Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Η θεία μου η Μαρή του Σωκράτη

Ο παππούς μου ο Πανάος, όπως μας έλεγε ο παπάς μου, διάλεξε για τον πρωτογιό του τον Σωκράτη ως σύζυγο την Μαρή, την κόρη του Σιαμπτάνη, του άρχοντα της Πηγής. Και τους έκτισε εκείνο το καλλιμάρμαρο όντως δίπατο σπίτι κοντά στον Σταυρό. Τότε μας φαινόταν παλάτι. Με το μπαλκόνι του, τη γυριστή σκάλα, τα μεγάλα δωμάτια. Τώρα που το έριξαν, γιατί τους ενοχλούσε στη γωνία, το οικόπεδο φαίνεται πολύ μικρό.

Μ’ έπιασε το παράπονο, όταν είδα το άδειο οικόπεδο. Οι χαλαστές του είναι ξένοι, δεν μπορούν ν’ ακούσουν το κλάμα του. Δεν μπορούν να καταλάβουν τη συναισθηματική αξία που έχει για τους οικείους του αυτό το σπίτι. Ούτε ασφαλώς κοπίασαν ούτε δούλεψαν ούτε ξόδεψαν τα λεφτά τους για να το κτίσουν, κι έτσι «χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ» το κατεδάφισαν...Ούτε καν την αξία του δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν.

Θυμάμαι τη θεία τη Μαρή και τον θείο τον Σωκράτη να κάθονται έξω από το μαγαζί τους, το μικρό μπακάλικο που είχαν στην αριστερή γωνιά του σπιτιού τους. Γι’ αυτούς ο χρόνος κυλούσε αργά, πολύ αργά, νωχελικά. Τυπικό δείγμα ανατολίτη ο θείος μου ο Σωκράτης, με εγκαρτέρηση, στωικότητα, απόλυτη ηρεμία.Λες και δεν του καιγόταν καρφί για τίποτα. Ο κόσμος να χαλούσε, αυτός με το παντοτινό σφύριγμα στο στόμα, πάντα προσηνής, πράος και χαμογελαστός. Τα μάτια του, σαν χαμογελούσε, γλύκαιναν αφάνταστα και η μορφή του αποκτούσε μια ιλαρότητα.

Λες και είχε την αθωότητα μικρού παιδιού. Εξωτερικά, κατά που λένε, έμοιαζε του παππού μου του Πανάου, ψηλός, ευθυτενής, ευσταλής, μα δεν πήρε καθόλου από τον δυναμισμό εκείνου που είχε το μεγαλύτερο μπακάλικο της περιοχής, όπου έβρισκες τα πάντα… Η χαμηλών τόνων συμπεριφορά, η ψυχραιμία, η αταραξία, φαίνεται ότι κληρονομήθηκαν από τη μητέρα του, την Παναγιώτα του Τουμάτσια η οποία πέθανε πολύ νέα.

Μάλιστα, ο παππούς μου ο Πανάος το 1909 την πήρε με το καράβι και σε γιατρούς στην Αθήνα, αλλά το μοιραίο δεν αποφεύχθηκε για την πλουσιοκόρη του άρχοντα Τουμάτσια την οποία ο παππούς μου ο Πανάος προτίμησε σαν ήταν παλληκάρι να πάρει ως γυναίκα του, παρόλο που όταν μαθήτευε σε έναν έμπορο στη Λευκωσία, αυτός τον προόριζε για γαμπρό του…

Κι έτσι πέθανε νέα η Παναγιώτα κι άφησε πίσω τρία ορφανά: τον Σωκράτη, τη Μαρία και τον Κάκο. Φαίνεται ότι όταν έλειπε η μητέρα τους, τα τρία μωρά έπαιζαν με τη γειτόνισσά τους τη Ζήνα, μια νεαρή κοπέλα που τα πρόσεχε και τα αγαπούσε.

Έτσι, όταν ήρθε η ώρα ο Πανάος να παντρευτεί για δεύτερη φορά για να στήσει ξανά το ρημαγμένο σπιτικό του, προτίμησε να πάρει τη Ζήνα που ήταν μεν μια φτωχή κοπέλα της γειτονιάς του, αλλά τη συνήθισαν και την αγαπούσαν τα παιδιά του. Βεβαίως, να μην ξεχνάμε ότι την πήρε και παιδούλα. Την περνούσε εικοσιδύο χρόνια. Άλλο που δεν ήθελε!

Η θεία μου η Λουλλού μου’ λεγε συχνά ότι ήταν τόσο αγαπημένοι, που πάντα ο παππούς ο Πανάος την είχε στην αγκαλιά του , όταν ξάπλωναν. Κι έκαναν μαζί άλλα έξι παιδιά: τον Αλεξαντρή(την αδυναμία της γιαγιάς, γιατί ήταν φιλάσθενος), τον Άντωνα (τον παπά μου), τον Ττόμα(που πέθανε στην εφηβεία), τον τατά μου τον Μιχαλάκη, τη θεία την Παναγιώτα και τελευταία τη θεία τη Λουλλού.

Κι έγινε το πλουσιόσπιτο του Πανάου η γη της Χαναάν για όλους τους συγγενείς της γιαγιάς της Ζήνας. Όλους τους ψυχοπόρευε. Εκείνο το μεγάλο ξύλινο τραπέζι, που το’φτασα κι εγώ, τάισε κόσμο και ντουνιά, ορφανά ανίψια κι άλλους συγγενείς.

Έτσι, όταν μεγάλωσε ο θείος ο Σωκράτης, ο παππούς μου ο Πανάος, που του είχε αδυναμία, τον προίκισε πλουσιοπάροχα, κι ήλθε κυρά κι αρχόντισσα η θεία η Μαρή στο δίπατο το σπίτι. Ψηλη, ξερακιανή, μα με πολύ μεγάλη, έμφυτη καλοσύνη. Τουλάχιστον εμένα αυτή η εντύπωση μου έμεινε. Τη θυμάμαι, που όταν ήμουν στο νηπιαγωγείο, της άρεσε να με ανεβάζει στον πάγκο του μαγαζιού τους για να τους απαγγέλλω ποιήματα ή τραγούδια που μου μάθαινε η Σταυρούλα του Σώτηρου. (Θυμάμαι ότι, όταν γύρισε από την Αθήνα η Σταυρούλα, εγώ τη ντρεπόμουν. Κι όταν με ρώτησε η μάμα μου γιατί δεν πάω πια στη Σταυρούλα, της απάντησα ότι τώρα μιλά ευγενικά και ντρέπομαι).

Κι ύστερα, σαν έμαθα να διαβάζω μ’ έβαζε πάλι στον πάγκο για να της διαβάζω εφημερίδα. Με καμάρωνε μα και μου τόνωνε πολύ την αυτοπεποίθηση. Έτσι, φαντάζομαι θα’ νιωθε κάθε παιδί που το θαυμάζουν για ένα χάρισμα που έχει. Μάλιστα, τόση ήταν η περηφάνια της, που καλούσε και τους περαστικούς να με ακούσουν, κι εγώ έδινα κανονική παράσταση. Άλλο που δεν ήθελα, «φιλοθεάμον κοινό». Από τότε μου’ μεινε το κουσούρι…Κι ο θείος μου ο Σωκράτης να χαίρεται σαν μικρό παιδί και να γελά άδολα…Γι’ αυτό τους αγαπούσα τόσο πολύ.

Δεν τους χάρισε ο Θεός παιδιά, μα οι δυο τους ήταν απόλυτα ταιριασμένοι. Γνήσιοι ανατολίτες, ποτέ δεν βιαζόντουσαν. Το μεσημέρι έκλειναν το μαγαζί τους, έτρωγαν κι ανέβαιναν τη μεγαλοπρεπή σκάλα για το ανώι τους που είχε τον κεντρικό ηλιακό με το μπαλκόνι του δρόμου και δύο δωμάτια δεξιά και αριστερά.

Η μεσημεριανή σιέστα απαραίτητη στη δροσιά του ανωγιού. Και το απόγευμα κάθονταν έξω στο πεζοδρόμιο… Ζωή ήσυχη, χαρισάμενη, χωρίς άγχος και σκοτούρες. Με μεγαθυμία και ιλαρότητα. Χωρίς περιττές ανάγκες. Ευφορία αυτάρκειας, όπως λέει και σ’ ένα εξαίσιο ποίημά της η κ. Παρασκευά. Και βέβαια «δόξα τω θεώ». Οι συγγενείς τους φρόντιζαν για τις ανάγκες τους.

Μου φαίνεται ότι αν δεν γινόταν η εισβολή, θα ζούσαν και οι δυο μέχρι τα βαθιά γεράματα μαζί ευτυχισμένοι. Σαν φύγαμε από το Λευκόνοικο, τους βρήκαμε στην Πηγή και τους παρακαλούσαμε να τους πάρουμε μαζί μας, όμως δεν θέλησαν να φύγουν. Δεν ήξεραν τι τους περίμενε! Έμειναν εγκλωβισμένοι. Τους πήραν στη Γύψου και μετά στον Μαραθόβουνο…

Η θεία Μαρή δεν άντεξε την πείνα. Το χαρακτηριστικό της γνώρισμα, την πρόδωσε. Σιχαινόταν να τρώει αυτά που τους έδιναν, κι έτσι πέθανε από ασιτία. Εξαντλήθηκε. Την έριξαν σ’ ένα χαντάκι, την ώρα που ψυχορραγούσε κι έφυγαν, μονολογούσε ο θείος ο Σωκράτης. Δεν ήξερε πού την πήγαν, πού την έθαψαν… Τραγικό το τέλος της, αλήθεια! Πόσο την πόνεσα τη θεία τη Μαρή για τούτη τη δραματική κατάληξη της ζωής της! Άλλη μια τραγωδία. Πέθανε μόνη κι αβοήθητη, σαν το σκυλί στον κάμπο. Χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία. Αυτό είναι το πρόσωπο της κυπριακής τραγωδίας.

