Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013


Δύο μήνες από την κοίμηση της μακαριστής πρεσβυτέρας Θέκλας Παντελή († 4 Νοεμβρίου 2012)


presvitera Thekla PanteliΥπερβάσα το «χαύνον» της γυναικείας φύσεως, το ασθενές και αδύναμο, για να θυμηθώ τον υμνογράφο «έδειξε ανδρεία και αντρίκεια ψυχή και φρόνημα».
Ευφυής, πολυτάλαντη, πληθωρική, χαριτωμένη. Φίλεργη, φιλόπονη, φιλάνθρωπη και φιλάρετη.
Με σπάνια ταλέντα και χαρίσματα. Ευειδής, καλλίφωνη, φιλόκαλη, ζωγράφος, με κλήση στη συγγραφή και την αληθινή καλλιτεχνία. Δεν μιλούσε ποτέ για τον εαυτό της και τα παιδιά της. Δεν κάγχαζε, δεν υψηγορούσε, δεν παινευόταν για τις επιτυχίες της.
Εφάρμοζε το πατερικό «λάθε βιώσας». Ποτέ δεν την άκουσα να κατηγορεί, να καταλαλεί. Ποτέ δεν την έιδα να ακηδιάζει, να πλήττει. Λαμπάδα καιομένη για τα παιδιά της, το Χριστό, όλο τον κόσμο.
Δεν καυχήθηκε ποτέ ότι πρώτευσε στο Γυμνάσιο Λύσης, το Παγκύπριο Εμπορικό Λύκειο Λάρνακος, την Παιδαγωγική Ακαδημία. Ως δασκάλα ήταν εξόχως χαρισματική. Ως πρεσβυτέρα ήταν υπόδειγμα υπομονής, πίστεως, αφοσιώσεως, συμπαραστάσεως στον ιερέα σύζυγό της. Ως σύζυγος ήταν σπάνια σε πιστότητα και αγάπη. Ως μητέρα ήταν μοναδική συνδυάζοντας αγάπη και επιμονή σε αρχές και αξίες. Ήταν για όλους μας σοφή σύμβουλος, σταθερή και άοκνη συμπαραστάτιδα, φοβερή προστασία!
Ήταν πάντα γενναία, θυσιαστική και ηρωική στη ζωή. Αναδείχθηκε όμως ηρωικότερη στην επάρατη ασθένειά της. Ποτέ δεν παραπονέθηκε. Ποτέ δεν λιποψύχησε. Ποτέ δεν γόγγυσε. Ήταν πάντα χαρούμενη και στήριζε και εμάς. Δεν την άκουσα ποτέ να λέει το γνωστό «Γιατί σε μένα;» Ήξερε καλά ότι αποτελούσε κι αυτή μέρος του μεγάλου προβλήματος, που λέγεται «πεπτωκυΐα φύση». Ζητούσε όμως παρακλητικά τη δύναμη ν’ άντέξει το πρόβλημα, την ασθένεια. Γι’ αυτό και στην πόρτα του ψυγείου της ανάρτησε για να βλέπει καθημερινά σχετική ρήση αγίου γέροντας. Έδωσε από καιρό οδηγίες για τα σχετικά με την κοίμησή της, που απαρέκλιτα και ευλαβικά τηρούμε.
Οι τελευταίοι δυο μήνες ήταν μαρτυρικοί για την αγαπημένη μας. Περίσσευααν όμως και πάλι η αληθινή αγάπη της, η βεβαία πίστη της, το όμορφο χαμόγελό της. Πόνεσε, ταπεινώθηκε, εξευτελίστηκε. Η αξιοπρεπής, η ευαίσθητη, η σεμνοπρεπής, Θέκλα μας! «Που έδυ το κάλλος της μορφής σου;» Η ζωή εν τάφω. Άκρα Ταπείνωσις. «Σιγησάτω πάσα σάρξ βροτεία». Πόσο δίκιο έχει ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος όταν τονίζει ότι στο Σταυρό είναι η Ανάστασις αλλά και μέσα στην Ανάσταση είναι ο Σταυρός. Χωρίς το ένα δεν υπάρχει το άλλο. Συνυπάρχουν, είναι αλληλένδετα.
Η Θέκλα Μπύρου Παντελή, η σύζυγος, η μητέρα, η γιαγιά, η θυγατέρα, η αδελφή, η οικοκυρά, η πρεσβυτέρα, ο άνθρωπος του Θεού έζησε μία σύντομη αλλά γεμάτη ζωή. Μεστή ελέους, χαρίτων και έργων αγαθών. Είχε βέβαια όντως πολλά ακόμα να προσφέρει και να επιτελέσει. Αφού όμως ο καλός Θεός μας έτσι οικονόμησε κάμπτουμε ταπεινά με εμπιστοσύνη τον αυχένα.
Η ασθένεια την ταπείνωσε έτι και έτι. Δεν είχε κοσμικά όνειρα και προσωπικές φιλοδοξίες. Έζησε «ως μηδέν έχουσα και τα πάντα κατέχουσα». Με επιμέλεια απέφυγε προαγωγή στην εργασία της την οποία είχε σίγουρη. Ο προσανατολισμός της ζωής της είναι πιά σαφέστερος. Να επιμελείται της ψυχής της, «πράγματος αθανάτου». Να φροντίζει τον οίκο της και τα παιδιά της που υπεραγαπούσε. Να μάθει να ψάλλει για να δοξάζει και να υμνεί το Θεό, να διακονεί σαν νεωκόρος στο παρεκκλήσιο του Αγίου Θεράποντος και να μανθάνει στα πολυαγαπημένα της εγγονάκια τα ελληνικά γράμματα.
Μάνα μας!
Σαν άγγελος ορθρινός, σαν εκείνο της μιάς των Σαββάτων, αναστάσιμος, στάθηκες στη ζωή μας. Σε ευγνωμονούμε για ό.τι ουσιαστικά πρόσφερες σε μας. Όχι μόνο το «ζήν» αλλά το «ευ ζήν». Στο σπίτι μας ήσουν για όλους ο συνδετικός κρίκος, η ισορροπία, η συνοχή, η αρμονία, η μελωδία μας. Είσαι για μας ό,τι ακριβό. Το τιμαλφές της λευϊτικής οικογένειάς μας. Η ιερά παρακαταθήκη μας. Είσαι τώρα ο πρεσβευτής, η πρέσβειρά μας κοντά στο Νυμφίο Χριστό, που υπεραγάπησες. Είμαστε βέβαιοι, πως θα έχουμε και τώρα θωπευτικές στη ζωή και την οικογένειά μας τις αγίες πρεσβείες σου. Δεν σε χαιρετώ γιατί θα είσαι πάντα μαζί μας. Να έχουμε πάντα την ευχή σου.

(Επικήδειος από τον σύζυγο της μ. πρεσβυτέρας π. Κλεάνθη Παντελή κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία στον Ι. Ν. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Λάρνακα).


Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

2 Ιανουαρίου 2012


Πέρσι, σαν τέτοια μέρα
Επισκεφτήκαμε τον Γέροντα Εφραίμ στη φυλακή
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου
Δύο Ιανουαρίου σήμερα του 2013. Ευχόμαστε σε όλους καλή χρονιά κι ευλογημένη. Πέρσι, τέτοια μέρα κινήσαμε για την Αθήνα με την καλή μου φίλη κ. Μαργαρίτα Γεωργιάδου για να επισκεφτούμε τον Γέροντα Εφραίμ στις φυλακές του Κορυδαλού. Ποιον; Τον άνθρωπο με την άδολη καρδιά που χωράει όλο τον κόσμο.



Βυσσοδομούσαν οι δυνάμεις του σκότους και βρήκαν ως εξιλαστήριο θύμα έναν ηγούμενο, έναν μοναχό ακτήμονα, για να στρέψουν την οργή του κόσμου εναντίον του. Πίστευαν ότι αυτοί θα τα κατάφερναν να υποκλέψουν με ψεύτικες υποσχέσεις και με δημιουργία δήθεν «σκανδάλων» την εξουσία. Και το πέτυχαν.

Ο λαός, ως συνήθως, παραπλανημένος και ευκολόπιστος, παρασύρθηκε από τα «ψεύτικα λόγια, τα μεγάλα», και τους ψήφισε. Στήριξαν, δηλαδή, την επιβίωσή τους στις κίβδηλες κατηγορίες εναντίον του Αγίου Όρους και κατ’ επέκταση εναντίον της Παναγίας μας, της προστάτιδάς του.

Προσωρινά, φάνηκε ότι πέτυχαν τον ανίερο σκοπό τους. Έβαλαν τον Γέροντα Εφραίμ στη φυλακή σαν έναν κοινό εγκληματία, ενώ αυτό που έκανε ήταν να προστατεύσει τα κεκτημένα της Μονής του, που κάποιοι «σαρδανάπαλοι» αμοραλιστές για ιδιοτελείς σκοπούς τα είχαν σφετεριστεί.

