στην κάψα του καλοκαιριού

Από το 1964-1967 εδώ πάνω ήταν στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ.
Η μανία των κατακτητών τα χάλασε όλα.


Οι θύμησες για τις ωραίες εποχές που είχαμε τους αδελφούς μας Έλληνες να φυλάνε τις Θερμοπύλες του Ελληνισμού και νιώθαμε ασφαλείς, μάς πνίγουν.

Ξαναζωντάνεψαν οι μνήμες

Στα χρόνια του Γυμνασίου, στην επέτειο του θανάτου του Μιχαλάκη, πηγαίναμε στο κενοτάφιό του στο Μερσινίκι και καταθέταμε στεφάνι, όπως και σε έναν άλλο μαθητή του Γυμνασίου μας, τον Νίκο Σχοινιού από την Ακανθού, τον αδελφό του αγαπημένου ηθοποιού, που κι αυτός έπεσε στο Μερσινίκι από σφαίρα άλλου στρατιώτη.


Όαση δροσιάς για μας στα χρόνια τα γελαστά του Λευκονοίκου μας
Το μένος των βανδάλων δεν ήταν δυνατόν να αφήσει το μικρό εκκλησάκι του στρατοπέδου
Τα γέρικα πεύκα λύγισαν. Δεν αντέχουν ούτε αυτά το βάρος της κατοχής.
Και πάλι ερείπια...

Φεύγοντας από το Μερσινίκι

Γλυκόπικρες θύμισες των παιδικών μου χρόνων



Ο ήλιος βασίλεψε πίσω από το βουνό. Κι εμείς με βαριά καρδιά αφήσαμε την εξαίσια σκηνογραφία του Μερσινικιού.
Οι δυο αγαπημένοι μου λόφοι έξω από το Λευκόνοικό μου

Άγιοι του Λευκονοίκου μου, κάντε το θαύμα σας! Είμαστε σίγουροι ότι θα γυρίσουμε ξανά στη γη που μας γέννησε και μας ανάστησε. Στη γη που μας ανήκει. Μόνο εκεί αναπαύεται η ψυχή μας. Γιατί εκεί ποθεί να φτάσει. Αυτή είναι η δική μας Ιθάκη!








"Ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους, Πενταδάχτυλέ μου,
ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσχισέ τους"

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Παύλος Μελάς: Το 1904 έπεσε στον αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας


8DDE794D7133CE53DC3614945199FAFCΑποτέλεσε υπόδειγμα γενναιότητας και αυταπάρνησης για την απελευθέρωση της πατρίδας στην ελληνική ιστορία