Ο θείος ο Σωκράτης έζησε κι άλλα χρόνια από δω, μόνος του στο Πεντάκωμο, σ’ ένα σπίτι τούρκικο που σε τίποτα δεν θύμιζε το αρχοντικό του. Μέχρι το τέλος της ζωής του υμνούσε και δοξολογούσε τον Κύριο και λαχταρούσε το Λευκόνοικο. Πάντα «δόξα τω Θεώ». Όμως, του έλειπε η Μαρή του, ζούσε με τη θύμησή της στη μοναξιά του. Οι εφιάλτες θα τον στοίχειωναν τα βράδια. Οι τελευταίες εικόνες της…Όμως, ποτέ δεν βαρυγκόμησε, ποτέ δεν παραπονέθηκε για τις συνθήκες της ζωής του, για την περιπέτειά του, για «την τροπή των πραγμάτων στο αντίθετο».

Η χαρά του ήταν απερίγραπτη σαν μας έβλεπε. Χαιρόταν σαν μικρό παιδί κι έτρεχε να μας περιποιηθεί. Με στωικότητα και γλυκύτητα στο πρόσωπο. Μα σαν μιλούσε για τη θεία τη Μαρή
πικραινόταν. Στο πρόσωπό του διαγραφόταν η οδύνη… Μ’ αυτόν τον καημό κίνησε να τη βρει…

Αυτή είναι η ιστορία της θείας μου της Μαρής και του θείου μου του Σωκράτη. Ο Θεός ας αναπαύσει τις ψυχές τους! Εμείς, όσο ζούμε, θα τους θυμόμαστε και θα τους μακαρίζουμε.

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Φιλολογικό Μνημόσυνο για τον μ. Γιάννη Κουτσάκο

Τιμητικός Τόμος
Γιάννη Κουτσάκου

Μόλις πήρα την πρόσκληση του Εκπαιδευτικού Ομίλου Κύπρου για το φιλολογικό μνημόσυνο για τον αείμνηστο Γιάννη Κουτσάκο, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός έτους από το θάνατό του, θεώρησα ότι δεν θα μπορούσα να λείψω από μια τέτοια εκδήλωση. Θεωρώ χρέος μου κάποιους ανθρώπους να τους τιμώ κατά πώς τους πρέπει και όπως τους αξίζει. Και η παρουσία στο φιλολογικό μνημόσυνο είναι το ελάχιστο που θα μπορούσαμε να κάνουμε γι’ αυτόν τον Άνθρωπο που ήταν η ζώσα παρουσία του πνευματικού ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Του πνευματικού ανθρώπου που υπηρετεί και προασπίζεται με πάθος τις αρχές του, όχι μόνο στα λόγια αλλά και στην πράξη.

Νεαρή καθηγήτρια το 1981, πώς να ξεχάσω το μάθημα ζωής που μας έδωσε με την επιστολή του για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την κυβέρνηση, όταν απέλυσε χωρίς αιτιολογία δυο γενικούς διευθυντές Υπουργείων, πράξη για την οποία ο ίδιος τόνιζε ότι «είναι προνόμιο των ολοκληρωτικών καθεστώτων, φασιστικού ή κομμουνιστικού τύπου», διερωτώμενος «πώς είναι δυνατή, πώς είναι ανεκτή μέσα στη δημοκρατία;».

Έγραφε στο τέλος αυτής της επιστολής η οποία είναι μνημείο δημοκρατικής συνείδησης: «Το όλο θέμα έχει τεράστιες ηθικές διαστάσεις. Όχι, γιατί οι απολυθέντες είναι γενικοί διευθυντές. Και κλητήρες να ήσαν, το θέμα της καταπατήσεως βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει μεγάλες διαστάσεις. Όταν δε εκείνος που καταπατεί αυτά είναι η κυβέρνηση, οι ηθικές και πολιτικές διαστάσεις γίνονται τεράστιες». Αυτή, μάλιστα, η παρρησία τον οδήγησε σε διαθεσιμότητα για έξι μήνες.

Στο φιλολογικό μνημόσυνο μίλησαν για τον μ. Ιωάννη Κουτσάκο, με πολλή αγάπη και εκτίμηση, οι εκπαιδευτικοί Γεώργιος Προδρόμου και Γαβριήλ Μηνάς, ενώ ο Πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Ομίλου, Καθηγητής Χρίστος Θεοφιλίδης απηύθυνε χαιρετισμό, ξεκινώντας με τη φράση του Βίκτωρα Ουγκώ «Οι νεκροί είναι αθέατοι, αλλά δεν είναι απόντες».

Παραλαμβάνοντας τον τιμητικό τόμο για τον αείμνηστο πατέρα του, ο γιος του, ο οποίος θυμίζει τον πατέρα του στην ευγένεια, τη σεμνότητα και τη μετριοφροσύνη, μας θύμισε μια φράση που συνήθιζε να λέει ο πατέρας του, που, αν θυμάμαι καλά, ήταν: «Να κοιτάζεις το ηλιοβασίλεμα με τέτοια έκπληξη σαν να’ ναι η πρώτη φορά που το βλέπεις και με τέτοια νοσταλγία σαν να’ ναι η τελευταία».

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αείμνηστος Ιωάννης Κουτσάκος δεν γαλούχησε μόνο τους μαθητές του με τα εθνικά ιδανικά, αλλά και διακινδύνευσε τη ζωή του, φιλοξενώντας καταζητούμενους αγωνιστές της ΕΟΚΑ στο σπίτι του στη Λεμεσό, όπου ζούσε τότε.

Αυτά, μεταξύ άλλων πολύ σημαντικών, αναφέρονται στο εισαγωγικό σημείωμα των επιμελητών της έκδοσης του τιμητικού τόμου, Καθηγητών Χρήστου Θεοφιλίδη και Παναγιώτη Περσιάνη, οι οποίοι πιστεύω ότι ετοίμασαν ένα έργο αντάξιο του πνευματικού μεγέθους του τιμωμένου.

Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι το θέμα της διδακτορικής του διατριβής ήταν η σωκρατική ερώτηση «Τι Εστί» και ακόμα ότι σ’ όλη τη ζωή του έψαχνε να βρει την αλήθεια και την ουσία των πραγμάτων, όπως και ότι αγωνίστηκε για τη δικαιοσύνη.

Ταυτόχρονα, μέσα στον τιμητικό τόμο για τον Γιάννη Κουτσάκο, περιέχεται και η συνέντευξη που ο τιμώμενος έδωσε στον κ. Γαβριήλ Μηνά, και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Σημερινή» στις 13 Οκτωβρίου 1996. Από αυτό το κείμενο σταχυολογώ κάποιες απόψεις του πολύ χρήσιμες για όλους μας

Καταρχάς, μιλώντας για τη χρησιμοθηρική γνώση, τονίζει τα ακόλουθα: «Για να ανταποκριθεί ο μαθητής σήμερα στα επαγγελματικά του όνειρα, στο σχολείο ασχολείται κυρίως με τα φυσικομαθηματικά, όπως και στα φροντιστήρια. Αλλά αυτά δεν αναπτύσσουν την κριτική σκέψη, δεν αναπτύσσουν τον άνθρωπο, μπορεί να αναπτύσσουν τη σκέψη μας, τη διάνοιά μας αλλά μονόχνωτα και μονόπλευρα. Επομένως, ο ανθρωπιστικά μορφωμένος άνθρωπος, ο οποίος θα ήταν μια αντίσταση στις προκλήσεις, δεν παράγεται, δεν δημιουργείται».

Παράλληλα, μου άρεσε και η άποψή του για την ελληνοκεντρική παιδεία. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Για τους αρχαίους Έλληνες η εκτίμηση, η αγάπη και η πίστη στη λογική ήταν στάση ζωής. Κατόπιν ήταν στάση ζωής ο διάλογος. Ήταν στάση ζωής η άσκηση, ήταν στάση ζωής η ελεύθερη σκέψη, ενώ εμείς, όταν διδάσκουμε, τι είναι αυτό που τονίζουμε: την ανδρεία, την παλληκαριά, και μένουμε εκεί. Ενώ δεν τονίζουμε τη λογική που τους διέκρινε. Οι Πέρσες δεν ήταν λιγότερο ανδρείοι. Εκείνο που διέκρινε τους Έλληνες ήταν η περίφημη οργάνωσή τους. Ήταν ο πρώτος στρατός στον κόσμο που περπάτησε βήμα. Ήταν ο πρώτος στρατός που συνετάχθη σε τάξη».

Επιπρόσθετα, μου άρεσε πάρα πολύ η άποψή του για τους λειτουργούς της εκπαίδευσης. Λέει χαρακτηριστικά: «Για να λειτουργήσει το σύστημα, χρειάζεται καλούς λειτουργούς…Και, βέβαια, μαζί με τους λειτουργούς και οι συλλειτουργοί του συστήματος, δηλαδή η οικογένεια και η υπόλοιπη κοινωνία». Στη συνέχεια, εκφράζει την άποψη ότι δεν λειτουργεί καλά η εκπαίδευσή μας, «γιατί ο εκπαιδευτικός πέρασε και περνά μέσα από μια κρίση. Δηλαδή πιστεύω ότι η αυτοπεποίθηση του εκπαιδευτικού έχει πληγεί…διότι με τις ανακατατάξεις που έγιναν στην κοινωνία η εκπαίδευση και ο εκπαιδευτικός έχουν περιθωριοποιηθεί».