Και το μεγάλο και κραταιό άλλοτε κόμμα τους, σήμερα «στάκτη κι αποκαϊδια». Προς Θεού, δεν επιχαίρουμε, ούτε είναι αυτός ο σκοπός του παρόντος άρθρου. Απλώς, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι όποιος τα βάζει με τον Θεό και τους ανθρώπους του, διαπράττει «Υβριν» η οποία τιμωρείται, αργά ή γρήγορα. Η Τίσις ή η Νέμεσις έρχεται τιμωρός, για να επέλθει η «Κάθαρσις» και να αποκατασταθεί η διασαλευθείσα τάξη του κόσμου.
Ο Γέροντας, όμως, προσεύχεται γι’ αυτούς, ίσως ανανήψουν και σώσουν την ψυχή τους. 

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013


Χριστούγεννα στη Φυλακή

[el]image1 (2) Συνταρακτικά Περιστατικά Φυλακισμένων Ρουμάνων Ομολογητών και Μαρτύρων του 20ου αιώνα
Τίργου – Όκνα – 1951
Όλος ο σοσιαλιστικός κόσμος είναι μια μεγάλη φυλακή, με κέντρο τις υψηλής έντασης φυλακές του. η διαδικασία που διεξάγεται έντονα στις φυλακές, κατόπιν σκορπίζεται σχεδόν διαλυμένη στο λαό, αλλά με συμπεράσματα εξίσου ολέθρια. Στις φυλακές βασανίζονται οι ισχυρές προσωπικότητες, που αντέχουν στην προσπάθεια αλέσματός τους, ενώ οι όχλοι εντυπωσιάζονται εύκολα από την πανίσχυρη προπαγάνδα και από τις καθημερινές απειλές αναφορικά με την οικογένεια, την υπηρεσία, την κατοικία, το μισθό και την ελευθερία, οι οποίες όλες μονοπωλούνται από το κόμμα.
Δεν υπάρχει παρά μόνο η δυνατότητα να πειθαρχείς στο κόμμα, να εργάζεσαι γι’ αυτό, να εκμαυλίζεσαι όπως το ζητάει αυτό, διότι εξαρτιέσαι γενικά απ’ αυτό.

Δεν έχουμε πια ιδιοκτησία, όχι για να μη μας εκμεταλλεύονται οι άλλοι, αλλά για να μας απομυζούν τα πάντα. Έχει καταργηθεί πια σ’ εμάς κάθε εξουσία, όχι για να μην τυραννούμε τους άλλους, αλλά για να μας τυραννούν οι άλλοι. Επομένως, ο λαός είναι η διακριτική ιδιοκτησία της κομμουνιστικής εξουσίας. Άρα οι λαοί μπορούν μόνο να υπακούουν, να εργάζονται, να ψεύδονται, να πολεμούν και να διαφθείρονται βαθμιαία, σύμφωνα με το σοσιαλιστικό μαρξιστικό-λενινιστικό κατεστημένο.

Οι φυλακές είναι το κραταιό επιχείρημα-φόβητρο των κομμουνιστών. Έχω μάθει ότι ο θάνατος δεν είναι τελικά ο πιο μεγάλος φόβος. Η σκλαβιά που φέρνει τον εκμαυλισμό της ψυχής, είναι το βασικό κλειδί της απελπισίας, όταν το κακό γίνεται ανεπίστροφο και δυναμικότατο. Με μια τέτοια ζωντανή, πραγματική και πιεστική εμπειρία συνεχίζαμε να υπάρχουμε στις φυλακές μετά το 1950.

Ήταν χειμώνας του 1951. Πάλι τα Χριστούγεννα. Ήμασταν στο θεραπευτήριο-δεσμωτήριο στο Τίργου Όκνα, ένα νέο θεραπευτήριο, προοριζόμενο να υποκρύπτει το αληθινό πρόσωπο των φυλακών. Οι εδώ φυματικοί βαστούσαν μέσα τους τις αναμνήσεις από το Πιτέστι, την Γκέρλα, το Κανάλι, από τα ορυχεία και τα φονικά στρατόπεδα.

Είχαμε αρκετό φαγητό, αλλά δεν το ανέχονταν πια οι φωλιασμένες στα «σπήλαια» πληγές μας. Μας άφηναν στην αυλή του θεραπευτηρίου, αλλά περιβαλλόμασταν από δύο σειρές πολύ υψηλών τοίχων. Δεν ξυλοκοπιόμασταν πια, αλλά απειλούμασταν συνεχώς με την επιστροφή στο Πιτέστι ή στο Κανάλι. Υπήρχε μια ισχυρή σχέση μεταξύ μας, αλλά είχαμε ανάμεσά μας και πολλούς προδότες, προερχόμενους είτε από το Πιτέστι, είτε από άλλα φοβερά μέρη της τρομοκρατίας.

Ήμασταν σ’ ένα θεραπευτήριο, αλλά είχαμε φάρμακα μόνο στον κατάλογο. Υπήρχε και μια γιατρίνα που μας νοσήλευε, αλλά ήμασταν εκατοντάδες ασθενείς και καθημερινά πέθαιναν ανά δύο-τρεις. Μ’ ένα φέρετρο, με το ίδιο πάντα βρόμικο φέρετρο, μεταφέρονταν όλοι οι νεκροί στο κοινό νεκροταφείο, χωρίς σταυρό ή ιερέα. Δεν επιτρεπόταν να προσευχηθείς ούτε στο θάνατο κάποιου ανθρώπου. Δεν υπήρχε δικαίωμα ούτε για ένα κερί, δικαίωμα τόσο πολύτιμο στη χριστιανική μας παράδοση. Δεν είχαμε καμία σχέση με τις οικογένειές μας, καμιά είδηση δεν είχαμε από τον κόσμο. Μαθαίναμε ανά έξι μήνες ή ακόμη ανά έτος ένα σπουδαίο πολιτικό γεγονός.

Κι όμως ακόμη ελπίζαμε. Μερικοί είχαν μια παιδαριώδη πολιτική ευπιστία, ώστε περίμεναν ότι μια μέρα θα έρθουν οι Αμερικάνοι. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι η Δύση μας έχει εγκαταλείψει στον κομμουνισμό. Ακόμη δε μάθαμε τι είχε γίνει στη Γιάλτα και, ιδιαίτερα, πολλοί από μας δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι τα συμφωνητικά με τους σοβιετικούς θα ισχύουν και μετά το θάνατό μας. Οι ιερείς μας στραγγαλίζονταν μαζί με τους λόγιους, τους εργάτες και τους αγρότες. Ήταν δεκαπλάσιοι εργάτες στις φυλακές από εκείνους που βρίσκονταν στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Και αυτό γινόταν σ’ ένα καθεστώς δήθεν εργατικό.

Λόγω των κρατουμένων, που ανήκαν στην υψηλή κοινωνία, η ατμόσφαιρα στο δεσμωτήριο του Τίργου Όκνα ήταν πολύ υψηλής ποιότητας. Πρώτα καλλιεργούνταν μια ειλικρινής θρησκευτικότητα, με μία εντυπωσιακή και πηγαία επικοινωνία μεταξύ τους, που γινόταν κοντά και γύρω από τον Βαλέριο Γκαφένκου, έναν έξυπνο και καλοκάγαθο άνθρωπο, στον οποίο κατοικούσε ο Χριστός. Εκεί ζούσε κανείς το Χριστιανισμό στην πρωτογενή του μορφή. Βιωνόταν η νοερά προσευχή, όπως στις εποχές της παραδοσιακής παλαιάς πνευματικότητας. Οι ψυχές καθαρίζονταν μέσω της ιεράς εξομολόγησης και μέσω ειλικρινών και φιλικών εξομολογήσεων μεταξύ μας. Η αγάπη μεταξύ μας ήταν τόσο δυνατή ώστε δεν μπορούσε να την χαλάσει η πιο οδυνηρή τρομάρα στην οποία ζούσαμε. Όσο μας έσφιγγε ο κλοιός του μίσους, τόσο μας ένωσε η αγάπη μεταξύ μας. Δε χρειάζονταν ούτε λόγια διότι καταλαβαίναμε αμέσως το πνεύμα του καθενός, καλό ή κακό.