«Βούλγαρος να μη μείνει». Αυτή ήταν η τελευταία φράση του Παύλου Μελά, λίγο πριν ξεψυχήσει στις 13 Οκτωβρίου του 1904, θανάσιμα τραυματισμένος στη μάχη που δόθηκε στη Στάτιστα με Τουρκικό απόσπασμα 150 ανδρών ο ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα Παύλος Μελάς.
Γύρω από το σώμα του νεκρού Π. Μελά εκτυλίχθηκε μια διπλωματική επιχείρηση για την παραλαβή και ενταφιασμό του. Οι Έλληνες δεν ήθελαν να γίνει γνωστό στους Τούρκους ποιος ήταν ο νεκρός, και συγκεκριμένα ότι ήταν Έλληνας αξιωματικός, διότι αυτό θα δημιουργούσε διπλωματική κρίση.
Αρχικά ο νεκρός θάφτηκε από τους χωρικούς έξω από τη Στάτιστα, ενώ οι Τούρκοι δεν γνώριζαν την ταυτότητά του. Αργότερα ο προεστός της Σιάτιστας ονόματι Ντίνας απεσταλμένος της ελληνικής πλευράς (πιθανώς του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη ή του οπλαρχηγού Κύρου) επιχείρησε να ξεθάψει και να μεταφέρει αλλού τον νεκρό. Στο μεταξύ όμως ο θάνατος του Μελά είχε μαθευτεί στην Αθήνα και η Τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα ειδοποίησε τις Τουρκικές Αρχές της Θεσσαλονίκης να βρουν το πτώμα ώστε να το χρησιμοποιήσουν ως απόδειξη της Ελληνικής επέμβασης σε Τουρκική επικράτεια. Έτσι, ενώ ο Ντίνας έκανε την εκταφή εμφανίστηκε Τουρκικός στρατός. Τότε έκοψε βιαστικά το κεφάλι του νεκρού και έφυγε.
Το κεφάλι τάφηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ναού της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Πισοδέρι ενώ οι Τούρκοι πήραν το ακέφαλο σώμα και το πήγαν στην Καστοριά για αναγνώριση. Ο Γερμανός Καραβαγγέλης, που γνώριζε τα πάντα, κινητοποίησε τη νεολαία της Καστοριάς που περικύκλωσε το Διοικητήριο και απαιτούσε να τους δοθεί το σώμα “κάποιου Ζέζα” που ήταν Έλληνας. Ο Μητροπολίτης, προειδοποιώντας ότι μπορεί να συμβούν ταραχές που θα έβλαπταν την ειρηνική συμβίωση Τούρκων και Ελλήνων κατάφερε να του δοθεί το σώμα το οποίο και τάφηκε στο παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών κοντά στο Μητροπολιτικό Μέγαρο Καστοριάς. Ο Παύλος Μελάς αποτέλεσε υπόδειγμα γενναιότητας και αυταπάρνησης για την απελευθέρωση της πατρίδας στην ελληνική ιστορία.
Μετά το θάνατο του η δράση των Ελληνικών δυνάμεων έγινε πιο έντονη, περιορίζοντας τη δράση των Βούλγαρων κομιτατζήδων, και επιτυγχάνοντας την ένωση Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας με την Ελλάδα.
Σήμερα, το όνομα του Παύλου Μελά φέρει προς τιμή του το χωριό Στάτιστα ενώ πλήθος προτομών του στολίζουν πλατείες πόλεων μεταξύ των οποίων στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, την Κοζάνη και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Στη Θεσσαλονίκη, μετά το πρόγραμμα Καλλικράτης, οι τρεις δήμοι “Σταυρουπόλεως, Πολίχνης, Ευκαρπίας” ενώθηκαν σε ένα δήμο με την ονομασία Παύλος Μελάς.
Ο Παύλος Μελάς θεωρείται σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα, και πολλά προσωπικά του αντικείμενα εκτίθενται τώρα στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Θεσσαλονίκης και στο μουσείο Παύλος Μελάς στην Καστοριά.
Γεννήθηκε στη Μασσαλία της Νότιας Γαλλίας . Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Παρακάλαμο Πωγωνίου της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων. Μετά τη μετακίνηση της οικογένειας στην Αθήνα, σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων απ’ όπου αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού το 1891. Φέροντας τύψεις για την έκβαση του πολέμου του 1897 συμμετείχε από τους πρώτους στο ιδρυθέν το 1900 Μακεδονικό κομιτάτο για την εμψύχωση του απογοητευμένου ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας και σε αντίδραση στη δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων.
Έτσι από τον Φεβρουάριο του 1904 ο Παύλος Μελάς έσπευσε με άλλους τρεις αξιωματικούς, τους Α. Κοντούλη, Α. Παπούλα και Γ. Κολοκοτρώνη, προς επιτόπια μελέτη της κατάστασης. Αποτυγχάνοντας σε εκείνη την πρώτη προσπάθεια, επανήλθε τον Ιούλιο του ίδιου έτους οπότε και εισήλθε στη Μακεδονία ως ζωέμπορος με το όνομα “Πέτρος Δέδες”. Μετά 20ήμερη παραμονή συναντήθηκε με τον Λάμπρο Κορομηλά στη Θεσσαλονίκη ανταλλάσσοντας σκέψεις για ανάληψη επιχειρήσεων και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα.
Στις 18 Αυγούστου όταν όλα ήταν έτοιμα κατά το σχέδιο ο Παύλος Μελάς με το επιχειρησιακό όνομα Καπετάν Μίκης Ζέζας, επικεφαλής σώματος εκ 35 μόλις ανδρών, που το αποτελούσαν Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρητικοί, ανέλαβε την αρχηγία του Μακεδονικού αγώνα ενάντια στους Βούλγαρους και εισήλθε ένοπλα στα Μακεδονικά εδάφη με την εντολή να ασκεί καθήκοντα αρχηγού και στις μικρότερες ομάδες που δρούσαν εν τω μεταξύ στη περιφέρειες Μοναστηρίου και Καστοριάς. Πληροφορηθέντες οι Τούρκοι από διάφορους καταδότες περί της εισόδου και της δράσης του Παύλου Μελά έθεσαν προς καταδίωξή του πολυάριθμο τουρκικό απόσπασμα.
Παρά τις συνεχείς διώξεις του Οθωμανικού στρατού ο Παύλος Μελάς άρχισε ν΄ αποδεκατίζει τις βουλγαρικές ομάδες με βάση τα χωριά Λιγκοβάνη και Λίχυβο. Όμως στις 13 Οκτωβρίου 1904 βρισκόμενος στη Στάτιστα και προδομένος από την βουλγάρικη συμμορία του Μήτρου Βλάχου περικυκλώθηκε από Τουρκικό απόσπασμα 150 ανδρών. Μετά από δίωρη λυσσαλέα μάχη διέταξε αιφνίδια έξοδο τεθείς επικεφαλής των ανδρών του. Στην επιχείρηση αυτή τραυματίσθηκε θανάσιμα στην οσφυϊκή χώρα και πέθανε μετά από μισή ώρα στα χέρια του φίλου του, Γεώργιο Στρατινάκη.
Εις μνήμην του   Σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα
Του Νίκου Ι. Κωστάρα
 20131012-205447
«Ενός ανδρός το αίμα αν ποτίσει το χώμα της Μακεδονίας, θα ξυπνήσουν οι κοιμώμενοι, θα εγκαρδιωθώσιν οι τρομοκρατηθέντες, θα φυτρώσωσιν επί της γης εκδικηταί και σωτήρες». Αυτά πίστευε ο πρωτεργάτης του Μακεδονικού Αγώνα και με το αίμα του πότισε και ανέστησε το δέντρο του αγώνα στην Μακεδονία με την αναβίωση του κλεφταρματολισμού.
​Και πράγματι ο ηρωικός θάνατος του ανθυπολοχαγού Παύλου Μελά στις 13 Οκτωβρίου 1904 στα Στάτιτσα – σημερινό χωριό Μελάς – της περιοχής Καστοριάς, ήταν ένα γεγονός που συγκλόνισε τους Έλληνες και συνέγειρε τον Ελληνισμό. Κατά τις τελευταίες