Συνακόλουθα, πιστεύει ότι ο εκπαιδευτικός έχασε την αυτοπεποίθησή του και κανένας δεν βρέθηκε να τον στηρίξει, να τον βοηθήσει να ξαναβρεί τη χαμένη ταυτότητά του, την κοινωνική του θέση, ενώ δεν γίνεται συνεχής επιμόρφωση του εκπαιδευτικού.

Μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι πέθανε εβδομήντα μέρες μετά την εκδημία της αγαπημένης του Φιλιώς, λες και δεν μπορούσε να ζήσει μόνος του, χωρίς την πηγή και τη χαρά της ζωής του. Τα τελευταία χρόνια τούς έβρισκα σ’ ένα τουριστικό συγκρότημα στον Πρωταρά και χαιρόμουν τη συντροφιά τους.

Εκείνος, ο φιλόσοφος Σωκράτης, ο πνευματικός άνθρωπος, ο καταξιωμένος εκπαιδευτικός, το πνεύμα της ευρυμάθειας, της πραότητας, της καλοσύνης, η κιβωτός της γνώσης, ο ευαίσθητος μύστης των τεχνών, κι εκείνη, η ζωντανή, πληθωρική παρουσία, η δυναμική γυναίκα, η άξια σε όλα, με την εκρηκτική ιδιοσυγκρασία. Βλέποντάς τους, ένιωθες την αλήθεια του αξιώματος ότι τα ετερώνυμα έλκονται.

Στον Τιμητικό Τόμο Γιάννη Κουτσάκου περιλαμβάνονται πολλά κείμενα, Φιλοσοφικά, Παιδαγωγικά, Ιστορικά, Πολιτικά, αλλά η παρουσίαση όλων είναι αδύνατη.

Επιλογικά, ο Ιωάννης Κουτσάκος ήταν ένας εμβριθής, ρέκτης φιλόλογος, φιλόσοφος, παιδαγωγός, με ανιδιοτέλεια και αρχοντιά ψυχής, με ευρυχωρία αγάπης, μια ηθική προσωπικότητα πρότυπο και παράδειγμα για όλους μας. Ήταν ένας Άνθρωπος με Α κεφαλαίο, με πλούτο αισθημάτων και γενναιοδωρία ψυχής, ένα πνεύμα σπινθηροβόλο και στοχαστικό, εύστροφος και βαθύνους αλλά ταυτόχρονα ευπροσήγορος, γλυκός και διαλεκτικός στις συζητήσεις, γοητευτικός, ένας συνειδητός πολίτης.

Κυρίως, όμως, ήταν ένας άνθρωπος ελεύθερος και ευπρεπής, μύστης του θείου, ένας μεγάλος δάσκαλος που θα μας θυμίζει τη λατινική ρήση «Didactica amata guantum nulla”. Είμαστε πολύ ευτυχείς που γνωρίσαμε έναν τέτοιον άνθρωπο. Ας είναι αιωνία η μνήμη του!

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Ήταν μόνο οκτώ ημερών

Πέρσι, τέτοια εποχή,έγραψα αυτό το διήγημα, και το παρουσιάζω φέτος που έχω το ιστολόγιό μου.

"Ήταν μόνο οκτώ ημερών! Πριν από μια βδομάδα τη γέννησε η μάνα της. Λεχώνα εκείνη, ταλαιπωρημένη από τη δύσκολη γέννα που είχε, δεν είχε καν προλάβει να συνέλθει. Η μαμμού του χωριού τους, η μαία δηλαδή, πολύ δυσκολεύτηκε σε τούτη τη γέννα, μα και πάλι δεν ήθελε να παραδεκτεί ότι στο νοσοκομείο της πρωτεύουσας οι γιατροί ήξεραν κάτι παραπάνω.

«Σιγά», έλεγε από μέσα της, «μην ξέρουν αυτοί οι νεαροί καλύτερα από μένα να ξεγεννούν τις γυναίκες».

Αυτή είχε δει τη γιαγιά και την προγιαγιά της, είχε δει και τη μάνα της να γυρίζουν όλα τα χωριά της περιοχής και να δίνουν ζωή σε εκατοντάδες παιδιά. Κι αν κάποτε είχαν δυσκολίες, γιατί είχε και κακόγεννες γυναίκες, ήξεραν τον τρόπο να βγουν απ’ τη δύσκολη θέση. Έβαζαν όλες τις γυναίκες του σογιού και της γειτονιάς, που ήταν μαζεμένες στο σπίτι, να προσεύχονται στην Παναγία μα και στους αγίους να τους βοηθήσουν. Έτσι, με την άνωθεν βοήθεια και με τα πολλά τάματα, γινόταν το ποθούμενο.

Το ίδιο έγινε κι αυτή τη φορά. Κοιλιοπονούσε η μάνα της σχεδόν ένα μερόνυκτο. Λες κι αυτό το παιδί ήξερε τι το περίμενε και δεν ήθελε να βγει στο φως. Ήταν μεγάλο το παιδί και στενή η μήτρα της γυναίκας. Οι προσευχές ανέβαιναν συνέχεια στον ουρανό. Η μαμμού κρατούσε μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας και την απίθωνε συνέχεια στην κοιλιά της νεαρής γυναίκας που είχε τόσο εξαντληθεί, που δεν μπορούσε να βγάλει άχνα.

Με τις πολλές προσπάθειες, όμως, και τις προσευχές έγινε το θαύμα. Άνοιξε η μήτρα και βγήκε καταταλαιπωρημένο το παιδί, ένα κορίτσι που ζύγιζε σχεδόν τέσσερα κιλά. Η λεχώνα ύστερα απ’ αυτό έπεσε λες σε λήθαργο. Το παιδί το πήρε στα χέρια της η μαμμού κι έκανε όλα όσα ήξερε τόσα χρόνια. Ήταν 7 Ιουλίου του 1974, της Αγίας Κυριακής, μεγάλη η χάρη της.

Χάρηκαν όλοι με το κορίτσι που ήρθε στη ζωή. Η οικογένεια, βλέπεις, είχε ακόμα δυο αγόρια μεγαλύτερα. Είχαν βγάλει και τα ονόματα και των δυο παππούδων κι ήταν κι οι δυο ευχαριστημένοι που θα διαιωνιζόταν το οικόσημο!

Έμεναν οι γιαγιάδες. Καμία, ασφαλώς, δεν παραχωρούσε τα πρωτεία στην άλλη. Εξάλλου, ούτε η μια ούτε η άλλη δεν είχαν άλλη εγγονή. Θα μπορούσαν, βέβαια, να το βγάλουν το κορίτσι Κυριακή και να τιμήσουν απ’ τη μια την Αγία κι απ’ την άλλη να γλυτώσουν κι απ’ τις γκρίνιες. Τελικά, η λύση βρέθηκε. Ένωσαν τα δυο ονόματα και αποφάσισαν να πουν το παιδί Μαριλένα. Έτσι, ήταν κι οι δυο ευχαριστημένες. Και η Μαρία και η Ελένη. Έφτιαξαν τα «κούλουμα» και κέρασαν όσους περνούσαν απ’ το σπίτι, γείτονες, συγγενείς και φίλους.

Δεν κράτησε όμως για πολύ αυτή η ευφορία. Σε οκτώ μέρες πρωί-πρωί άρχισε ο πόλεμος. «Ξεκίνησε η θανατηφόρα συμφωνία των αρμάτων». Κι αυτοί αλλοπαρμένοι « απού φύγει φύγει» απ’ τα χωριά της Κερύνειας. Ουρές τα αυτοκίνητα κι από πάνω τους τα τουρκικά αεροπλάνα να ρίχνουν βόμβες. Για πρώτη φορά στη ζωή τους κατάλαβαν τι θα πει φόβος. Βίωσαν το πρόσωπο του πολέμου. Σαν να ήταν ένα μαυριδερό τέρας που τους κυνηγούσε.

Τελικά, κατέληξαν σ’ ένα χωριό λίγο έξω από τη Λευκωσία. Ένας κουμπάρος του παππού με χαρά τους φιλοξένησε. Η μητέρα όμως της νεογέννητης Μαριλένας, δεν την έφτανε η βαριά λεχωσιά που είχε περάσει, δεν ησύχαζε. Λες κι ένας δαίμονας την έβαζε πάνω συνεχώς και μουρμουρούσε για όσα άφησαν πίσω τους. Είχε ένα βρέφος, και της έλειπαν «τα ταιρκαστά» της.

Με το πες-πες τον έψησε τον καημένο τον άντρα της. Έτσι, πήραν μαζί τους και το δεύτερο αγόρι, που ήταν έξι χρονών, για παρέα, κι έπεισε κι έναν οικογενειακό τους φίλο να πάει μαζί τους.

«Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος» τους διαβεβαίωνε. «Θα πάμε στο χωριό μας να πάρουμε ό,τι χρειαζόμαστε και θα γυρίσουμε σε λίγες ώρες».

Δεν γύρισαν όμως! Μάταια οι παππούδες μαζί με το μεγαλύτερο αγόρι τούς περίμεναν να γυρίσουν. Η μικρή Μαριλένα ζούσε στον κόσμο της.

Σαν είδαν κι απόειδαν οι παππούδες, το πήραν απόφαση ότι αυτοί θα μεγαλώσουν τα δυο ορφανά. Δούλευε ο παππούς στη Λεμεσό που κατέληξαν και η γιαγιά έμενε στο σπίτι- ο Θεός να το κάμει σπίτι, δυο πισινά δωμάτια ήταν- να φροντίζει τα δυο παιδιά. Κι η Μαριλένα μέρα με τη μέρα μεγάλωνε κι ομόρφαινε κι έκανε νάζια πολλά, μα πού είχε η γιαγιά όρεξη ή μάτια ή αυτιά για να δει και ν’ ακούσει τα κελαηδήματά της.