Υπήρχε μεταξύ μας ένας μεγάλος συναγωνισμός αυτοθυσίας. Κανένας δεν ανήκε μόνο στον εαυτό του, αλλά στην κοινωνία. Τα πάντα ήταν κοινά και ο καθένας έδινε με χαρά και το πουκάμισο, και το ψωμί, και το φάρμακο, ακόμη και τη ζωή του. Ο ένας για τον άλλο, ο ένας για όλους και όλοι για έναν. Ήμασταν μια ψυχή, μια θέληση, ένας νους, μια ελπίδα. Ο καθένας ήταν ένας θησαυρός για όλους. Έτσι, καλλιεργούμασταν πνευματικά και ενωνόμασταν όλο και περισσότερο με τον Χριστό, τον οποίο νιώθαμε ζωντανό, παρόντα και ενεργό. Αλλά και ο αντίχριστος ήταν αιφνίδιος, θηριώδης και βασανιστικά παρών.

Όταν ένας από μας ήταν σε ψυχικό κίνδυνο, και φοβισμένος μήπως πέσει, όλοι τον βοηθούσαν. Εκεί έμαθα πόσο αναγκαία ήταν όχι μόνο η προσευχή του ενός για τον άλλο, αλλά και η αγάπη, η ομολογία, ο λόγος, η ώθηση, το παράδειγμα, το θάρρος και ο κίνδυνος να σηκώνεις το βάρος του άλλου. Όλοι περνούσαμε δύσκολες σωματικές και ψυχικές δοκιμασίες και αν δεν υπήρχε η στενή πνευματική μας σχέση, η ακαταπόνητη προστασία και η απόλυτη αυτοθυσία, όλοι θα πέφταμε, σ’ εκείνες τις αβάστακτες συνθήκες.

Οι δυνάμεις της αντοχής μας συγκεντρώνονταν γύρω από το πρόσωπο του Βαλερίου, ο οποίος μας ενίσχυε πνευματικά. Πηγαίναμε σ’ αυτόν να πάρουμε ενίσχυση όποτε αδυνατούσαν οι ψυχές μας. Τον νιώθαμε σαν μια πηγή χάριτος που μας ένωνε με τον ουρανό και μας προφύλαγε από την κόλαση στην οποία ζούσαμε. Γύρω του κάθονταν, χωρίς εκ των προτέρων να έχει καθορισθεί η θέση τους, όλοι για να ακούσουν κάτι το πνευματικό από το στόμα του. Εκεί, τότε, άλλοι για πρώτη φορά γνώριζαν κάτι για την πίστη, άλλοι προσπαθούσαν, και άλλοι, πιο απόμακροι, έδειχναν μόνο ένα σεβασμό χωρίς υποκρισία. Αλλά κι αυτοί ανέπνεαν τον ίδιο αέρα. Οι πιο απόμακροι ήταν οι αναμορφωτές και οι προδότες, που αποτελούσαν τον πύρινο κύκλο στον οποίο καίγονταν οι ψυχές μας.

Προσπάθησαν πολλές φορές και οι αναμορφωτές να δημιουργήσουν ένα κέντρο συγκέντρωσης των πνευμάτων του σκότους, αλλά δεν το κατάφεραν. Απέναντι στους κομμουνιστές και τους δεσμοφύλακες αμυνόμασταν πιο εύκολα, διότι μας διαχώριζαν οι στολές και το νομικό καταστατικό. Αυτοί ήταν οι άρχοντες, εμείς οι δούλοι. Πολύ πιο δύσκολα όμως μπορούσαμε να προφυλαχθούμε από τους αναμορφωτές, από τους οποίους, παρόλο που ζούσαμε τόσο κοντά, μέσα στους ίδιους τοίχους και ροκανισμένοι από τους ίδιους βακίλους της φυματίωσης, ήμασταν όμως ρητά, κατηγορηματικά και δραματικά χωρισμένοι. Ωστόσο, ήμασταν ευτυχείς που δεν είχαμε κρυφούς προδότες κατασκόπους. Γνωριζόμασταν πολύ καλά μεταξύ μας και ζούσαμε σε δύο ξεχωριστούς κόσμους. Ήμασταν δύο ομάδες ανθρώπων που είχαμε διαφοροποιηθεί μέσω της θωριάς, της ματιάς, των χειρονομιών, των κινήσεων και της συμπεριφοράς.

Ο τύπος ενός χριστιανού ήταν ήρεμος, ήπιος, απασχολημένος με λογισμούς, που εκδηλώνονταν σε καλές πράξεις, στη διάθεση αυτοθυσίας, στη μεγάλη υπομονή, σε μια περιεκτική και βαθειά αντίληψη των πραγμάτων, ώστε η ματιά ήταν φωτεινή, τα πρόσωπα γελαστά, οι κινήσεις σοβαρές και προσεκτικές. Ήταν άνθρωποι που χαροποιούσαν και τον αέρα και κατέβαζαν τον ουρανό στη γη.

Διαφορετικός απ’ αυτούς ήταν ο τύπος του σατανά. Ήταν ανήσυχος, βιαστικός, αμφίβολος, φοβισμένος, τεταμένος, άδειος εσωτερικά, πάντα κυνηγημένος από τη δική του συνείδηση, με υαλώδη ματιά, με περιφρονητικό χαμόγελο, με πονηριά στο πρόσωπο και μίσος στο λόγο. Ήταν ανειλικρινείς άνθρωποι, πάντα σε καρτέρι, εγωιστικοί, με την ύβρη στο στόμα και έτοιμοι να εκτελέσουν διαταγές για φρικιαστικά εγκλήματα.

Υπήρξαν και μερικοί αναμορφωτές που κατάφεραν να διορθωθούν και δέχθηκαν με θερμότητα το χριστιανικό ήθος. Υπήρξαν και άλλοι που προσποιήθηκαν τη μετάνοια για να μας κατασκοπεύσουν, αλλά αυτοί διακρίνονταν πολύ εύκολα, διότι οι ψυχές μας ήταν τόσο πολύ ευαισθητοποιημένες, ώστε διέκριναν εύκολα τα πνεύματα.

Παρόλο που οι αναμορφωτές μας τρομοκρατούσαν, τους συμπαθούσαμε και προσευχόμασταν γι’ αυτούς, διότι στους περισσότερους βλέπαμε παλαιούς φίλους, καλούς ανθρώπους, μεταμορφωμένους σε παλιανθρώπους δια της τρομάρας της μαρξιστικής-λενινιστικής «αναμόρφωσης». Αυτή η «αναμόρφωση» ήταν ένας μηχανισμός δήθεν λογικός, ο οποίος διέλυε εσωτερικά τον άνθρωπο και μετά προσπαθούσε με εκτρωματικές μεθόδους, να τον κάνει σοσιαλιστή, ενώ στην αλήθεια τον μετέτρεπε σε άγριο θηρίο. Και κανένας δεν μπορεί να γλυτώσει χωρίς ταλαιπωρίες από τη σειρά των βασανιστηρίων της υλιστικής-διαλεκτικής «αναμόρφωσης».

Τα αποτελέσματα της «αναμόρφωσης» και της μαρξιστικής αγωγής είναι αποκλειστικώς εγκληματικά, θηριώδη, παρηκμασμένα, απάνθρωπα, τα οποία καθαιρούν την ίδια την ανθρώπινη φύση. Άρπαξαν από τους ανθρώπους τα υπάρχοντά τους, αλλά αυτοί έγιναν πιο εγωιστές, πιο κλέφτες, γιατί ποτέ δεν τα παραχώρησαν με τη βούλησή τους. Τους επιβλήθηκε αυτή η κατάσταση από το Κόμμα, τη δήθεν δικαιοσύνη, και την κοινωνική ισότητα, αλλά οι άνθρωποι μισούνται περισσότερο μεταξύ τους, αλληλοβασανίζονται και γίνονται σαδιστές, διότι δεν πηγάζουν από μέσα τους ούτε η αγάπη για τους συνανθρώπους τους, ούτε η καλοσύνη, ούτε η ισότητα. Ήταν αδιάφοροι ο ένας για τον άλλο.

Υποσχέθηκαν στους ανθρώπους τον παράδεισο εδώ στη γη, αλλά το Κόμμα τους απαγόρευσε ταυτόχρονα τον παράδεισο του ουρανού. Τους προσφέρθηκε η απόλαυση των αισθήσεων, αλλά έχασαν τη χαρά της ψυχής. Τους υποσχέθηκαν ότι όλα θα είναι καλά και όμορφα, αλλά μέσα τους δεν υπήρχε ούτε το καλό, ούτε η ομορφιά και, όταν εξαφανίστηκε και η λαχτάρα των ουρανών, ένιωσαν ότι είναι φυλακισμένοι στη γη. Και όταν δελεάστηκαν με τα σαρκικά πάθη, έγιναν θηρία και κτήνη, χωρίς ψυχές ή συνείδηση, αμαυρώνοντας τα πάντα γύρω τους. Διότι τελικά οι άνθρωποι, που δεν αγιάζονται μέσα τους, βρομίζουν τον κόσμο με ό,τι πιο κακό και ακάθαρτο έχουην στην ψυχή τους. Επομένως, όλο το… καλό που εκβιαστικά γίνεται δεκτό από τις συνειδήσεις τους, μόνο κακό και ανατρεπτικό μπορεί να είναι.