δεκαετίες η ημερομηνία αυτή έχει καθιερωθεί να τιμάται ως η συμβολική ημέρα ενάρξεως του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908). Φέτος οι εορτασμοί αποκτούν μεγαλύτερη λαμπρότητα διότι έχει περάσει ένας αιώνας. Και είναι υποχρέωσή μας να θυμόμαστε και να τιμούμε αυτούς που αγωνίστηκαν για την ελευθερία των ελληνικών εδαφών. Διότι λαός που δεν τιμά τους μαχητές της ελευθερίας είναι καταδικασμένος να ξαναχάσει αυτή την πολύτιμη ελευθερία.
​Τότε από κάθε γωνιά της Ελληνικής γης άρχισαν να καταφθάνουν στη Μακεδονία γενναίοι άνδρες, που έγιναν δεκτοί από τους Μακεδόνες καπεταναίους με ενθουσιασμό. «Ποτέ στην ιστορία του Ελληνισμού τόσοι λίγοι δεν προσέφεραν τόσο πολλά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα» θα τονίσει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος για εκείνο τον Μακεδονικό Αγώνα.
​Το Έθνος έπλασε τους ήρωές του και τους προίκισε με τα γνωρίσματα της προτιμήσεώς του. Αποδέκτης και συνεχιστής αυτής της παραδόσεως υπήρξε και ο Παύλος Μελάς. Νέος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, γόνος «καλής» οικογενείας των Αθηνών. Γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στη Μασαλία. Ήταν γιος του Μιχαήλ και της Ελένης, κόρης του Κεφαλλονίτη μεγαλεμπόρου Βουτσινά από την Οδησσό. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1891. Από τα φοιτητικά του χρόνια αναμείχθηκε στο Εθνικό Κίνημα, που είχε υψώσει τη σημαία της απελευθέρωσης των σκλάβων αδελφών. Από το 1894 έγινε βασικό στέλεχος της Εθνικής Εταιρείας και αγωνίστηκε για την διάδοση των σκοπών της. Πήρε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ως ανθυπολοχαγός, υπό τον συνταγματάρχη Ζορμπά.
Ο Μακεδονικός Αγώνας, που ουσιαστικά είχε αρχίσει το 1899, θα πάρει δραματικό χαρακτήρα το 1903-1904 όταν οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες διεκδικούσαν την Μακεδονία και ο αγώνας τους στράφηκε κατά των Ελλήνων. Στην Αθήνα το κίνημα του αλυτρωτισμού ζωντανεύει σε νέα πια βάση: πρέπει να αντιμετωπισθεί ο βουλγαρικός κίνδυνος. Ο Παύλος Μελάς πρωτοστατεί σ’ αυτήν την κίνηση. Η γυναίκα του Ναταλία το γένος Δραγούμη, είναι Μακεδόνισσα. Γυναικαδελφός του ο Ίων Δραγούμης, η ακοίμητη συνείδηση της εποχής του. Παύλος και Ίων μοιράζονται την ίδια αγάπη για την πατρίδα.
​Στις πρώτες ελληνικές αντάρτικες ομάδες στη Μακεδονία, άρχισε η κινητοποίηση αποστολής εθελοντών από την Ελλάδα. Ο Παύλος Μελάς απέβη η ψυχή αυτής της κίνησης. Οι τρεις έξοδοί του στη Μακεδονία έχουν περάσει στη σφαίρα του θρύλου.
​Οι λοχαγοί Αναστάσιος Παπούλας και Αλέξανδρος Κοντούλης και οι ανθυπολοχαγοί Γεώργιος Κολοκοτρώνης και Παύλος Μελάς μπαίνουν μυστικά για πρώτη φορά στη Μακεδονία τον Φεβρουάριο του 1904 για να μελετήσουν την κατάσταση και να υποδείξουν πρακτικά μέτρα. Όμως τίθενται σύντομα στο στόχαστρο των Τούρκων και εξαναγκάζονται να αποχωρήσουν. Για δεύτερη φορά επιστρέφει τον Ιούλιο ως δήθεν ζωέμπορος Πέτρος Δέδες και για τρίτη φορά, κάνοντας χρήσιν της αδείας του, σταλμένος όμως επίσημα από το Μακεδονικό Κομιτάτο της Αθήνας «εξήλθεν εις Μακεδονίαν χωρίς να εννοηθή υπό των ημετέρων και τουρκικών αρχών. Εκεί συναντήθη μετά ενόπλου σώματος Ελλήνων Μακεδόνων, του οποίου μέλη ήσαν Κρήτες και Κύπριοι και Μακεδόνες και το οποίον αναγνωρίσαν τας υπερόχους αρετάς του τον ανεκήρυξεν αρχηγόν λαβόντα το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας. (Μίκης είναι το όνομα του μικρού του υιού, Ζέζε δε αλβανιστί μαύρος).
​Περνά τα σύνορα από τη μεριά της Κοζάνης με σώμα 35 ανδρών τη νύχτα της 27ης προς 28 Αυγούστου 1904. Από την είσοδό του στη Μακεδονία στο σύντομο διάστημα που μεσολάβησε ως το θάνατό του, φρόντισε να οργανώσει την τοπική άμυνα και να ενισχύσει το φρόνημα των κατοίκων. Προσπάθησε να εκφοβίσει τους Βουλγάρους και να επαναφέρει στο Πατριαρχείο πληθυσμούς που από φόβο είχαν προσχωρήσει στην Εξαρχία. Ήταν ουσιαστικός αρχηγός όλων των αντάρτικων σωμάτων που δρούσαν στις περιφέρειες Μοναστηρίου και Καστοριάς.
​Ο αγώνας του τερματίστηκε στο χωριό Στάτιτσα. Η συμμορία των Κομιτατζήδων του Μήτρου Βλάχου τον πρόδωσαν στις τουρκικές αρχές κι ένα τουρκικό απόσπασμα κύκλωσε σύντομα το χωριό. Μετά σύντομη ανταλλαγή πυρών κάποια σφαίρα τον βρήκε στη μέση και πέθανε έπειτα από μισή ώρα. Για να μην πέσει η σορός του καπετάν Μίκη Ζέζα στα χέρια των Τούρκων, οι σύντροφοι τον πήραν μαζί τους, του έκοψαν το κεφάλι για να μην τον αναγνωρίσουν οι Τούρκοι. Τελικά τα οστά του έθαψε ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης το 1907 στη Μητρόπολη της Καστοριάς. Εκεί έμειναν ως το 1950, οπότε μεταφέρθηκαν στο διπλανό παρεκκλήσι των Ταξιαρχών. Από την πρώτη στιγμή ο Παύλος Μελάς τροφοδοτεί όλα τα είδη του γραπτού λόγου. Ο Παπαντωνίου αποκαλεί τον Μελά αϊτό και ο Παλαμάς παλληκάρι: «Στον τόπο που σε πλάγιασε το βόλι, ω παλληκάρι! / πανάλαφρος ο ύπνος σου…» Τον θρύλο, όμως, του Μελά τον διατηρεί και τον γιγαντώνει η λαϊκή μούσα. Δημοτικά άσματα, κυρίως για τον θάνατό του, βρίσκουμε σε όλα τα μήκη και πλάτη του Ελλαδικού χώρου. «Ο μύθος του Παύλου Μελά δηλαδή η αλήθεια του Παύλου Μελά, γιατί ο μύθος είναι η αλήθεια, αυτό μένει όταν ξεχνάμε τα πάντα» γράφει ο Ν. Γ. Πεντζίκης, ενώ ο Μοναστηριώτης Γεώργιος Μόδης – χρονικογράφος του Μακεδονικού αγώνα – τόνισε «Υπήρξε αναμφιβόλος ιδανικός ήρωας, ευγενέστατος άνθρωπος και λαμπρός χριστιανός».
​Ο Παύλος Μελάς άφησε στα 34 χρόνια την τελευταία του πνοή και έγινε ήρωας και σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα. Ο θάνατός του συγκλόνισε την Ελλάδα και στάθηκε αφορμή για την ένταση του Μακεδονικού Αγώνα. Μάλιστα επιγραμματικά ο Ίων Δραγούμης τόνισε: «Ο Μελάς… με τη σπίθα του άναψε στον καθένα, πολλοί που ήταν τυφλοί ως τότε είδαν» Αυτό ισχύει και σήμερα, που πρέπει να γνωρίζουν οι νεώτεροι για να κρατηθεί η συνέχεια της Μακεδονίας και η ιστορική της ταυτότητα.
Πηγές:protothema.grolympia.gr - youtube.com