Ο μεγάλος γιος που καταλάβαινε, κλείστηκε στον εαυτό του. Έπαθε ένα είδος κατάθλιψης. Δεν ήθελε να μιλά σε κανένα. Κι όταν με τα πολλά άνοιγε το στόμα του, τραύλιζε. Το πρόσεξαν κι οι δάσκαλοι στο σχολείο και προσπάθησαν να τον βοηθήσουν. Οι ειδικοί είπαν ότι το έπαθε από το σοκ, αλλά σιγά-σιγά θα τον βοηθούσαν να το ξεπεράσει.

Και περνούσαν τα χρόνια μέσα στην προσφυγιά και την ορφάνια. Η Μαριλένα φώναζε τη γιαγιά της « μάμμα». Της έκανε βέβαια εντύπωση που οι άλλες μαμάδες στη γειτονιά ήταν νέες. Μπορεί, λέω τώρα εγώ, να ήταν κι αυτές ταλαιπωρημένες απ’ τον πόλεμο, με την πίκρα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, μα ήταν νέες. Της Μαριλένας όμως η μάμμα ήταν γριά, με πολλές ρυτίδες, με τη μαύρη μαντίλα τυλιγμένη γύρω απ’ τα μαλλιά της που όλο κι άσπριζαν.

Όχι, βέβαια, πως ήταν και τόσο μεγάλη η γιαγιά, μα τα βάσανα και το σαράκι που κατέτρωγε τα σωθικά της, τη γέρασαν πρόωρα. Στα πενήντα της φαινόταν εβδομήντα. Ήταν και τα μαύρα ρούχα που δεν τ’ αποχωριζόταν. Μέρα νύκτα έκλαιγε την κόρη της που με την αμυαλιά και το πείσμα της πήρε στο λαιμό της τον άντρα μα και το παιδί της.

«Να μην έπαιρνε τουλάχιστον το παιδί», έλεγε και ξανάλεγε στον άντρα της. Καημός μεγάλος τής είχε γίνει το παιδί. Είχε και τ’ όνομα του αντρός της. Κυριάκος. Ο πρωτογιός, σύμφωνα με το έθιμο, πήρε το όνομα του παππού του απ’ την πλευρά του πατέρα του. Ο Κυριάκος, απ’ τη μέρα που γεννήθηκε, ήταν η αδυναμία της. Το κανάκευε τούτο το παιδί πιότερο απ’ τ’ άλλο.
Ήτανε, όμως, κι αυτό τόσο καλόβολο!

Όταν η Μαριλένα έγινε έντεκα χρονών, δεν τα’ χε κλείσει καλά-καλά, ένα κοριτσάκι όλο ζωντάνια, καλοσύνη και ομορφιά, γυρνάει ένα μεσημέρι απ’ το σχολείο μαζί με τη φιλενάδα της την Άντρη και βλέπει κόσμο μαζεμένο απέξω απ’ το σπίτι του συνοικισμού. Ψυχανεμίστηκε μεμιάς ότι κάτι κακό συμβαίνει. Η γιαγιά έπαθε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και ξεψύχησε, προτού φτάσει το ασθενοφόρο που το κάλεσαν οι γειτόνισσες.

Έπιναν όπως κάθε μέρα τον καφέ τους στο σπίτι η μια της άλλης. Σήμερα ήταν η σειρά της γιαγιάς. Αφού σκούπισε το στενό της, πότισε τα λουλούδια της- οι τριανταφυλλιές θέλουν περιποίηση, σκέφτηκε , τακτοποίησε το φτωχικό της σπιτάκι, έφτιαξε και ένα κέικ, να μην πιουν τον καφέ έτσι, σκέτο. Εξάλλου, το ίδιο έκαναν και οι γειτόνισσές της που ήταν χρυσοχέρες. Ήταν και οι δυο από την επαρχία Αμμοχώστου και μια την άλλη έφτιαχναν διάφορα γλυκά και αλμυρά, και πάντα η μοίρα της ήταν μέσα.

Η μια ήταν από την Κώμα του Γιαλού και η άλλη από το Λευκόνοικο. Τι πουρέκκια με την αναρή, με το χαλλούμι, με την κρέμα, της σάτζιης, τι κολοκωτές, ελιόπιτες, χορτόπιτες. Αμ οι σιαρλότες τους, οι πισιήες και τα δάκτυλά τους! Η Λευκονοικιάτισσα, όμως, η κυρία Χαρίτα, ήταν μαστόρισσα και στην «τσιπόπιτα». Μοσχοβολούσε η γειτονιά σαν την έψηνε. Της έφερνε τσίπα μια κουμέρα της που είχε κοπάδι και έπαιρνε το βούτυρο από το γάλα των προβάτων. Η χοληστερόλη μπορεί να καραδοκούσε, μα τούτη την απόλαυση που έμαθε στο Λευκόνοικο δεν ήταν διατεθειμένη να τη στερηθεί.

Η άλλη φιλενάδα της από την Κώμα του Γιαλού ήρθε πρώτη για τον καφέ. Αυτή, η κυρία Μυροφόρα, είχε έναν αδελφό που τον σκότωσαν οι Εγγλέζοι, ενώ ήταν ακόμα μαθητής. Μαζί με έναν άλλο συμμαθητή και φίλο του έστησαν ενέδρα έξω από το χωριό τους σε μια αγγλική περίπολο, πράγμα πολύ συνηθισμένο τον καιρό της Ε.Ο.Κ.Α..

Η βόμβα-επιτόπιας κατασκευής- έσκασε και έκανε κομμάτια όσους επέβαιναν στο πρώτο τζιπ των Άγγλων. Όμως, λίγο πιο πίσω ακολουθούσαν κι άλλα στρατιωτικά αυτοκίνητα που τους είδαν και τους κυνήγησαν. Ο ένας κατάφερε να ξεφύγει, μα ο αδελφός της δεν πρόλαβε. Τον σκότωσαν, καθώς προσπαθούσε να διαφύγει. Ήταν μόνο δεκαέξι χρόνων.

Κάθισαν, λοιπόν, στη βεράντα του μικρού σπιτιού της, γύρω από το πλαστικό άσπρο τραπέζι ανάμεσα στα λουλούδια του κήπου και έμειναν να τα κοιτάνε. Ήταν μια μικρή όαση. Το γιασεμί μοσχοβολούσε. Οι τριανταφυλλιές τώρα πια έβγαζαν πού και πού κανένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Στις δόξες τους όμως ήταν οι πετούνιες με τα κόκκινα, ροζ και άσπρα φυλλαράκια τους, μα κι οι δαφνούλες που όρθωναν λες το ανάστημά τους για να φανούν κι αυτές και να δείξουν τα κάλλη τους στον ήλιο. Η κληματαριά παραδίπλα άρχισε να κρεμάζει τα πρώτα τσαμπιά της, πράσινα ακόμα. Τι πανδαισία χρωμάτων ήταν αυτή;

«Ελένη μου», της είπε η Μυροφόρα, «μα μυρίζουν πολλά όμορφα οι τζίνιες σου. Φέτος αμέλησα να φυτέψω. Αλλά τούτες τις μέρες θα πάω να γοράσω».

Με το χαζολόγημα του κήπου έφτασε και η κ. Χαρίτα.

«Καλημέρα! Τι κάμνετε, γειτόνισσές μου! Εν ώρα του καφέ; Επεινάσαμεν. Εν σχεδόν δέκα η ώρα τζι εγώ εξύπνησα που τες τρεις σήμερα τζι εν εξανατζιοιμήθηκα».

«Τζι εγώ τούντες νύχτες έχω μεγάλο πρόβλημα», είπε η κυρία Ελένη. «Το πιστεύκετε ότι τον τελευταίον τζιαιρόν θωρώ κάθε νύκταν στον ύπνον μου την κόρην μου τζιαι το μωρόν, τον Κυριάκον μου; Ήντα ρκεται να πει, ατζιαπή σου; ».

«Μεν διάς σημασίαν στα όνειρα, γειτόνισσα», της είπε ανέμελα η κυρία Μυροφόρα, για να την κάνει να ξεχάσει το λαμπρόν που είχιεν ακόμα στην ψιυχιήν της. Ήξερε κι αυτή από
«λαμπρά που κρούζουν τζει που ππέφτουν». Μα το δικό της, όσο κι αν την έντυσε στα μαύρα στα καλύτερα χρόνια της νιότης της, δεν συγκρινόταν με αυτό της κυρίας Ελένης. Αυτηνής πέθανε ο αδελφός της νέος στην Αυστραλία, πριν γίνουν πρόσφυγες.

«Καλά λαλείς, Χαρίτα μου, αλλά ανησυχώ».

«Άτε, κάμε μας τον καφέ τζι εποσταθήκαμεν που τες δουλειές που εκάμαμεν ως τωρά», είπε η Χαρίτα για να αλλάξουν κουβέντα και να σταματήσει η κυρία Ελένη να σκέφτεται τα άσχημα όνειρα. Εξάλλου, τούτο το πρωινό η γειτόνισσά της τής φαινόταν κάπως αλλιώτικη. Πιο κουρασμένη από άλλες φορές, λιγάκι χλωμή, σαν κάτι να την πονούσε.