Στο Τίργου Όκνα ήταν άνθρωποι που ποθούσαν να είναι του Χριστού, σαν τους αγίους. Άλλοι άνθρωποι τρομοκρατημένοι από το καθεστώς, τελικά έγιναν μαρξιστές και ήταν σαν τους δαίμονες.

Δεν ήταν έντονη στο δεσμωτήριο μόνο η πνευματική ζωή, αλλά ταυτόχρονα και η διανοητική, η πολιτική και η ανθρώπινη ζωή. Σ’ εκείνες τις δύσκολες συνθήκες ο καθένας διέθετε στους άλλους ό,τι ήξερε. Ο ένας μιλούσε για την ιατρική, ο άλλος για τη φιλολογία, ο άλλος για την ιστορία, ο άλλος για την επιστήμη, ο άλλος για την πολιτική. Ακόμη και οι ταπεινές γνώσεις, όπως είναι η δουλειά των αγροτών και των βοσκών, συζητούνταν και γίνονταν κοινά αγαθά.

Μαθαίναμε να σκεφτόμαστε πολιτικά, διότι κάθε πολιτική έχει τη φιλοσοφία της, τις μεθόδους της, την πνευματικότητά της και το επίπεδο της μεγάλη ανθρώπινης σημασίας της. Εμβαθύναμε στις ιδεολογίες και στις ψυχολογίες μέχρι να βρούμε το πνευματικό τους περιεχόμενο. Μελετούσαμε και τα διάφορα πολιτικά-κοινωνικά μοντέλα, μέχρι τα τελευταία τους αποτελέσματα.

Έτσι μάθαμε πολιτική, χωρίς να γνωρίζουμε τα όριά της. Καταλάβαμε ότι η τελευταία ελπίδα απολύτρωσης των ανθρώπων είναι η πνευματικότητα και ότι όλα τα άλλα επίπεδα πρέπει να υποτάσσονται σ’ αυτήν. Και η πνευματικότητα σημαίνει πρώτα ελευθερία, αλλά με την αληθινή της έννοια· διότι αλλιώς η ίδια η ελευθερία ανοίγει τις πύλες της άρνησης του καλού και της διολίσθησης από πλάνη σε πλάνη, μέχρι το μεγάλο σκοτάδι της αθεΐας.

Πέρα από πολιτική και φιλοσοφία, στα δεσμωτήρια της πόλεως Τίργου Όκνα διδασκόταν και η λογοτεχνία, ιδιαίτερα η ποίηση, καθώς και η μουσική. Επίσης, μαθαίνονταν απέξω τα Ευαγγέλια, οι Χαιρετισμοί και χιλιάδες άλλοι στίχοι. Έμαθαν οι κρατούμενοι ξένες γλώσσες και μερικοί έγιναν πραγματικά γλωσσομαθείς. Μάθαιναν τις λέξεις προφορικά ή συχνά με σημειώματα σε σαπούνι, στη ζώνη ή σ’ ένα μπουκαλάκι φαρμάκων σκεπασμένο με λιπαρά και με ταλκ-πούδρα. Γράφονταν οι λέξεις με μια ακίδα σύρματος ή με ένα λεπτό ξύλο σαν σουβλί.

Έγιναν ακόμη και συστηματικά μαθήματα, στο τέλος των οποίων οι φοιτητές κρατούμενοι ήταν έτοιμοι να περάσουν με επιτυχία τις εξετάσεις, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβαν ποτέ εκείνη την ευτυχισμένη μέρα. Γίνονταν φιλοσοφικές και επιστημονικές εισηγήσεις μεγάλης διανοητικής αξίας. Απλοί άνθρωποι ανέπτυσσαν ευχερώς εκλεκτικές ιδέες και θεωρίες, θαμπώνοντας συχνά με την ικανότητά τους για σύνθεση ακόμη και τους πιο σπουδαίους λογίους.

Όλα αυτά, και πολλά όμοια, εμπλούτισαν τις ψυχές και τις σκέψεις των εκεί κρατουμένων. Εκεί οι άνθρωποι δε διαχωρίζονταν σε πολιτικά κόμματα, ούτε σε κοινωνικές τάξεις ή σε υπηκοότητες. Εκεί ανώτατη αξία ήταν ο άγιος άνθρωπος, η αγία ζωή, το αγιασμένο πνεύμα. Οι αξίες ιεραρχούνταν μόνες τους, όπως και οι άνθρωποι, που δεν είχαν στη φυλακή πια τα μέσα για να κρύψουν τα κουσούρια τους.

Ήμασταν φυλακισμένοι εκεί, χωρίς ελπίδα αποφυλάκισης, τρομοκρατημένοι, άρρωστοι και απομονωμένοι. Πολλοί ήταν ανάπηροι και καθηλωμένοι στο κρεβάτι. Αυτοί μεταφέρονταν στα δωμάτια του ισογείου, ενώ εμείς, από τον πρώτο και το δεύτερο όροφο, οι πιο υγιείς, είχαμε διοργανώσει ένα πρόγραμμα εθελοντικής εργασίας γι’ αυτούς. Η αφοσίωση της διακονίας μας ήταν ολική, μέχρι τα όρια της αντοχής μας. Με αγάπη υπηρετούσαμε τους φυματικόυς, και οι φυματικοί απαντούσαν με ίδια αγάπη, με ευγνωμοσύνη και αισθητικότητα.

Τους βαρύτερα από μας ασθενείς τους ταΐζαμε, τους πλέναμε, τους ξεβρομίζαμε, δηλαδή τους εξυπηρετούσαμε σε όλες τις ανάγκες τους. Ο χοντρός, υπόκωφος, ξερός βήχας τους αντιβούιζε συνεχώς και συνοδευόταν με το περίεργο κελάηδημα των κουκουβαγιών. Οι αιμοπτύσεις είχαν γοργή εξέλιξη και εξαντλούσαν τους ασθενείς, αλλά και τους ερασιτέχνες νοσοκόμους. Είχαμε μάθει πόσο καιρό ακόμη έχει να ζήσει ο καθένας, από την όψη, την οσμή, τη γενική κατάστασή του, πέρα από τις ιατρικές διαγνώσεις.

Τα δωμάτια 3 και 4 ήταν οι νεκροθάλαμοι. Εδώ πέθαναν οι περισσότεροι από μας. Εδώ τους υπηρετούσαμε μέρα νύχτα. Και επειδή ήμουν από τους σχεδόν έγκρίτους κρατουμένους, τη νύχτα των Χριστουγέννων ήθελα να υπηρετώ στο δωμάτιο 4.

Ήταν ένας ατάραχος χειμώνας, με χιόνια, αλλά χωρίς παγωνιά. Οι γύρω λόφοι είχαν ασπρίσει. Οι καμπάνες της κοντινής Σκήτης μας ανήγγειλαν τις προσευχές των μοναχών και ενωνόμασταν μαζί μ’ αυτούς και με όλη τη χριστιανική κοινωνία σε μια μυστική προσευχή. Σκεπάζονταν, ωστόσο, οι σιωπηλές αέρινες προσευχές μας, απ’ αυτούς τους βλάσφημους ανθρώπους που καταριόνταν και ύβριζαν τους κρατουμένους, που ήταν μεταξύ ζωής και θανάτου. Αυτές οι προσευχές μας έφθαναν στους ουρανούς και τους κατέβαζαν στη γη, και πιστεύω ότι ο Θεός θα ελεήσει αυτόν τον κόσμο και γι’ αυτές τις μεγάλες και πιστές ψυχές από το (δεσμωτήριο) του Τίργου Όκνα.

Στο δωμάτιο 4 ήταν τότε τοποθετημένοι, μεταξύ των άλλων, και ο αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Ίσκου, δίπλα του ένας Εβραίος και πρώην σοβιετικός, τώρα σιωνιστής και, τέλος, ο Ιωάννης, ο φίλος μου από το Πιτέστι, που ήταν βαρειά άρρωστος. Στη δεξιά πλευρά του δωματίου, σ’ ένα κρεβάτι ήταν ο Βαλέριος, ο πιο αγαπημένος μου αδελφός.