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Μερσινίκι

Γιατί διάλεξα ως όνομα για το νέο μου ιστολόγιο τη λέξη "mersiniki.blogspot.com";

Τι είναι για μένα το Μερσινίκι;

Λοιπόν, αγαπητοί μου φίλοι, δεν είναι δυνατόν μια πρόσφυγας να επιλέξει άλλο από ένα όνομα οικείο, των παιδικών της χρόνων.

Το Μερσινίκι είναι ένα όνομα γλυκό για μένα. 

Η γενέθλια γη μου, το Λευκόνοικο, βρίσκεται καταμεσής του κάμπου της Μεσαορίας, αλλά λίγα λεπτά έξω από την κωμόπολή μας αρχίζουν οι πρόποδες του Πενταδάκτυλού μας. Εκεί βρίσκεται το Μερσινίκι. Στα μισά του δρόμου περίπου για το μπογάζι της Ακανθούς. Ακριβώς εκεί φαίνεται η θάλασσα του βορρά μας, από το κοίλωμα που κάνει το βουνό. Γιατί αυτό σημαίνει στα τούρκικα η λέξη μπογάζι-bogaz: λαιμός, στενό, πορθμός, δίαυλος.
Η θάλασσα του βορρά

Είναι το θαλασσινό αεράκι που μας μπατσίζει το πρόσωπο.



Είναι η δροσιά που έρχεται από τη θάλασσα. 