Σηκώθηκε η κυρία Ελένη να ετοιμάσει τον καφέ. Μα δεν πέρασε ένα λεπτό κι ακούστηκε ένας γδούπος από την κουζίνα. Αμέσως οι δυο γυναίκες έτρεξαν προς την κουζίνα και τι να δουν; Η κυρία Ελένη ήταν πεσμένη στο πάτωμα, ξέπνοη, αναίσθητη. Λαχτάρησαν, τους κόπηκε η αναπνοή από τούτο το ξαφνικό θέαμα που αντίκρισαν.

Ευτυχώς, όμως, γρήγορα συνήλθαν κι έβαλαν τις φωνές. Βγήκαν κι άλλες γειτόνισσες στον δρόμο. Η πιο ψύχραιμη τηλεφώνησε αμέσως στις Πρώτες βοήθειες του νοσοκομείου. Σαν έφτασε όμως το ασθενοφόρο, ο γιατρός που ήρθε μαζί μ’ αυτό, διαπίστωσε απλώς τον θάνατό της.

Έτσι, η Μαριλένα έχασε στα έντεκά της χρόνια τη γιαγιά της. Μοναδικό αποκούμπι πια γι’ αυτήν και τον μεγαλύτερο αδελφό της έμεινε ο παππούς. Ανέλαβε αυτή το νοικοκυριό. Τη βοήθησαν βέβαια και οι καλές γειτόνισσες και φίλες της γιαγιάς της, κι έτσι σε λίγα χρόνια έγινε μια πολύ καλή και άξια κοπέλα. Της έλειπε όμως πάντα η γιαγιά της. Αυτή γνώρισε σαν μάμμα της, αυτή την ανάθρεψε. Κάθε στιγμή τη θυμόταν, ό,τι έκανε, ό,τι έλεγε…

Ο παππούς φοβόταν ότι θα πεθάνει και θα τα αφήσει απροστάτευτα στους πέντε δρόμους. Η ανασφάλεια τον έπνιγε. Κυρίως για το κορίτσι. Έτσι, στα δεκάξι της, βρήκε κάποιον και την αρραβώνιασε. Ευτυχώς, βγήκε καλό παιδί.

Η Μαριλένα σήμερα είναι παντρεμένη κι έχει τρία δικά της παιδιά που τα υπεραγαπά και τα παραχαϊδεύει. Είναι μια πολύ ανοικτόκαρδη, ευγενική και δυναμική γυναίκα, με το χαμόγελο στο στόμα, καλότροπη και γλυκύτατη, που σε τίποτα δεν θυμίζει την τραγική ιστορία της.

Ο Θεός όμως επέτρεψε κι άλλη δοκιμασία. Το δεύτερό της παιδί, ένα κορίτσι, γεννήθηκε με ένα σύνδρομο που της προκαλεί μαθησιακές δυσκολίες. Η Μαριλένα το αντιμετωπίζει με γενναιότητα, αξιοπρέπεια, στωικότητα, ψυχραιμία και δεν χάνει την πίστη της στον Θεό. Είναι πολύ περήφανη για τις επιτυχίες της κόρης της, γιατί στο πρόσωπό της βλέπει έναν μικρό Χριστό.

Αυτή την ιστορία μού τη διηγήθηκε σε γενικές γραμμές η ίδια σαν παραμύθι. Το παραμύθι της ζωής της! Συνεχώς, όμως, χαμογελούσε, δεν επιζήτησε τον οίκτο ή τη συμπόνια, γι’ αυτό και είναι μοναδική!".

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Δημήτρη Λεβέντη "Η ζωή και ο θάνατος του Πετράκη Γιάλλουρου"

Ο καλός πατρικός φίλος κ. Δημήτρης Λεβέντης είχε την καλοσύνη να μας στείλει το νέο του βιβλίο για τον Πετράκη Γιάλλουρο, τον ξανθό γαλανομάτη ήρωα μαθητή του Γυμνασίου της Αμμοχώστου, ο οποίος ήταν συμμαθητής του.
Παιδιόθεν με συγκινούσε η ιστορία του Πετράκη Γιάλλουρου, του λεβέντη σημαιοφόρου από το Ριζοκάρπασο. Γι’ αυτό και ρούφηξα πραγματικά το βιβλίο, μόλις το πήρα στα χέρια μου. Ένιωσα ότι δεν μπορούσα να σταματήσω. Με τράβηξε μέχρι τέλους. Εξάλλου, είναι μόνο 156 σελίδες με όμορφο εξώφυλλο, όπου ο Πετράκης, αγέρωχος, ευθυτενής και ευσταλής, περήφανος Έλλην της αλύτρωτης Κύπρου, με τη στολή και το πηλήκιό του, παρελαύνει με την Ελληνική σημαία, ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία και αποφασιστικότητα.
Ο κ. Δημήτρης Λεβέντης έγραψε αυτό το βιβλίο, νιώθοντας, όπως λέει ο ίδιος, ότι εκτελεί «ένα καθήκον προς τον Πέτρο και τους γονείς του», αλλά τηρώντας και μια υπόσχεση προς την αδελφή του Πέτρου την κ. Μαρία. «Το βιβλίο», συνεχίζει ο κ. Λεβέντης, «είναι μια μικρή συμβολή στην Ιστορία του Αγώνα του 1955, ένα αφήγημα με την αντικειμενικότητα και την τεκμηρίωση μιας ιστορικής προσέγγισης, που θα μπορούσε να είναι παραμύθι για έναν μαθητή, γεμάτο όνειρα για τη ζωή, που αγωνίστηκε και σκοτώθηκε για το όραμα της Ένωσης της Κύπρου με τη μάνα Ελλάδα».
Για τη συγγραφή του βιβλίου κατέφυγε σε πολλές πηγές, αλλά και στην αλληλογραφία του Πέτρου με τους γονείς του, όπως και με μια μαθήτρια από την Αλεξάνδρεια, τη Σούλα Κονσολάκη, που γνώρισε κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Ελλάδα. Επιπλέον, παίρνει πληροφορίες από πρόσωπα που γνώρισαν τον Πέτρο κι έζησαν τα γεγονότα, από δημοσιεύματα από εφημερίδες της εποχής, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές κ.α.
Εκείνο που κάνει το βιβλίο αυτό για τον Πετράκη Γιάλλουρο να ξεχωρίζει είναι ότι μαθαίνουμε πολλές αλήθειες για τη ζωή και τον θάνατό του. Όντως, ο Πετράκης ήταν ο σημαιοφόρος του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου, αλλά τη μέρα της θυσίας του δεν φορούσε το πηλίκιό του ούτε κρατούσε την ελληνική σημαία, όπως είναι η επικρατούσα άποψη. Φαίνεται ότι αυτός που τον πυροβόλησε τον ξεχώρισε από την αρχηγική του συμπεριφορά ή τον ήξερε από άλλες διαδηλώσεις.
Δίνονται, εξάλλου, πολλές λεπτομερείς περιγραφές του χώρου και των γεγονότων που διαδραματίστηκαν εκείνη τη μέρα, με βάση τις δικές του αναμνήσεις και άλλων συμμαθητών και φίλων του Πετράκη που ήταν αυτόπτες μάρτυρες, αλλά και με βάση τον φάκελο της θανατικής καταδίκης. Εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι ο κ. Λεβέντης επιμένει πάρα πολύ στη διακρίβωση της ακρίβειας των πηγών του, π.χ. πού ακριβώς σκοτώθηκε.
Ασφαλώς, ο συγγραφέας επεξεργάζεται όλο το υλικό του με επιστημονικό τρόπο, με την επιστημονική ιστορική προσέγγιση, αφήνοντας βέβαια και κάποιο παράθυρο στο συναίσθημα. Ο κ. Λεβέντης είναι εκείνος που διαδέχθηκε τον Πετράκη στα καθήκοντά του, ήταν φίλος και συμμαθητής του. Ταυτόχρονα, φαίνεται καθαρά ότι ο συγγραφέας εξετάζει εξονυχιστικά τις αλληλοσυγκρουόμενες μαρτυρίες που υπάρχουν και καταλήγει στο δικό του πόρισμα το οποίο είναι αντίθετο με του Άγγλου δικαστή που εκδίκασε την υπόθεση, ο οποίος είχε στόχο «να αποδείξει ότι άδικα κατηγορείτο ο αγγλικός στρατός ότι πυροβολούσε εν ψυχρώ εναντίον αόπλων μαθητών-διαδηλωτών».
Από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου αντλούμε ποικίλες πληροφορίες για τον Πέτρο, όπως ότι ήταν παιδί του Κατηχητικού και πάρα πολύ καλός μαθητής (στη Δ΄τάξη ο γενικός βαθμός του ήταν 19 5/11 και στην Ε τάξη 19 8/13). Ιδιαιτέρως, όμως, μας συγκινεί η μεγάλη του αγάπη για την Ελλάδα και ο έντονος πόθος για την Ένωση. Γράφει σε γράμμα του προς τον πατέρα του που δούλευε στην Αγγλία: «Είθε ο καινούργιος αυτός χρόνος να φέρει μαζί του την πραγματοποίησιν των διακαών πόθων ημών των δούλων Κυπρίων, να φέρει μαζί του την από όλα τα παιδιά της Κύπρου πολυπόθητον, ιερωτάτην και πολυτιμωτάτην Ένωσιν μετά της ηθικής ημών μητρός Ελλάδος, την επίκλησιν της οποίας σφραγίζει κάθε Έλλην Κύπριος ακόμη και με το αίμα του».
Στη συνέχεια, τον βρίσκουμε στη μαθητική εκδρομή στην Ελλάδα να εκφράζει όλο τον ενθουσιασμό και τη συγκίνησή του, γιατί πάτησε το άγιο χώμα της Ελλάδας, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες ξέρουν να αγαπούν την Ελευθερία και ότι δεν υπάρχει πιο ευτυχισμένος και πιο φιλόπατρις λαός από τον ελληνικό. Στην Ελλάδα θα σκιρτήσει η νεανική καρδιά του για μια μαθήτρια από την Αλεξάνδρεια, όπως έχουμε αναφέρει και πιο πάνω. Από την αλληλογραφία τους φαίνεται η ρομαντική του διάθεση, η αγάπη του για τη θάλασσα (ήθελε να γίνει πλοίαρχος), η εξυπνάδα του, η μετριοφροσύνη του, τα οράματά του. Υψιπέτης και περήφανος γράφει στην αγαπημένη του: «Δεν θέλω να ανησυχείς και να λυπάσαι για μένα, γιατί αν συμβεί τίποτα, τούτο θα είναι η μεγαλυτέρα τιμή για έναν Έλληνα, και συ σαν Ελληνοπούλα να είσαι υπερήφανη. Δεν θα αργήσει, αγαπημένη μου Σούλα, νάρθη η μέρα της Λευτεριάς της Κύπρου. Μου το λέει η ψυχή των ηρώων της Κύπρου, και το πιστεύω μ’ όλη μου την καρδιά».
Η Σούλα τού συμπαρίσταται στα πετάγματα της ψυχής του, οι γονείς του όμως ανησυχούν στη Αγγλία, αφού τον άφησαν μαζί με την αδελφή του Μαρία στην Αμμόχωστο. Στο τέταρτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η διαδήλωση της 7ης Φεβρουαρίου του 1956, ενώ στο πέμπτο κεφάλαιο περιγράφεται ο θάνατος του Πετράκη. Δίνονται όλες οι λεπτομέρειες για τον τόπο, τον χρόνο, τα πρόσωπα. Όσοι γνωρίζουν την πόλη της Αμμοχώστου συγκινούνται και με την περιγραφή του χώρου και με τις αναφορές σε διάφορα πρόσωπα και καταστήματα, που δίνονται με πολλές λεπτομέρειες.
Στο τέλος του πέμπτου κεφαλαίου ο συγγραφέας καταλήγει στις εξής διαπιστώσεις: «Έχοντας υπόψη όσα λέχθηκαν και βασιζόμενοι στα υπάρχοντα μέχρι σήμερα στοιχεία, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο Πέτρος, κρατώντας πέτρα ή άοπλος, χωρίς σημαία και χωρίς πηλήκιο, πυροβολήθηκε την ώρα που ήταν σε διαδήλωση με άλλους 50-60 μαθητές. Τον πυροβόλησε με όπλο στεν άνδρας της Αεροπορικής ή της Στρατιωτικής Αστυνομίας από σταματημένο τζιπ ή αφού κατέβηκε απ’ αυτό, στην οδό Κυπριανού, σε ελάχιστη απόσταση από τη νοτιανατολική γωνία του σταυροδρομιού Ερμού-Κυπριανού, όπου το κατάστημα Καψουράχη και απέναντι από το πρατήριο της Σόκονυ Βάκιουμ. Το άτομο που πυροβόλησε τον Πέτρο πιθανότατα τον σημάδεψε για να τον σκοτώσει, εκδικούμενο τραυματισμούς ή απώλειες συναδέλφων του…
Ο Πέτρος, τραυματισμένος, έτρεξε όσο μπορούσε, παραπατώντας στην Κυπριανού, μακριά από το τζιπ. Το αίμα άρχισε να τρέχει 4-5 μέτρα από το σημείο του τραυματισμού του. Προχώρησε μόνος 20 περίπου μέτρα, ανέβηκε δυο ψηλά σκαλοπάτια, μπήκε στο κατάστημα Διανέλλου, βόγγηξε και σωριάστηκε στην είσοδο. Μεταφέρθηκε με ιδιωτικό αυτοκίνητο σε κλινική, αλλά στο μεταξύ εξέπνευσε».
Οι Άγγλοι δεν επέτρεψαν να γίνει η κηδεία στη Αμμόχωστο, επειδή φοβόντουσαν επεισόδια. Έτσι, μερικά αυτοκίνητα τον συνόδεψαν στη γενέτειρά του, το Ριζοκάρπασο, για να ταφεί την ίδια μέρα. Μόνο η αδελφή του Μαρία και ο γαμπρός του Μιχάλης ήταν παρόντες στην κηδεία, αφού οι γονείς και τα άλλα αδέλφια του ήταν αδύνατο να έλθουν αυθημερόν από την Αγγλία. «Ήταν για όλους μια πορεία με πολλή οδύνη. Μια πορεία με κλάμα αλλά και δύναμη», αναφέρει ο συγγραφέας, για να συνεχίσει, λέγοντας ότι στα χωριά τούς σταματούσε ο κόσμος για να εκφράσει τη λύπη και την αγανάκτησή του.
Θα ήθελα να παραθέσω αυτούσιο το τέλος του κεφαλαίου με την περιγραφή της ταφής του ήρωα: «Είχε βραδιάσει, όταν φτάσαμε. Τον θάψαμε την ώρα που θέλησε η βροχή να ραντίσει το σώμα του με το νερό της αιωνιότητας. Με τη νεκρώσιμη ακολουθία στο φως των κεριών και με τον συνταρακτικό λόγο του Γιάννη Αναγνωστόπουλου συνοδεύσαμε τη βροχή και ανεβήκαμε ψηλά για να πλησιάσουμε τα μέρη, όπου πήγε ο Πέτρος για να σμίξει με τους Αθανάτους του Ελληνισμού».
Κλείνοντας, πιστεύω ότι το καλύτερο μνημόσυνο στη μνήμη του είναι και τα ποιήματα που γράφτηκαν για την απαράμιλλη θυσία του. Ο κ. Κυριάκος Χαραλαμπίδης γράφει:
«Λαός ολάκερος μεθά από σένα,
Σύμβολο θα’ σαι αιώνιας βρύσης.
Ξαναζωντάνεψες το εικοσιένα
Και συ που πέθανες θα ζήσεις».