Ο Ιωάννης και ο πατήρ Γεράσιμος ήταν ετοιμοθάνατοι. Ο Βαλέριος είχε ξαποστάσει λίγο και, μετά από την κανονική βραδινή προσευχή, τώρα συγκεντρωνόταν για να συνθέσει κάποια ποιήματα. Επίσης, ήθελε αυτή τη νύχτα να αφιερώσει ιδιαίτερα κάλαντα για το Τίργου Όκνα.
Πλησίασα απλά τον πατέρα Γεράσιμο, που καθόταν με τα μάτια κλειστά. Ήταν αδύνατος σαν ένα φάντασμα. Ήταν στο Κανάλι, όπου εργαζόταν 16 ώρες σε διαχειριστικό πρόγραμμα. Είχε μεταφερθεί εκεί στην ειδική ταξιαρχία για ιερείς, με γρήγορο κανονισμό αφανισμού. Στο Κανάλι ο πατήρ Γεράσιμος ενεθάρρυνε πολύ τους φίλους του, βοηθούσε πολλούς στη δουλειά και ήταν στη διάθεση όλων για ορθόδοξες Ακολουθίες. Εξασκούσε τη νοερά προσευχή και είχε πνευματικά εφόδια, που τον κρατούσαν ακέραιο παρ’ όλες τις βρομιές.

Οι προδότες όμως τον πρόδωσαν πάρα πολλές φορές ότι εξομολογούσε και κοινωνούσε άλλους κρατουμένους. Οπότε τον χτύπησαν άγρια, τον απομόνωσαν, του επέβαλαν αναγκαστική πείνα και τον τρομοκράτησαν. Όμως το πνεύμα του δε βλάφτηκε. Ο αγιασμένος ασκητής αρρώστησε από φυματίωση, έπεσε στο κρεβάτι και, σχεδόν ετοιμοθάνατος, μεταφέρθηκε στο Τίργου Όκνα, να πεθάνει… ανθρωπιστικά.

Η παρουσία του στο θεραπευτήριο ήταν αποκαλυπτική της τέχνης που διέθετε για να μπαίνει μέσα στις ψυχές των ανθρώπων και να τους ενθαρρύνει. Ήταν πολύ έμπειρος εξομολόγος. Προσφερόταν με χαρά στους φυλακισμένους που τον ζητούσαν, παρόλο που ο ίδιος υπέφερε από τους πόνους του.

Έδινε ακόμη οδηγίες για ησυχαστική ζωή, όχι μόνο από αυτά που είχε διαβάσει, αλλά και από την πλούσια μυστική εμπειρία του.
Με δέος, λοιπόν, τον πλησίασα, για να δω πώς πάει. Με αντιλήφθηκε και άνοιξε τα μεγάλα, μελανά και βαθειά του μάτια:

– Ήρθες; …χαίρομαι. Ήμουν μακριά, σε μέρη με πρασινάδες, με ψαλμωδίες και ευωδίες, μέσα στο φως του Θεού. Εκεί είναι θαυμάσια. Είναι ειρήνη. Δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια τι είναι εκεί. Είναι τόση ευτυχία, ώστε ακόμη και η χαρά της όψης σου φαίνεται σαν θλίψη. Θα φύγω σύντομα, μπορεί και τώρα, τη νύχτα των Χριστουγέννων. Και αυτό είναι ένα δώρο του Θεού. Δεν ξέρω πώς να Τον ευχαριστήσω… Δεν ξέρω πώς να κάνω τους ανθρώπους να ζουν τον Θεό, την απόλυτη χαρά.

Έχω τη βεβαιότητα της αιώνιας ζωής, συμμετέχω ήδη σ’ αυτήν. Δεν με φοβίζει ούτε η Κρίση, διότι πάω με ταπεινή σκέψη και με ελπίδα μόνο στο έλεος και στην Χάρη του Κυρίου… Τα πνεύματα του σκότους τώρα κυβερνούν τους ανθρώπους, αλλά να μην φοβάστε. Ο Χριστός είναι κοντά. Και ο κόσμος χρειάζεται πολλή θλίψη, για να συνέλθει… Οι εχθροί νομίζουν ότι έχουμε νικηθεί, αλλά αρνούνται την ενέργεια του Θεού στην ιστορία και δεν γνωρίζουν τα θελήματά Του…

Σταμάτησε λίγο, ανάπνευσε βαθειά, μετά συνέχισε:
– Εδώ κάποτε θα γίνονται προσκυνήματα… Σήμερα είμαστε λίγοι, αλλά ακόμη υπάρχει πίστη στον κόσμο και ο κόσμος θα λυτρωθεί. Αυτό τώρα φαίνεται απίστευτο, αλλά υπάρχει μια θεϊκή παιδαγωγική και αυτή θα αναγεννήσει την ανθρωπότητα. Λοιπόν, να είστε ευλογημένοι! Γνώρισα εδώ ανθρώπους μπροστά στους οποίους ο νους μου ταπεινώνεται. Πες στον Βαλέριο να προσεύχεται για μένα. Να προσευχηθείτε κι εσείς! Είμαι ευτυχής που έφτασα σ’ αυτή την ώρα….
Μιλούσε αργά, αλλά με μεγάλη δύναμη, ώστε ήμουν βαθειά εντυπωσιασμένος. Έκλεισε πάλι τα μάτια και αποτραβήχτηκε στην πόρτα της αιώνιας ζωής. Τη συνομιλία μου με τον πατέρα Γεράσιμο την είχε ακούσει συγκινημένος ο Εβραίος Ιάκωβος, που ήταν στο διπλανό κρεβάτι. Έβαλα το χέρι μου στο μέτωπό του.
– Έχεις πυρετό; τον ρώτησα.
– Όχι, μου απάντησε. Αισθάνομαι καλά… εδώ είναι ένας κόσμος που δεν έχω σκεφτεί ότι μπορεί να υπάρχει. Πάντως είναι ένας τελείως αντίθετος κόσμος σε σύγκριση μ’ εκείνον που έχω εγώ. Είναι συνταρακτικό για μένα να σμίξω πνευματικά στη χριστιανική ατμόσφαιρα που την απώθησα με εμπάθεια σ’ όλη τη ζωή μου, πρώτον μέσω του υλισμού και δεύτερον, διά του σιωνισμού. Η νύχτα των Χριστουγέννων, η οποία πάντα προκαλούσε λαχτάρα στην ψυχή μου, σήμερα με πλημμυρίζει διά της θεϊκής της πραγματικότητας. Διότι αυτά που γίνονται εδώ δεν είναι ανθρώπινες και φυσικές ενέργειες, αλλά θεϊκές. Το λέει αυτό ένας υλιστής, ένας άθεος κι ένας Εβραίος!… Και η ομολογία μου δεν είναι μια φάρσα. Μπροστά στο θάνατο ο άνθρωπος γίνεται ειλικρινής και έχει τη δυνατότητα να δει την αλήθεια. Μάλλον σε ξαφνιάζει αυτή η ομολογία, αλλά αυτή γεννήθηκε μέσα μου σιγά σιγά, πέρα από τη θέλησή μου. Είναι μια απαραίτητη αναγνώριση της πραγματικότητας. Ο αληθινός Θεός είναι ο Χριστός!

Λέγοντας αυτά τα λόγια, έκλαιγε. Ήταν βαθειά συγκινημένος. Προσπαθούσα να τον καταλάβω, να συμμετάσχω στη δραματική στιγμή που ζούσε. Σιώπησε για ένα διάστημα. Κάθισα δίπλα του στο κρεβάτι, κρατώντας το χέρι του στα χέρια μου. Προσευχόμουν από την καρδιά μου. Τι περισσότερο θα μπορούσα να κάνω;

Ήξερα καλά ότι δεν μπορώ να καταλάβω τον ψυχικό συναισθηματισμό του, διότι εγώ γεννήθηκα χριστιανός και έχω ζήσει χριστιανικά, ενώ αυτός ήταν Εβραίος, έγινε κομμουνιστής και τώρα σιωνιστής. Μια τέτοια ψυχή περνάει μέσα από οδυνηρούς τραυματισμούς κάθε φορά που κάνει μια καινούρια ανακάλυψη στα πνευματικά. Και η τωρινή χριστιανική ομολογία του ήταν μια κατηγορηματική και ανεπίστρεπτη αναστροφή ολοκλήρου του παρελθόντος.