Είναι η ανάσα δροσιάς στην κάψα του καλοκαιριού. Κάποια βράδια του καλοκαιριού που δεν αντέχαμε τη ζέστη, ο παπάς μου μας έπαιρνε βόλτα μέχρι το Μερσινίκι για να δροσιστούμε. Τι αίσθημα ανακούφισης ήταν εκείνο, μόλις αναπνέαμε τον καθαρό αναζωογονητικό αέρα του βουνού. Σαν να βρισκόμασταν σε άλλη γη, σε έναν άλλο πλανήτη. Κι ακόμα, από το ανώι μας που ήταν διαμπερές, με δύο παράθυρα και δύο μπαλκόνια, το καλοκαίρι το παράθυρο του βορρά έφερνε το πιο δροσερό αεράκι κατευθείαν από το Μερσινίκι. Και τι δεν θα'δινα για να ξανακοιμόμουν σε αυτό το ανώι!  
Η πεδιάδα της Μεσαορίας
από το Μερσινίκι

Είναι μια όαση αγαπημένη.

Είναι οι θύμησες των παιδικών μου χρόνων, γλυκόπικρες.

Γλυκόπικρες, γιατί εδώ, όσα χρόνια έμεινε η ελληνική μεραρχία στην Κύπρο(1964-1967), κάθε χρόνο, τις παραμονές των Χριστουγέννων, μας έπαιρναν οι δάσκαλοί μας στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ που υπήρχε σ' αυτό το πολύ ειδυλλιακό μέρος, για να κεράσουμε γλυκά, να πάρουμε δώρα και να ψυχαγωγήσουμε με τα παιδικά μας τραγούδια τους τους Έλληνες φαντάρους και τους αξιωματικούς τους που έφτασαν εδώ για να υπερασπιστούν την τιμή και την αξιοπρέπεια της Κύπρου μας, μετά τις διακοινοτικές ταραχές, (την τουρκανταρσία) του 1963. Κι ήταν μεγάλη η χαρά μας και η εθνική συγκίνηση ταυτόχρονα για τούτο το ευτυχές συναπάντημα.  


Κι ύστερα, η ματαίωση και η διάψευση των ελπίδων, σαν αναγκάστηκε η Μεραρχία(10,000 άνδρες) που έστειλε ο Γέρος της Δημοκρατίας, ο Γεώργιος Παπανδρέου, να γυρίσει πίσω στην Ελλάδα, μετά από απαίτηση της Τουρκίας και ασφαλώς των Αμερικανών, που ήδη είχαν εγκαταστήσει τη δικτατορία στην Ελλάδα. Η Μεραρχία που με την άφιξή της ξύπνησε προαιώνιες μνήμες και σκόρπισε ρίγη εθνικής περηφάνιας μα και αισθήματα κακεντρέχειας σε άλλους, οι οποίοι συνεχώς καταφέρονταν εναντίον των Ελλήνων αδελφών μας με υποτιμητικά και κακόβουλα λιβελλογραφήματα.

Της Μεραρχίας που κατέστησε την Κύπρο στρατιωτικά επαρκή και άτρωτη από τις επιβουλές της άρπαγος γείτονος χώρας. Της μεραρχίας που με την άφιξή της η Κύπρος έμοιαζε οπλισμένη σαν αστακός και δεν την άγγιζαν οι λεονταρισμοί και οι βρυχηθμοί της Άγκυρας. Της Μεραρχίας που η άφιξή της στο νησί, πέρα από τα αισθήματα ασφάλειας και την αίσθηση ότι η Ελλάδα είναι δίπλα μας, όχι μόνο φραστικά αλλά και έμπρακτα, σηματοδοτούσε και μια νέα εποχή στις σχέσεις της υπεραντλαντικής δύναμης με την Ελλάδα. 

Πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε: πρώτα οι Αμερικανοί έδωσαν το πράσινο φως για να έρθει ελληνικός στρατός στην Κύπρο, αλλά αφού δεν σταθήκαμε αντάξιοι της ιστορίας και της καταγωγής μας, και βρίσκαμε συνεχώς αφορμή για να λοιδορήσουμε και να ρίξουμε τη χολή μας εναντίον των "καλαμαράδων", τότε, αφού βαρέθηκαν τους παλιμπαιδισμούς και τις παλινωδίες μας, απότοκα πολιτικής ανωριμότητας και αβελτηρίας, αποφάσισαν να στείλουν τον τουρκικό στρατό.

Οι εφημερίδες της εποχής βρίθουν από τεκμήρια των όσων γράφω παραπάνω.

Το Μερσινίκι, όμως, για το Λευκόνοικο θυμίζει και μια τραγική ιστορία δυο νέων παιδιών, φίλων, της Ε' τάξης τότε του Γυμνασίου Λευκονοίκου, που την περίοδο της τουρκανταρσίας πήγαν να φυλάξουν το Λευκόνοικο από τους φανατικούς Τουρκοκύπριους κάποιων γύρω χωριών, γιατί, πρέπει να το ομολογήσω, υπήρχαν και τουρκοκυπριακά χωριά, όπως η Μελούντα, που οι άνθρωποί της ήταν εξαιρετικοί.

Εκεί, λοιπόν, στην εξαίσια σκηνογραφία του Μερσινικιού, όπως ξαγρυπνούσαν, βγάζοντας σκοπιά, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ο ένας φίλος πάτησε τη σκανδάλη του όπλου του, που θαρρούσε πως δεν είχε σφαίρες μέσα, και σημάδεψε τον άλλο, τον κολλητό του, στην καρδιά. Έπεσε άπνους ο Μιχαλάκης, ο όμορφος γιος του πολιτευτή Νίκου Μακρίδη.