Επίσης, η κ. Κλαίρη Αγελίδου, η αγωνίστρια της Ε.Ο.Κ.Α., τον έκλαψε, όπως
«τον θρήνησαν στο Ριζοκάρπασο
η μάνα του κι όλες οι μάνες.
Κι οι νιοι ορκίστηκαν
να συνεχίσουν τον αγώνα του».

Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

Ποιοτικός χρόνος με τα παιδιά μας και όχι μόνο!

Ποιοτικός χρόνος με τα παιδιά μας και όχι μόνο!

Το Σάββατο που μας πέρασε παρακολούθησα το Συνέδριο που διοργάνωσε η ιστοσελίδα paidiatros.com σε συνεργασία με άλλους φορείς και το Δήμο Λατσιών από τις 2:30μ.μ. μέχρι τις 7:30μ.μ. στο Θέατρο του Δήμου Λατσιών. Προσωπικά συγχαίρω την ψυχή της ιστοσελίδας, τον παιδίατρο δρα Αδάμο Χατζηπαναγή και τους συνεργάτες του για τη διοργάνωση και του φετινού τρίτου κύκλου διαλέξεων με τον γενικό τίτλο: «Οι γονείς εκπαιδεύονται».

Θα ήθελα, όμως, να σταθώ σε ένα θέμα που νιώθω ότι έχω ισχυρή άποψη λόγω προσωπικής εμπειρίας, αλλά οι ψυχολόγοι έχουν τη δική τους άποψη, που, ασφαλώς, είναι σεβαστή.

Ως ενεργός πολίτης κι εγώ συμμετείχα στο πολιτικό γίγνεσθαι, και για πάνω από μια δεκαετία ήμουν πολύ αναμεμειγμένη στην πολιτική ζωή του τόπου μας. Διέθετα όλο μου τον χρόνο εκτός εργασίας στα κοινά. Ακούγοντας, μάλιστα, όλες τις γυναίκες στην πολιτική να μιλούν συνεχώς για τη σημασία του ποιοτικού χρόνου με τα παιδιά μας, ήμουν σίγουρη ότι κι εγώ θα τα κατάφερνα να τα συνδυάσω και τα δυο.

Αποκτώντας παιδί σε κάπως μεγαλύτερη ηλικία από τη συνηθισμένη, κατάλαβα πόσο δίκαιο είχε η νύφη μου Κατερίνα, παιδίατρος με διδακτορικό, η οποία συνεχώς μου επαναλάμβανε ότι τα παιδιά χρειάζονται και τους δυο γονείς στο σπίτι, γι’ αυτό έβαλε κατά μέρος τις δικές της φιλοδοξίες για να αφοσιωθεί στα παιδιά της, λέγοντας ότι από δω και πέρα επενδύουμε στη νέα γενιά.

Επίσης, κατάλαβα πολύ καλά ότι όλες οι γυναίκες που τόσα χρόνια άκουα να λένε ότι δίνουν ποιοτικό χρόνο στα παιδιά τους, στην ουσία το λέγανε και το λένε αυτό για να καθησυχάσουν τις τύψεις τους. Χώρια που, κοιτάζοντας τη ζωή τους, πολλές από τις κοπέλες αυτές στην Ελλάδα κάποια στιγμή διέλυσαν την οικογένειά τους ή συνέβαλαν με τη στάση τους να διαλυθεί.