– Σ’ ευχαριστώ που με αφουγκράστηκες, μου είπε μετά από ένα διάστημα. Μπορεί σύντομα να είμαστε αδέλφια εν Χριστώ!
– Να σε βοηθήσει ο Θεός! του είπα συγκινημένος, και σηκώθηκα να πάω στον Ιωάννη.
Ο Ιωάννης ανέπνεε γρήγορα και είχε πυρετό. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό και εξουθενωμένο. Η φύση όμως διατηρούσε ακόμη μια ζωτική ισορροπία μέσα του. ήξερα ότι ο θάνατος ήταν κοντά. Το ήξερε και ο ίδιος.
– Σήμερα εξομολογήθηκα και ετοιμάσθηκα για αναχώρηση, μου είπε. Λυπάμαι, όμως, που πεθαίνω και δε βλέπω τη λύτρωση της Χώρας….
Σταμάτησε για να ξεκουραστεί. Ανέπνεε δύσκολα. Σε λίγο συμπλήρωσε:

– Μόνο η πίστη στον Θεό μού παρέμεινε. Μάλλον τουλάχιστο τώρα, σ’ αυτή την ιστορική στενότητα, ο κόσμος θα καταλάβει τι είναι όντως η πίστη στον Θεό!… Τώρα για μένα είναι αργά… Σβήνω… Συχνά έχω την εντύπωση ότι γίνεται σκοτάδι, μετά ξεσπάει ένα εκθαμβωτικό φως. Από την πόρτα του θανάτου τα μυστήρια της ζωής φαίνονται πιο κοντά. Κρίμα που δεν τα είδα έτσι σ’ όλη τη ζωή μου! Ο αδελφός μου, ο πολεμιστής, ήταν ένας ασύγκριτα μεγαλύτερος άνθρωπος από μένα, ένας οραματιστής!
– Ησύχασε! του είπα. Είσαι καταβεβλημένος.
– Έτσι ήταν γραμμένο, να πεθάνω στα χέρια σου, συνέχισε. Σε αγάπησα και σε θαύμασα πολύ. Ο Θεός να σε βοηθήσει!
– Αδελφέ, του απάντησα, σου οφείλω αμέτρητα. Ήσουν πιο ανδρείος από μένα. Μόνο ο Θεός μπορεί να σε ανταμείψει για την αγάπη που έδειξες στη ζωή σου, αγάπη για μένα, για τους άλλους. Δε θα σε ξεχάσω ποτέ!
Ύστερα από μια μεγάλη σιωπή, μου είπε:
– Σε παρακαλώ, πες στον Ιάκωβο να με συγχωρέσει. Είχα συχνές παρεξηγήσεις μαζί του. Με νευρίαζαν οι κομμουνιστικές και εβραϊκές του εκδηλώσεις.
Το είπα στον Ιάκωβο. Εκείνος σηκώθηκε και ήρθε δίπλα στον Ιωάννη.
– Είμαι αναστατωμένος, του λέει, που θέλεις να ζητήσεις συγγνώμη από έναν άνθρωπο που έχει ζήσει σε λάθος δρόμο. Από υπερηφάνεια πήρα λάθος δρόμο; Μάλλον είναι η ανικανότητά μου να γνωρίσω την αλήθεια. Αυτό το ψέμα, που ακολούθησα, με ξεσήκωσε σ’ όλη τη ζωή μου εναντίον του Ιησού, αλλά σήμερα ανακαλύπτω την πραγματικότητά του. Μόνο ο σατανάς μπορεί να εμφυσά τόσα ψέματα και μίσος εναντίον της αλήθειας. Δεν μπορείτε να καταλάβετε το οδυνηρό δράμα που ζω αυτές τις στιγμές. Εγώ αντιστάθηκα στην αλήθεια και εσύ μου είπες την αλήθεια και ποτέ δεν ήσουνα κακός μαζί μου. Εγώ σε μίσησα, αλλά εσύ με αγαπούσες· εγώ ήμουνα στην πλάνη, εσύ στην αλήθεια. Εγώ, άρα, πρέπει να συγχωρεθώ από σένα, όπως ο Παύλος συγχωρέθηκε από τον Χριστό. Νομίζω ότι κι εγώ θα είμαι χριστιανός. Ποθώ να γίνω χριστιανός, αλλά ακόμη δεν κυβερνώ τη δική μου ψυχή. Σας παρακαλώ να είστε ανεξίκακοι μαζί μου!
Ο Ιωάννης έκλαιγε. Του έδωσε το χέρι του και τον παρηγόρησε.
– Ο Θεός να σε βοηθήσει! Η ομολογία σου μού ανοίγει πορείες φωτός και ελπίδας για τον κόσμο, που τον εγκαταλείπω σε τέτοιες άθλιες συνθήκες. Θαυμάσια είναι τα θελήματα του Κυρίου!
Ο Ιάκωβος έφυγε. Ο Ιωάννης μου ζήτησε να πάω στον πατέρα Γεράσιμο για να έχει την άνεση να του δώσει την τελευταία ευλογία.

Όλα ηρέμησαν κι εγώ πλησίασα τον Βαλέριο. Καθόταν με την πλάτη στην άκρη του κρεβατιού, με το κεφάλι σκυφτό στο στήθος του, αλλά είχα την εντύπωση ότι με κοιτάει. Τα γαλανά του μάτια ανοίχθηκαν πελώρια, φωτεινά, και μ’ αγκάλιασε με τη ζεστασιά τους. Χαμογέλασε ευτυχής και είπε:

– Τι καλά είναι να σε νιώθω δίπλα μου! Σε λίγο θα τελειώσω μια ωραία ψαλμωδία για το Τίργου Όκνα.
– Κάτσε ήρεμος, του είπα, και κάθισα σε μια καρέκλα για να αποκοιμηθώ.
Αυτός, όμως, μου είπε:
Εσύ θα είσαι ο πρώτος που θα ακούσει τα κάλαντά μου. Να σου πω τους στίχους….

(Αναφέρουμε εδώ μόνο δύο ιδέες απ’ αυτούς τους στίχους: ότι ο Κύριος έκανε τις καρδιές των κρατουμένων φάτνη για την Γέννησή Του και ότι σήμερα τα Χριστούγεννα μετακόμισαν από το ουράνιο παλάτι του Κυρίου στη φυλακή, εκεί που ο ίδιος ο Κύριος είναι φυλακισμένος, μαζί με τους πιστούς δούλους Του).
Με κοίταξε λίγο και μετά πρόσθεσε:
– Αυτά τα κάλαντα τα αφιερώνω στον πατέρα Γεράσιμο. Αυτός είναι το παιδί για το οποίο μιλάνε οι τελευταίοι στίχοι.

Ο Βαλέριος ήταν ειρηνικός, ήρεμος και χαρούμενος. Τον ευχαρίστησα για τα κάλαντα. Μου χαμογέλασε και αποτραβήχτηκε στον εαυτό του.
Ήταν τόση η ησυχία, ώστε άκουγα το αγκομαχητό των ασθενών, και τους χτύπους της καρδιάς μου. Σ’ εκείνη τη δόλια ανάμειξη φυλακής και φυματίωσης υπήρχε μια αναμφίβολη ψυχική δόνηση, ώστε όλα φαίνονταν απόκοσμα, θαυμάσια. Ο χρόνος περνούσε γαλήνια. Ο νους δελεαζόταν από ορίζοντες φώτων.

Ήμασταν έγκλειστοι, αλλά με τις ψυχές εκτός φυλακής· ήμασταν άρρωστοι σωματικά, αλλά γεροί πνευματικά· ήμασταν ετοιμοθάνατοι, αλλά ο θάνατος καταπινόταν από τη ζωή. Η προσευχή γινόταν μαζί με τους αγγέλους και νιώθαμε γύρω μας τους καλανδιστές (ψάλτες των καλάνδων). Εκείνο το βράδυ είχα περίεργες εντάσεις κοινωνίας με τον Θεό. Ήμουν νηφάλιος και ζούσα στην πραγματικότητα, αλλά η ύλη για μένα ήταν πνεύμα και το πνεύμα ήταν ύλη. Καμμιά αντίθεση δε με διατάρασσε.

Κάθε τόσο πλησίαζα τον Ιωάννη και τον πατέρα Γεράσιμο, που έσβηναν ήρεμα, όλο και πιο ζωντανοί, εφ’ όσον πλησίαζαν το θάνατο. Ο Ιάκωβος δεν κοιμόταν. Τον είδα με τα μάτια ανοιχτά, αλλά δε μου είπε τίποτε.
Αργά τη νύχτα, πριν τα ξημερώματα, κατάλαβα ότι πρέπει να έχω κοντά μου το κερί και το σπίρτο, απαγορευμένα με αυστηρότητα, αλλά τα κρατούσα κρυμμένα σ’ ένα στρώμα και τα χρησιμοποιούσα τα βράδια, μόνο για δύο τρία λεπτά, όταν κάποιος από μας έφευγε από τη ζωή.
Πρώτος πέθανε ο Ιωάννης, σαν ένα παιδί. Ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλη ψυχή. Η τελευταία του ματιά ήταν πονεμένη και γεμάτη αγάπη. Μάλλον ήταν μέσα της η προσευχή και η λάμψη της ελπίδας.
Μόλις τελείωσα με τον Ιωάννη, πήγα στον πατέρα Γεράσιμο. Άνοιξε ξανά τα βαθειά του μάτια, βαθουλωμένα στις κόγχες.