 Ο ακούσιος θύτης πήρε τα βουνά σε έξαλλη κατάσταση. Ο τραγικός πατέρας, μέσα στην οδύνη του, το κατάλαβε ότι ήταν δυστύχημα, λόγω της απειρίας των νέων στα όπλα. Ο φίλος του Μιχαλάκη, όμως, δεν ξαναφάνηκε στο Λευκόνοικο. Οι Ερινύες πρέπει να τον κυνήγησαν ανελέητα. Ποτέ δεν ξανάκουσα γι' αυτόν. Λες και τον κατάπιε η γης. Και η οικογένειά του, που ήταν από άλλο χωριό, έφυγε. Κάτι πήρε το αυτί μου για Αυστραλία...

Στα χρόνια του Γυμνασίου, στην επέτειο του θανάτου του Μιχαλάκη, πηγαίναμε στο κενοτάφιό του στο Μερσινίκι και καταθέταμε στεφάνι, όπως και σε έναν άλλο μαθητή του Γυμνασίου μας, τον Νίκο Σχοινιού από την Ακανθού, τον αδελφό του αγαπημένου ηθοποιού, που κι αυτός έπεσε στο Μερσινίκι από σφαίρα άλλου στρατιώτη.

Αυτό, φίλοι μου, είναι το Μερσινίκι! Το Μερσινίκι της καρδιάς μου! 

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Ο Όσιος στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα († 10 Οκτωβρίου 1891)

images (2)

Ο στάρετς Αμβρόσιος θεωρείται ο κορυφαίος από τους γέροντες της Όπτινα. Είχε τίς αρετές πού είχαν όλοι οί άλλοι γέροντες μαζί καί μάλιστα στο ύψιστο σημείο τους. Διακρινόταν για την αγία ταπείνωσή του, την αγνότητα του νου καί της καρδίας, την αγάπη του πού ξεχείλιζε, καθώς καί για την αυτοθυσία πού έδειχνε για τη σωτηρία του πλησίον του. Λόγω της μεγάλης ταπεινοφροσύνης του ο Κύριος τον προί­κισε με πνευματικά χαρίσματα, με τα όποια θεράπευε τίς ψυχές πού υπέφεραν. Διάβαζε τίς καρδιές, γνώριζε τα παρελθόντα καί τα παρόντα καί προγνώριζε τα μέλλοντα των ανθρώπων. Πρόσφερε στους συνομιλητές του τον αληθι­νό, άποκαλυμμένο λόγο του Θεού. Τόσο μεγάλα ήταν τα χαρίσματά του, ώστε κοντά του, στο ταπεινό κελλάκι του, έφταναν κάθε μέρα εκατοντάδες άνθρωποι για να τον δουν καί να τον ακούσουν. Ανάμεσά τους ήταν κι οί συγγραφείς Ντοστογιέφσκυ, Τολστόι, Λεόντιεφ, Σολόβιεφ, Κιρεγιέφσκυ κ.ά. Ό Ντοστογιέφσκυ τόσο πολύ ενθουσιάστηκε με την επίσκεψή του στην 'Οπτινα, ώστε στο τελευταίο έργο του, τους «Αδελφούς Καραμάζωφ», περιέγραψε πιστά την πνευ­ματική εικόνα του μοναστηρίου καί του στάρετς Αμβροσίου. Ό πασίγνωστος π. Ζωσιμάς του έργου δεν ήταν άλλος από το στάρετς Αμβρόσιο, τα λόγια καί τίς συμβουλές του οποί­ου ό Ντοστογιέφσκυ έβαλε στο στόμα του ήρωά του.1022 (1)
Ό στάρετς γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου του 1812 στο χωριό Λιπόβιτς του Ταμπώφ. Ήταν το έκτο από τα οκτώ παιδιά του Μιχαήλ Θεοδώροβιτς Γρένκωφ καί στο βάπτι­σμα του έδωσαν το όνομα Αλέξανδρος, προς τιμήν του αγί­ου Αλεξάνδρου Νέφσκυ.

Ό Αλέξανδρος ήταν από μικρός πολύ ζωηρός, γεμάτος ορμητικότητα καί ζωτικότητα, σωστό ζιζάνιο. Οί Γρένκωφ δεν πίστευαν ποτέ πώς ένα τέτοιο ζωηρό παιδί θα μπορούσε να είχε σπουδαία εξέλιξη. Το οικογενειακό περιβάλλον πάντως επέδρασε θετικά επάνω του. Το σπίτι τους ήταν κατά κάποιο τρόπο ενοριακό κέντρο. Ό πάππους του ήταν ιερέας, ό πατέρας του ψάλτης. Στό αναλόγιο της εκκλησίας μαζί με τον πατέρα ανέβαιναν καί τα παιδιά κι έψαλλαν μαζί του. Ό Αλέξανδρος έμαθε το αλφάβητο προτού πάει στο σχολείο από το Ψαλτήρι καί το Μέγα Ωρολόγιο.
Τα πνευματικά καί διανοητικά χαρίσματά του δεν άργη­σαν να φάνουν. Τόσο στο ενοριακό σχολείο του Ταμπώφ όσο καί στο σεμινάριο της ίδιας πόλης οπού φοίτησε για έξι χρό­νια, διακρίθηκε ιδιαίτερα καί αποφοίτησε από τους πρώτους. Ιδιαίτερη κλίση είχε κυρίως στα θεολογικά καί φιλοσοφικά μαθήματα.