Δεν θα ξεχάσω το παράδειγμα μιας προβεβλημένης γυναίκας από το ΠΑΣΟΚ η οποία σε συνέντευξή της είχε πει ότι αυτή ήταν στο εξωτερικό και επικοινωνούσε με τον πεντάχρονο γιο της μέσω τηλεοθόνης, ενώ αργότερα τον πήρε μαζί της στην Ευρώπη και έμενε όλη μέρα στον σταθμό μέχρι το βράδυ που αυτή τελείωνε και τον έπαιρνε στο σπίτι, όπου τις πιο πολλές φορές ασφαλώς θα έμενε με την οικιακή βοηθό, όταν η μητέρα είχε δείπνα εργασίας και άλλες υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη θέση της. Έτσι μεγάλωσε το παιδί της. Και μπορεί να είναι και πολύ καλό παιδί.

Αυτά τα παιδιά, δεν ξέρω, μπορεί να γίνονται κάποτε και πιο υπεύθυνα. Όμως, η πλειοψηφία των παιδιών που μεγαλώνουν με απούσα τη μητέρα κυρίως ή τον πατέρα νιώθουν ότι κάτι τους λείπει ή παρασύρονται σε άλλους δρόμους…

Ταυτόχρονα, είχα μια γνωστή η οποία είχε μεγάλες φιλοδοξίες, αλλά δυστυχώς παντρεύτηκε νωρίς και τα παιδιά της ουσιαστικά μεγάλωσαν με την κοπέλα και τον πατέρα τους, αφού η μητέρα που τα λάτρευε, λόγω της προσπάθειάς της να αποδείξει ότι είναι καλύτερη από τους άντρες συναδέλφους της στην ελεύθερη αγορά, έλειπε όλο το εικοσιτετράωρο σχεδόν από το σπίτι. Αργότερα, πήρε πακέτο τον σύζυγό της και τα παιδιά της και πήγαν να ζήσουν σε μια χώρα του Αραβικού κόλπου, όπου της έδωσαν διευθυντική θέση σε μια μεγάλη εταιρεία.

Εκεί, τη μια βδομάδα έμενε μαζί τους και την άλλη ταξίδευε στις γύρω χώρες, γιατί ήταν υπεύθυνη και γι’ αυτές. Αργότερα, ο σύζυγός της έφυγε και τα παιδιά έμειναν μαζί με την κοπέλα. Ουσιαστικά, αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν με ξένες γυναίκες και με τον πατέρα. Και διερωτάσαι: γιατί να παντρεύονται και να κάνουν παιδιά γυναίκες που δεν έχουν τον χρόνο να ασχοληθούν με τα παιδιά τους;

Η δική μου γνώμη είναι ότι αν θέλεις να κάνεις καριέρα που απαιτεί πλήρη αφοσίωση, καλύτερα να καθυστερήσεις τον γάμο ή την απόκτηση παιδιών, γιατί τα παιδιά απορροφούν μεγάλο μέρος του χρόνου σου ή πρέπει να τον απορροφούν, αν θέλεις να αναθρέψεις σωστά το παιδί σου. «Ου δύνασαι δυσίν κυρίοις δουλεύειν».

Κι αυτό το βίωσα, όταν μπήκα κι εγώ στο χορό. Ενώ νόμιζα ότι θα μπορούσα να τα προλάβω όλα, και την πολιτική και τη μητρότητα, στην πράξη αυτό αποδείκτηκε ανέφικτο, γιατί, όχι μόνο το παιδί μου με ήθελε συνεχώς μαζί του, αλλά κι εγώ η ίδια δεν μπορούσα να το αφήνω. Ήθελα να μη χάσω αυτά τα όμορφα χρόνια της παιδικής του ηλικίας. Δεν το έκανε η καρδιά μου να γυρίζω έξω από το σπίτι, ενώ ο παράδεισός μου βρισκόταν μέσα σ’ αυτό.

Εξάλλου, ένιωσα ότι πλέον τίποτε άλλο δεν με γέμιζε τόσο, χόρτασα την κοινωνική προσφορά και την ενασχόληση με τα κοινά, χόρτασα την κοινωνική καταξίωση και τα αξιώματα, ενώ δεν είχα απολαύσει στη ζωή μου το μεγάλωμα ενός παιδιού. Αυτό μου έλειπε από τη ζωή μου και αυτό αποφάσισα να κάνω. Αυτό είναι το πρωτεύον στη ζωή μας. Αυτό που πραγματικά γεμίζει τη ζωή μας με φως! Αυτή είναι η ουσιαστική ποιότητα στη ζωή μας. Να αφήνουμε αποθέματα δυνάμεων γι’ αυτούς που πραγματικά το αξίζουν!

Ανακεφαλαιώνοντας, τα παιδιά μας ασφαλώς χρειάζονται ποιοτικό χρόνο με τους γονείς τους, και όχι μόνο. Θέλουν και ποσοτικό! Μας θέλουν να είμαστε διακριτικά δίπλα τους, στο άλλο δωμάτιο, στην αυλή, αλλά παρόντες, όχι απόντες τις πιο πολλές ώρες της μέρας τους. Είναι γνωστή η ιστορία με το μικρό παιδί που πρότεινε στον πατέρα του να του δώσει όσα παίρνει μια ώρα από τη δουλειά του για να μείνει μαζί του στο σπίτι.

Αυτή είναι η συμβουλή μου στις νέες κοπέλες που έφεραν στον κόσμο παιδιά. Να μη χάσουν τα πιο όμορφα χρόνια των παιδιών τους. Δεν έρχονται πίσω. Βεβαίως, υπάρχει και ο γονεϊκός ρόλος του πατέρα. Σύμφωνοι. Μαζί οι δυο γονείς, σύζυγοι και ομόζυγοι στο δρόμο τον όμορφο μα τόσο δύσκολο της ανατροφής των παιδιών τους. «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε».
Ως κατακλείδα στις σκέψεις μου σας παραθέτω ένα απόσπασμα από μια συνέντευξη της κ. Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ:

Ερώτηση: Ποια ήταν η στιγμή που είδατε τη ζωή με άλλα μάτια;

Απάντηση: Η στιγμή που απέκτησα το παιδί μου. Ήμουνα εννέα μηνών έγκυος και πήγα σ΄ ένα καφενείο να φάω ένα παγωτό. Και μ΄ έπιασαν οι πόνοι. Το επόμενο πρωΐ είχα αποκτήσει τη Μαρί-Ελέν, την κόρη μου.
Ερώτηση: Δεν στάθηκε τα παιδί εμπόδιο στην καρριέρα σας;
Απάντηση: Μα τι είναι αυτά που λέτε! Ποια καρριέρα μπροστά στο παιδί; Χωρίς παιδιά οι μεγαλόσταυροι μπαίνουν επάνω σε άδειες καρδιές».

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Αγαπητή Μερόπη,

θα ήθελα να σε πληροφορήσω, και μαζί σου και τον φίλο που συνεχώς ρωτά "από πού μας ήρθε αυτός ο Εφραίμ", ότι ο Γέροντας Εφραίμ, Ηγούμενος της Ιεράς και Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους, κατάγεται από το κατεχόμενο χωριό Περιστερωνοπηγή της επαρχίας Αμμοχώστου της Κύπρου, και τον πατέρα του τον σκότωσαν οι Τούρκοι.

Ένιωσα την ανάγκη να παρέμβω, γιατίτον ξέρω από τα χρόνια του Γυμνασίου Λευκονοίκου, ήταν συμμαθητής μου. Γνωρίστε τον, και θα καταλάβετε το ποιόν του ανθρώπου. Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν: "Μηδενί δίκην δικάσης, πριν αμφοίν μύθον ακούσης".

Αντίθετα, οι σύγχρονοι Έλληνες ακούνε μόνο τη μια πλευρά και πολύ δημοκρατικά δεν δέχονται να ακούσουν και την άποψη του άλλου, του κατηγορουμένου.

Ευτυχώς, που ο κ. Αλέξης Παπαχελάς στους Νέους Φακέλλους, έδωσε την ευκαιρία να ακουστεί και η "altera pars", η φωνή του Γέροντα και των χιλιάδων ανθρώπων που τον υπεραγαπούν και στους οποίους έρχεται με τις προσευχές του αρωγός και συμπαραστάτης.

Σας παραπέμπω, για να μη μακρυγορώ, σε δύο ιστοσελίδες για να ακούσετε και την άλλη άποψη και να ενημερωθείτε:
www.vatopaidi.wordpress.com
www.filoivatopaidiou.wordpress.com

Από αυτές τις ιστοσελίδες θα μάθετε την ΑΛΉΘΕΙΑ. Εξάλλου, όποιος θέλει μπορεί να ενημερωθεί και από πολλές άλλες ιστοσελίδες.

Ευχαριστώ για την ευκαιρία που είχα να εκφράσω την άποψή μου.

Υ.Γ. Όσο για τον φίλο μου τον Φοίβο τον Νικολαιδη, μπορούμε να βρεθούμε όποτε θέλει και να μιλήσουμε. Μένουμε σε απόσταση δέκα λεπτών.