– Να σας δω ακόμη μια φορά, παιδιά μου, αγαπητοί μου, αδελφοί μου, πατέρες μου! μόλις μπόρεσε και είπε.
Μετά έβηξε και, τελικά, πρόσθεσε:

– Φεύγω! Ο Θεός να σας ευλογήσει!
Ανάσανε βαθειά, τεντώθηκε λίγο και ξεψύχησε. Του έκλεισα τα μάτια.
Έχω κλείσει τα μάτια εκατοντάδων ανθρώπων, και ήξερα καλύτερα πώς πέθανε ο καθένας παρά πώς ζούσε. Νομίζω ότι η στιγμή του τέλους της επίγειας ζωής είναι πιο χαρακτηριστική για την περιγραφή των ανθρώπων παρά η ίδια η ζωή.
Παρόλο που εκείνη τη νύχτα ήταν πολύ δύσκολη και δεν είχα ξεκουραστεί καθόλου, δεν ένιωθα καμιά κούραση, δεν ένιωθα να πενθώ. Η πραγματικότητα της ζωής περικλείεται μέσα στην πραγματικότητα της αθανασίας. Το σώμα μου φαινόταν αέρινο. Ο χρόνος ήταν διαπλατυσμένος. Δεν καταλάβαινα πώς περνούσε. Τους ένιωθα εξίσου παρόντες τους ζωντανούς και τους πεθαμένους. Μια απροσμέτρητη ειρήνη είχε στρωθεί μέσα μου. Σ’ εκείνη την ψυχική κατάσταση έκανα την προετοιμασία για την ταφή των δύο.
Κάθε τόσο κοιτούσα τον Βαλέριο. Ήταν πρόσχαρος, ευτυχής μέσα του, με τα μάτια κλειστά, με το κεφάλι σκυμμένο στο στήθος. Ούτε αυτός δεν μπόρεσε να ξεκουραστεί εκείνη τη νύχτα. Μετά, που τελείωσα την προετοιμασία, με κάλεσε με τα μάτια του και μου είπε:
– Τα κάλαντα είναι τελειωμένα. Μάλλον αυτοί οι στίχοι θ’ αποτελούν και τη διαθήκη μου….
Η ησυχία σκέπασε ξανά το δωμάτιο για ένα διάστημα. Η προσευχή, σαν μια ουράνια σκάλα, κατέβαζε αγγέλους από τους ουρανούς στη γη. Οι ουρανοί ήταν εδώ, οι ουρανοί ήταν παντού.

Συνταρακτικά Περιστατικά Φυλακισμένων Ρουμάνων Ομολογητών και Μαρτύρων του 20ου αιώνα
Εκδόσεις: Ορθόδοξος Κυψέλη

Βασιλόπιτα


Γιατί κόβουμε βασιλόπιτα;

th-vasilopita-portokaliΤην κόβουμε εξαιτίας ενός γεγονότος που διαδραματίστηκε στην βυζαντινή εποχή

Πιο συγκεκριμένα, στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη. Το Βυζάντιο μόλις είχε κηρύξει πόλεμο ενάντια στου Πέρσες, με τον Ιουλιανό και τα στρατεύματά του να ξεκινάνε κινηθούν εναντίον τους. Περνώντας από την Καισαρεία, ο Ιουλιανός διέταξε έκτακτη φορολόγηση για όλους τους κατοίκους της περιοχής. Μη θέλοντας, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να δώσουν χρυσαφικά, χρήματα κτλ.

Τα ”χαράτσια” θα τα έπαιρνε στον δρόμο της επιστροφής του για την Κωνσταντινούπολη.

Ο Ιουλιανός όμως σε μια μάχη με τους Πέρσες σκοτώθηκε, καθιστώντας αδύνατη την επιστροφή του από την Καισάρεια. Μιας και οι φόροι στο μεσοδιάστημα είχαν ήδη μαζευτεί, ο Άγιος Βασίλειος (330-379 μ.Χ.) σκέφτηκε έναν πρωτότυπο τρόπο για να τα επιστρέψει στο λαό: Έδωσε εντολή να ζυμώσουν ψωμιά, τοποθετώντας μέσα σε κάθε ψωμί από ένα νόμισμα ή χρυσαφικό. Στη συνεχεία τα μοίρασε στα σπίτια των κατοίκων. Τρώγοντας τα, οι κάτοικοι όλο και κάτι έβρισκαν μέσα.

Έτσι, γεννήθηκε το έθιμο της πίτας που ονομάστηκε βασιλόπιτα.

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Βασιλόπιτα


Η βασιλόπιττα της μαμάς μου

της Μαρίας Χούκλη
Είχε πολύ άγχος. Πολλές μέρες πριν από την Πρωτοχρονιά. Αν το αλεύρι που πήρε ήταν καλό, θα φθάσει άραγε το βούτυρο, πόσες δόσεις να κάνει, αν θα πετύχει στο ψήσιμο, γιατί ήταν μείζον ζήτημα νοικοκυρικής αξιοπρέπειας να είναι τέλεια η βασιλόπιττα. Με τον αδελφό μου την ξεμοναχιάζαμε -ο καθένας χωριστά- παρακαλώντας την να βάλει σημάδι, πού θα  κρυψει το νόμισμα, για να το αναγνωρίσουμε όταν έρθει η στιγμή της κοπής. Εκείνη γελούσε και διαβεβαίωνε -τον καθένα χωριστά- ότι θα μας πει το μυστικό.
Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς έδιναν και έπαιρναν τα συνωμοτικά βλέμματα, προσπαθούσε να μας ευχαριστήσει και τους δύο, έκανε πως το μαχαίρι έπεφτε ανάμεσα στα δύο κομμάτια και έτσι η οικογενειακή τελετή τέλειωνε χωρίς δράματα. Την άλλη μέρα το πρωί γευόμασταν το προϊόν του κόπου, της αγωνίας και της διπλωματίας της.
Ιδού η βασιλόπιττα της μαμάς μου. η οποία -αφότου φύγαμε απο το σπίτι- προτιμάει να την αγοράζει. Δεν πέρασε και λίγα. Ως βοηθός της, πάμε να δούμε τι θυμάμαι.
Κατά την οικογενειακή μας συνταγή σχηματίζουμε με ενα "κορδελάκι" ζύμης τον αριθμό της χρονιάς που ξεκινά. Αλλά και η εκδοχή της άχνης ζάχαρης δεν είναι απορριπτέα. Σ' αυτήν την περίπτωση το 2013 μπορεί να σχηματιστεί από ολόκληρα καβουρδισμένα αμύγδαλα.
Κατά την οικογενειακή μας συνταγή σχηματίζουμε με ενα “κορδελάκι” ζύμης τον αριθμό της χρονιάς που ξεκινά. Αλλά και η εκδοχή της άχνης ζάχαρης δεν είναι απορριπτέα. Σ’ αυτήν την περίπτωση το 2013 μπορεί να σχηματιστεί από ολόκληρα καβουρδισμένα αμύγδαλα.
Υλικά:
  • 1.300 γρ. αλεύρι
  • 8 αυγά
  • 700 γρ. γάλα κατσικίσιο
  • 250 γρ. βούτυρο κατσικίσιο
  • 40 γραμμάρια μαγιά της μπύρας
  • 250 γραμμάρια ζάχαρη (εξαίρετη λύση η σκόνη STEVIA, αφού οι bostanistas είναι υπέρ της σωστής διατροφής)
  • φρέσκια βανίλια
  • ξύσμα λεμονιού, μανταρινιού και πορτοκαλιού (μισό φλιτζάνι του τσαγιού)

Εκτέλεση:
Διαλύουμε τη μαγιά σε ένα βαθύ σκεύος χρησιμοποιώντας τη μισή ποσότητα γάλακτος, που πρέπει να είναι χλιαρό – ούτε κρύο αλλά ούτε καυτό – μαζί με δυο πρέζες αλάτι.
Μόλις διαλυθεί,  προσθέτουμε τόσο αλεύρι όσο να γίνει ρευστό το μείγμα μας. Σκεπάζουμε το σκεύος και το αφήνουμε σε ζεστό μέρος μέχρι να φουσκώσει η ζύμη. Παίρνουμε μια άλλη λεκάνη και ρίχνουμε το υπόλοιπο αλεύρι στο οποίο σπάζουμε τα αυγά και το βούτυρο (λιωμένο και χλιαρό), το υπόλοιπο γάλα, τη ζάχαρη, τη ζύμη μαγιάς και τα μυρωδικά μας.
Αρχίζουμε να ζυμώνουμε σιγά-σιγά πρακαλουθώντας με τα δάχτυλα την υφή του μείγματος, να μην είναι σφιχτό (αν είναι, προσθέτουμε λιγο γάλα) να μην είναι υδαρές (αν είναι, προσθέτουμε λίγο αλέυρι).
Αλείφουμε ένα μεγάλο ταψί με λιωμένο βούτυρο και πασπαλίζουμε με αλεύρι.
Αφού πλάσουμε τη βασιλόπιττα (μη ξεχάσετε το νόμισμα) , κρατάμε ενα κομμάτι ζύμης για  να τη στολίσουμε σχηματίζοντας τον αριθμό του νέου έτους (παραδοσιακά πράγματα).
Μόλις ολοκληρωθεί το δημιούργημά μας το αλείφουμε με λίγο λιωμένο βούτυρο, το σκεπάζουμε και το αφήνουμε σε ζεστό μέρος για να φουσκώσει.
Χτυπάμε ένα αυγό με λίγα αμύγδαλα και καλύπτουμε με το μείγμα τη βασιλόπιττα  πριν την βάλουμε σε προθερμασμένο φούρνο.
Θα χρειαστεί ψήσιμο σε μέτρια θερμοκρασία, σε 170 βαθμούς για 45 λεπτά και μετά στους 200 για να  ροδοκοκκινίσει από πάνω. Εννοείται ότι δεν την χάνουμε από τα μάτια μας, γιατί δεν είμαι πολύ βέβαιη για τον χρόνο ψησίματος.
Ουφ κουράστηκα. Πόσο δίκιο είχες μαμά!
Χρόνια πολλά.
 Πηγή: bostanistas.gr 