Μετά το σεμινάριο δούλεψε λίγα χρόνια σαν δάσκαλος. Μέσα του όμως δεν ικανοποιούνταν με το έργο αυτό. Εΐχε βαθύτερες ανησυχίες καί κυρίως τον απασχολούσε μια υπόσχεση πού είχε δώσει όταν, τελειόφοιτος στο σεμινάριο, είχε αρρωστήσει πολύ βαριά κι υποσχέθηκε στον Θεό πώς αν γίνει καλά θα φορέσει το μοναχικό σχήμα.

Ό Αλέξανδρος πήγε στο μοναστήρι της Όπτινα σε ηλικία 27 ετών. Τον δέχτηκαν με αγάπη καί σε λίγες μέρες του ανέθεσαν σαν προσωρινό διακόνημα ν’ αντιγράψει το βιβλίο «Αμαρτωλών Σωτηρία», πού είχε μεταφραστεί από την ελληνική.

Σύντομα τον έκαναν δόκιμο καί του ανέθεσαν να διακονεί στο κελλί του στάρετς Λεωνίδα, να διαβάζει τίς ακολουθίες καί να βοηθάει στο ζυμωτήριο. Μετά από λίγο καιρό τον έστειλαν να ζήσει στη σκήτη του μοναστηρίου, όπου του ανέ­θεσαν το διακόνημα του μαγείρου.

Ό Αλέξανδρος παρατηρούσε τη μοναχική ζωή καί προ­σπαθούσε να τη μάθει καί να τη βιώσει όσο καλύτερα καί πιστότερα μπορούσε. Σημαντικός δάσκαλος σ’ αυτό το θέμα ήταν ό στάρετς Λεωνίδας, τον όποίο ό Αλέξανδρος προσπα­θούσε με κάθε τρόπο να τον πλησιάζει. Μα κι ό στάρετς τον εκτίμησε από την πρώτη στιγμή καί τον συμπάθησε. Κι επειδή ό ίδιος ήταν πολύ ηλικιωμένος, τον παράδωσε στον στάρετς Μακάριο, πού ήταν άριστος καθοδηγητής ψυχών.

Λένε πώς όταν τον είδε ό γέροντας Λεωνίδας, φώναξε κοντά του τον π. Μακάριο καί του είπε:
- Ό νέος αυτός έρχεται κοντά σε μας τους γέροντες. Εγώ είμαι ηλικιωμένος, φεύγω άπ’ αυτή τη ζωή. Τον παραδίνω σε σένα. Καθοδήγησέ τον όσο καλύτερα μπορείς. Θα σου φανεί χρήσιμος.
Ό γέροντας Μακάριος τον πρόσεξε ιδιαίτερα Του έμφύτεψε τη σοφία της ταπεινοφροσύνης καί τον κράτησε στη σκήτη ως το θάνατο του.

Σύντομα ό Αλέξανδρος συνειδητοποίησε κοντά του πώς το πρώτο καί κύριο καθήκον του αληθινού μοναχού ήταν ή έκκοπή του θελήματος. Κι ή πρώτη του άσκηση στη μοναχι­κή αυτή αρετή ήταν ή τοποθέτησή του στο διακόνημα του βοηθού μαγείρου. Αυτός, ένας πρώην διδάσκαλος, να δουλεύει τώρα στο μαγειρείο της σκήτης ως βοηθός μάγειρα! Ό Αλέξανδρος όμως είχε ενστερνιστεί κιόλας το σκοπό καί το νόημα του μοναχισμού καί τα δεχόταν όλα ευχάριστα καί με αξιοζήλευτη υπομονή καί υπακοή.
 7327d31d0bed

Το φθινόπωρο του 1841 άφησε το μαγειρείο, γιατί ορί­στηκε διακονητής του στάρετς Μακαρίου. Πολύ σύντομα στη συνέχεια έγινε μοναχός καί μετονομάστηκε Αμβρόσιος. Στίς 2 Φεβρουαρίου του 1843 ό π. Αμβρόσιος χειροτονή­θηκε διάκονος, ενώ στα τέλη του 1845 (9 Δεκεμβρίου), στην ηλικία των τριάντα τριών χρόνων, χειροτονήθηκε Ιερο­μόναχος.

Πολύ σύντομα μετά τη χειροτονία του καί μετά τίς ουρά­νιες εμπειρίες πού έζησε ως λειτουργός πια ό π. Αμβρόσιος, άρπαξε ένα δυνατό κρυολόγημα πού εξελίχτηκε πολύ άσχη­μα. Τον καθήλωσε για τρία περίπου χρόνια στο κρεβάτι. Είναι θαύμα το ότι επέζησε, αλλά ή υγεία του από τότε έγι­νε πολύ εΰθραστη.