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΚ ΜΗΤΡΟΓΟΝΙΑΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Από καιρό ήθελα να ξαναγράψω για το θέμα της Μητρογονίας, όχι μόνο γιατί με αφορά άμεσα, μια που κατάγομαι από το Λευκόνοικο, αλλά γιατί νιώθω ότι θέλω να πω ξεκάθαρα κάποιες σκέψεις, «χωρίς φόβο και πάθος», δηλώνοντας a priori ότι δεν είμαι υπέρ του δίκαιου αυτού αιτήματος των μητέρων για ιδιοτελείς σκοπούς, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης στη συνέχεια.
Αφορμή για τη σημερινή μου δημοσίευση στάθηκε η ανάρτηση ενός σχολίου στην ιστοσελίδα του φίλου Στροβολιώτη. Ασφαλώς, μέσα στα πλαίσια του πλουραλισμού των απόψεων και του δικαιώματος του καθενός να εκφράζει τις απόψεις του και να διαφωνεί, η κάθε άποψη πρέπει να είναι σεβαστή. Έγραψα στην ιστοσελίδα του το ακόλουθο σχόλιο:
«Αγαπητέ Στροβολιώτη,
επειδή δεν έχω χρόνο να διαβάσω όλα τα σχόλια και τις δικές σου απαντήσεις, γιατί έχω πάρα πολλή δουλειά, θα ήθελα να σου πω ότι όσο το πρόβλημα δεν λύνεται και οι μη πρόσφυγες πουλούν τις “καφκάλλες τους”, σύμφωνα με την εύστοχη ρήση της κ.Λούλλας Ιωνίδου από το Βαρώσι, σε ποσά αστρονομικά, ναι, είμαστε πρόσφυγες.
Μένω στα Λατσιά. Προχθές πουλήθηκε μια τέτοια “καφκάλλα” κάτω από το σπίτι μου 250,οοο ευρώ. Πού να τα βρει ο πρόσφυγας που έχει δυο και τρία παιδιά ή ο οποιοσδήποτε φτωχός τόσα λεφτά; Πόσα χρόνια πρέπει να δουλεύουμε για να ξεχρεώσουμε τους “τυχερούς” που λόγω της δικής μας προσφυγιάς τρώνε άκοπα λεφτά, ενώ όταν υπήρχε το Βαρώσι, η Μεσαορία, η Μόρφου, η Κερύνεια, δεν είχαν υπόθεση;
Θα γράψω περισσότερα για τη Μητρογονία στη δική μου ιστοσελίδα».

Επιπλέον, χθες ήταν στο γραφείο μου ο καλός μου φίλος και εκλεκτός συνάδελφος, ο κ. Δημήτρης Ταλιαδώρος, ιστορικός-συγγραφέας, με τον οποίο συζητήσαμε διεξοδικά το θέμα. Ο Δημήτρης μου είπε ότι η παράνοια του όλου ζητήματος φαίνεται από το ότι η αδελφή του η οποία έζησε πολύ περισσότερα χρόνια στον Τράχωνα στο πατρικό τους σπίτι, η οποία είναι πραγματικά πρόσφυγας, γέννησε παιδιά τα οποία δεν θεωρούνται πρόσφυγες, ενώ τα δικά του, επειδή είναι άνδρας, θεωρούνται.

Θα αναφέρω ακόμη μια περίπτωση από τις χιλιάδες που υπάρχουν σε όλη την Κύπρο. Φίλη από την Αμμόχωστο, η οποία παντρεύτηκε στο Παραλίμνι, πολλές φορές αγανακτισμένη μου μίλησε για την αδικία που νιώθει, επειδή τα παιδιά της δεν θεωρούνται πρόσφυγες, ενώ τα παιδιά των γυναικών από το Παραλίμνι, που είδαν τις περιουσίες τους να εκτοξεύονται στα ύψη, θεωρούνται πρόσφυγες, επειδή αρκετοί πρόσφυγες άνδρες, κυρίως τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς μας, ξέρουμε ότι παντρεύτηκαν μη πρόσφυγες για να βρουν ένα σπίτι και περιουσία.

Επίσης, είτε μας αρέσει είτε όχι, οι γυναίκες αναλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Έτσι, έχουμε το τραγελαφικό φαινόμενο να θεωρούνται πρόσφυγες παιδιά που ίσως να μην ξέρουν τίποτα για τον τόπο καταγωγής του πατέρα τους, ενώ τα παιδιά που δεν θεωρούνται, λόγω αυτής της εξωφρενικής αδικίας, να γνωρίζουν τα πάντα για την κατεχόμενη γη μας, γιατί η γιαγιά, ο παππούς και η μητέρα τους, τους μεγαλώνουν με τις ιστορίες, τα παραμύθια, τα φαγητά, τα γλυκά, τις αναμνήσεις από την ευλογημένη γη μας.

Προσωπικά, νιώθω ότι το παιδί μου, μπορεί να μεγαλώνει στα Λατσιά, αλλά οι συνήθειες μέσα στο σπίτι, οι μυρωδιές, τα ήθη και τα έθιμά μας, οι κουβέντες μας, όλος ο τρόπος της ζωής μας, το modus viventi μας, αποπνέει Λευκόνοικο! Γιατί αυτό ακριβώς κουβαλήσαμε μαζί μας φεύγοντας. Αφήσαμε τα σπίτια και τα χωράφια μας, «τον μέγα κάμπο της Μεσαορίας», κατά τον ποιητή της Ρωμιοσύνης, αλλά φέραμε μαζί μας την ψυχή του Λευκονοίκου.

Φέραμε τον πολιτισμό μας, την αρχοντιά και το μεγαλείο της ψυχής του ανθρώπου του χορτάτου, που έμαθε να δίνει απλόχερα στους άλλους, που η καρδιά του είναι πλατιά και χωράει όλο τον κόσμο, όπως την απλοχωριά του κάμπου. Πολύ ωραία το λέει η αγαπημένη μου φιλόλογος, η ποιήτρια κ. Κούλα Παρασκευά:

«Κάθε σπίτι και «ευφορία» αγαθών.
Και «ευφορία» χαράς και πραότητας και ιλαρότητας.
Και προ παντός «ευφορία» αυτάρκειας.
Όλα τα είχαν. Παράπονο κανένα.
Και «δόξα τω Θεώ».
Κιτρινόχρωμες αχτίδες να θερμαίνουν τη γη
και τους ανθρώπους».

Ταυτόχρονα, θα ήθελα να τονίσω ότι οι μη πρόσφυγες άνδρες, που νυμφεύτηκαν κοπέλες οι οποίες τα πρώτα χρόνια κυρίως της προσφυγιάς δεν είχαν τίποτα, αξίζουν συγχαρητηρίων, γιατί δεν σκέφτηκαν υστερόβουλα, αλλά ακολούθησαν την καρδιά τους. Αντί, λοιπόν, να έλθουμε να τους επαινέσουμε για την αφιλοκέρδειά τους και την ανιδιοτέλειά τους, τους καταδικάζουμε να είναι πάντα πρόσφυγες στους συνοικισμούς, χωρίς καμιά βοήθεια για τα παιδιά τους, ενώ άλλοι που θεωρούνται πρόσφυγες, έχουν παιδιά τα οποία, λόγω της περιουσίας της μητέρας τους, δεν έχουν καμιά ανάγκη.

Κι έρχεται το κράτος με τον παράλογο χωρισμό των προσφύγων, να τους βοηθά κι από πάνω, ενώ όσοι έχουν πραγματική ανάγκη μένουν στο έλεος του θεού. Άρα, η πρώτη κατηγορία παιδιών είναι σε αρκετές περιπτώσεις διπλά ευνοημένη: έχουν και περιουσία από τη μητέρα μη πρόσφυγα και επίδομα του κράτους από τον πατέρα πρόσφυγα. Βεβαίως, θα αντείπει κάποιος δεν υπάρχουν και γυναίκες που παντρεύτηκαν μη πρόσφυγες για να τακτοποιηθούν οικονομικά; Ασφαλώς, και υπάρχουν, αλλά συνήθως, όπως ξέρουμε, στην Κύπρο «παλαιόθεν και ως τώρα» την προίκα τη δίνει η γυναίκα. Έτσι, πολλοί άνδρες μη πρόσφυγες, μπορεί και να μην έχουν καθόλου περιουσία.

Ανακεφαλαιώνοντας, η εισήγησή μου είναι: επίδομα από το κράτος να παίρνουν όσα παιδιά έχουν πραγματική ανάγκη, με βάση τα εισοδηματικά κριτήρια, είτε είναι πρόσφυγες εκ μητρογονίας είτε εκ πατρογονίας. Το δικό μου παιδί γιατί να πάρει βοήθεια από το κράτος, αν δεν έχει ανάγκη; Επιπρόσθετα, αν θέλουμε να έχουμε κράτος προνοίας, το κράτος πρέπει να έρχεται αρωγός και σε όσους από τους μη πρόσφυγες έχουν ανάγκη.

Πέρασαν οι εποχές όπου οι άνθρωποι είχαν μάθει να τα περιμένουν όλα από το κράτος. Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν πιστεύει στην παθητικότητα, τη νωθρότητα, την έλλειψη πρωτοβουλίας, την ισοπέδωση. Και κάτι τελευταίο: η έγνοια πολλών για το πού θα ψηφίζουν όλοι αυτοί οι πρόσφυγες, επειδή με την αναγνώριση της Μητρογονίας η πλειονότητα των κατοίκων της Κύπρου θα θεωρούνται πρόσφυγες, μπορεί να ρυθμιστεί με διάλογο και συναίνεση. Κάποια χρυσή τομή θα βρεθεί, ώστε να μην ανατραπούν οι ισορροπίες μεταξύ των επαρχιών.

Όμως, όλα αυτά τα προβλήματα που ανεφύησαν λόγω της προσφυγοποίησής μας θα λυθούν μόνο, αν με τη βοήθεια του Θεού βρεθεί κάποια λύση. Διαφορετικά, οι «τυχεροί» σ’ αυτόν τον τόπο θα εξακολουθούν να ζουν και να βασιλεύουν παρασιτικά πάνω στη ράχη των υπολοίπων, είτε είναι πρόσφυγες είτε όχι. Έχει τα κότσια το κράτος να περιορίσει την ασυδοσία ορισμένων, να φορολογήσει την κερδοσκοπεία και τον αχαλίνωτο πλουτισμό; Έχει τα κότσια να αποκαταστήσει την αδικία που έγινε με τον ξεριζωμό μας; Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.