Είκοσι χρόνια έκανε υποτακτικός του στάρετς Μακαρίου ό π. Αμβρόσιος. Είκοσι χρόνια μαθητείας σ’ έναν πραγμα­τικά μεγάλο δάσκαλο. Ό υποτακτικός θαύμαζε την ταπεί­νωση, την υπομονή, την αγάπη και την αυταπάρνηση του γέροντά του καί προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τον μιμηθεί. Σάν φίλεργη μέλισσα δούλευε άοκνα κοντά του καί ρουφού­σε κάθε λόγο πού έβγαινε από τα χείλη του σοφού καί αγίου αύτού ανθρώπου. Εκείνη την περίοδο ό μεγάλος στάρετς ασχολήθηκε με την έκδοση των πατερικών έργων πού είχε μεταφράσει από την ελληνική ό όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ. Καί σαν άριστος γνώστης καί διδάσκαλος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ό π. Αμβρόσιος, μαζί με τον φιλόσοφο Ίβάν Κιρεγιέφσκυ, ήταν οι κυριότεροι βοηθοί του σ’ αυτό το «έργο του Θεού» όπως το αποκαλούσε.

Έτσι ό π. Αμβρόσιος εμπλούτισε ακόμα περισσότερο το νου του με το απόσταγμα της σοφίας των αγίων πατέρων. Ήταν μια ενασχόληση πού τον ευχαριστούσε πολύ καί τον έκανε να θαυμάσει μα καί να ενστερνιστεί τον πλούτο της πατερικής σοφίας. Κι όλη αυτή ή γνώση του φάνηκε πολύ χρήσιμη αργότερα, όταν ό Θεός οικονόμησε να διακονήσει κι αυτός ως γέροντας.

Το 1860 ήταν μια θλιβερή χρονιά για την Όπτινα. Ό στάρετς Μακάριος, πού με την παρουσία του, τη σοφία του καί την αγιότητα του ξεκούραζε κι ωφελούσε πλήθος ψυχές, ήρθε ή ώρα ν’ αναπαυτεί από τους κόπους καί τους ασκητι­κούς αγώνες του καί να παρουσιαστεί στο νυμφίο Χριστό πού τόσο αγάπησε από τη νεότητα του.

Προτού κοιμηθεί ακόμα ό στάρετς Μακάριος, είχε αρχί­σει να προετοιμάζει τον π. Αμβρόσιο για να τον διαδεχτεί στο διακόνημα της πνευματικής καθοδήγησης. Τον τελευ­ταίο καιρό έστελνε πολλά από τα πνευματικά του παιδιά να τον συμβουλεύονται καί να συζητούν τα προβλήματα τους μαζί του. Κι ή θητεία του π. Αμβροσίου κοντά στους μεγά­λους στάρετς Λεωνίδα και Μακάριο τον είχαν προετοιμάσει  κατάλληλα για το έργο αυτό.04397ad532ae

“Έτσι, μετά την κοίμηση του στάρετς Μακαρίου, τα πολυάριθμα πνευματικά του παιδιά άρχισαν φυσιολογικά να τρέχουν κοντά στον καινούργιο γέροντα για να κορέσουν την πνευματική τους δίψα. Κι ό π. Αμβρόσιος αποδείχτηκε άξιος συνεχιστής καί διάδοχος του γέροντα του.

Ή φήμη του νέου στάρετς άρχισε να διαδίδεται παντού.
Γύρω στα 1890 ό στάρετς άρχισε να μη νιώθει  καλά. Ή προχωρημένη ηλικία του ,οι κόποι πού κατέβαλε, οι αρρώστιες πού είχε περάσει κι ή πολύχρονη άσκηση βάραιναν πάνω στο πολύπαθο κορμί του. Αυτό το τελευταίο διάστημα πού ό στάρετς έμενε στο Σαμορντίνο συνέπεσε ν’ αντιμετωπίσει καί πολλές θλίψεις, πού τον κατέβαλαν ακόμα περισσότερο.

Ή ανατολή του ηλίου της 11ης Όκτωβρίου του 1891 ήταν ή τελευταία της επίγειας ζωής του στάρετς. Γύρω στίς 11 ή ώρα το πρωί του διάβασαν την ευχή «εις ψυχορραγούντα». “Ολα έδειχναν πώς ή ψυχή του προετοιμαζόταν να χωριστεί από το σκήνωμα της. Ό ετοιμοθάνατος στάρετς πήρε μια βαθιά ανάσα καί μετά σήκωσε με κόπο το δεξί του χέρι, το ακούμπησε στο μέτωπο του, μετά στο στήθος, στο δεξί του ώμο καί κατέληξε κουρασμένο στον αριστερό. “Ήταν ή σταυρική επισφράγιση της γήινης πορείας του, το «τετέλεσται» της νίκης. Σέ λίγα λεπτά παρέδωσε την αγία ψυχή του ειρηνικά στα χέρια του Θεοΰ. Στό πρόσωπο του εκείνη τη στιγμή είχε ζωγραφιστεί μια ύπερκόσμια χαρά καί στα χεί­λη του διακρινόταν ένα ουράνιο χαμόγελο. Το πνευματικό κενό πού άφησε πίσω του ήταν πολύ μεγάλο.
   Τα λείψανα των Αγίων στάρετς της Όπτινα

Τα λείψανα των Αγίων στάρετς της Όπτινα
Μετά την απελευθέρωση της Ρωσίας από τον άθεϊστικό ζυγό το 1989 έγινε ή έκταφή του καί ανακηρύχτηκε άγιος. Σήμερα τον εύλαβοΰνται πολύ καί τον προσκυνούν παντού. Το ιερό λείψανο του αναπαύεται στο καθολικό της “Οπτινα πού λειτουργεί ξανά κι έχει περίπου εκατό μοναχούς.
Από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση”Πατερικό της Όπτινα