Το εννιάμηνο μνημόσυνο της Πρεσβυτέρας Αγγελικής Κωνσταντίνου

Σήμερα, ήταν το εννιάμηνο μνημόσυνο της Πρεσβυτέρας Αγγελικής, της μακαριστής συζύγου του πατρός Παντελεήμονα, ιερέα του ιερού ναού Αγίου Βασιλείου στον Στρόβολο. Με την μ. Αγγελική δουλέψαμε μόνο δυο χρόνια μαζί στο ίδιο γραφείο ως Β.Δ. στο Λύκειο του Εθνομάρτυρα Κυπριανού στον Στρόβολο, από το 2003 ως το 2005. Βεβαίως, τη γνώριζα πολλά χρόνια πριν, αλλά από μακριά, τυπικά. Ήξερα ότι την αγαπούσε η φιλόλογός μου η κ. Παρασκευά.

Αμέσως, δεθήκαμε τόσο πολύ, σαν αδελφές, γι' αυτό και η Αγγελική με προσφωνούσε: "αδελφούλα". Βεβαίως, ήταν το πιο  εύκολο πράγμα να ταιριάξεις με την Αγγελική, αφού ήταν το πιο βολικό πλάσμα στον κόσμο. Ανοικτόκαρδη, όμορφη, ευειδής, γλυκιά, ανεκτική, με τη γενναιοδωρία της αγάπης, πάντα με τον καλό λόγο, πάντα έτοιμη να βοηθήσει και να προσφέρει ανιδιοτελώς, θυσιάζοντας τον ελεύθερό της χρόνο. Εργατικότατη, πάντα πρόθυμη να αναλάβει ευθύνες, χωρίς να σκέφτεται ότι στο σπίτι την περίμεναν ένα σωρό δουλειές.

Άριστη φιλόλογος με κλασική παιδεία, λάτρευε τους μαθητές της, μα και εκείνοι την αγαπούσαν, γιατί καταλάβαιναν ότι είχαν να κάνουν με μια εκλεκτή καθηγήτρια κι έναν εξαίρετο άνθρωπο ήθους, έναν άνθρωπο της προσφοράς, της θυσίας, της αγάπης, έναν άνθρωπο του Θεού. Μα και οι συνάδελφοι την αγαπούσαν και την εκτιμούσαν, ενώ οι πιο νέοι τη σέβονταν. Η Αγγελική εφάρμοζε στην πράξη τις εντολές του Ευαγγελίου, από πολύ νωρίς.

Δεν θα ξεχάσω πόσα μαθήματα πήρα από αυτήν, άνκαι δεν έχουμε μεγάλη διαφορά ηλικίας. Πάντα την παρακολουθούσα πώς αντιμετώπιζε τις περιπτώσεις παραβατικής συμπεριφοράς μαθητών, ή μαθητές που προέρχονταν από πολυπροβληματικές οικογένειες. Μάλιστα, την πείραζα ότι της τύχαιναν οι πιο δύσκολες περιπτώσεις, γιατί η Θεία Πρόνοια ήξερε ποιος θα μπορέσει καλύτερα να φροντίσει αυτά τα παιδιά που χρειάζονται πολλή αγάπη και κατανόηση.

Ταυτόχρονα, τη συμβουλευόμουν και για την ανατροφή του γιου μου, μια που η ίδια ήταν μάνα εφτά αγοριών. Η συμβουλή της πάντα ήταν υπομονή, αγάπη, κατανόηση, καλοσύνη, προσευχή, και κυρίως να διαβάζω τους Χαιρετισμούς της Παναγίας κάθε βράδυ, γιατί πίστευε ότι πολύ βοηθούν τα παιδιά μας.

Σήμερα, για άλλη μια φορά συγκινήθηκα, ακούοντας τις αγγελικές φωνές των γιων της που έψαλλαν εν χορώ στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Του μνημοσύνου προέστη ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Καρπασίας κ. Χριστόφορος. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, ο πατήρ Παντελεήμων κάλεσε όλο το εκκλησίασμα να περάσει στην αίθουσα της εκκλησίας για κέρασμα.

Η Αγγελική πρόφτασε να δει εννιά εγγονάκια. Σήμερα είδαμε με μια άλλη φίλη συνάδελφο, τη Δώρα,  την εγγονούλα της, την Αγγελική τη νεότερη, η οποία της μοιάζει καταπληκτικά. Ένα πολύ όμορφο και γλυκό κοριτσάκι που μας γέμισε την ψυχή με χαρά, γιατί στο πρόσωπό της σαν να ζει η φίλη μας.

Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή της. Είμαστε σίγουροι ότι βρήκε μεγάλη παρρησία στον Θεό, λόγω του πνευματικού της αγώνα και της όλης βιοτής της, γι' αυτό και προσευχόμαστε και την παρακαλούμε να πρεσβεύει για μας και για τους αγαπημένους μας!


Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012


Ο παππούς Παναής του Ιλαμιού από τη Λύση
Ο Άγιος άνθρωπος που γνωρίσαμε

Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου

Ο παππούς μας ο Παναής του Ιλαμιού ήταν ένας άγιος άνθρωπος ένας κοσμοκαλόγερος, ένας άνθρωπος που ευωδίαζε και ακτινοβολούσε τη Χάρη του Θεού.
Ασφαλώς, η πρώτη φορά που τον αντίκριζες μένει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη σου για όσο ζεις. Ένα αδύνατο, καχεκτικό ανθρωπάκι, καθισμένο σε μια πολυθρόνα, τυλιγμένο σε μια πολύχρωμη κουβέρτα από τη μέση και κάτω, με τα δάκτυλα μπλεγμένα, ή σε εγρήγορση να πλέκουν, με το παλτό του και τη σάρπα του, όλα μαύρα.

Μα σαν κοίταζες το πρόσωπό του ακτινοβολούσε τη Χάρη του Θεού. «Ό,τι ακτινοβολεί, έχει σχέση με χαρά, με ελπίδα, με ευτυχία, με τη λαμπρότητα της ανέμελης αθωότητας», τονίζει ο Μεσογαίας Νικόλαος. Τα άσπρα μαλλιά του πλαισίωναν ένα γελαστό πρόσωπο, μ’ ένα σπινθηροβόλο και στοχαστικό βλέμμα, όλο καλοσύνη, πραότητα και ιλαρότητα, που καταύγαζε το είναι του και τον έκανε τόσο αξιαγάπητο. Μα σύγκαιρα απέπνεε μια θαυμαστή δύναμη ψυχής.

Μέσα στο προσφυγικό του σπίτι στους Αγίους Αναργύρους στη Λάρνακα, βιώσαμε τη λυσιώτικη φιλοξενία, τη χαρά, την ευφροσύνη και την αγαλλίαση που προσφέρει η επαφή με τον Θεό. Το’ νιωθες ότι εκεί μέσα κατοικεί ο Θεός. Το γέλιο έβγαινε άφθονο, γάργαρο, λυτρωτικό.

Θυμάμαι και τα απόδειπνα στο σπίτι τους με λίγους καλούς φίλους. Θυμάμαι με πολλή αγάπη να καθόμαστε γύρω του και να περιμένουμε τα λόγια του που ήταν κέντρισμα στην ψυχή μας. Λόγια  χαριτωμένα, λόγια ενός φωτισμένου ανθρώπου, λόγια ταπείνωσης, απλότητας, λόγια εμπειρικά από την πολύχρονη αφοσίωσή του στην Ορθόδοξη Πίστη μας.

 Πολλές φορές μιλούσε με παραβολές και μας νουθετούσε σαν ένας στάρετς. Κοντά του κάθε πρόβλημα φαινόταν πολύ μικρό, γιατί είχε τον τρόπο να ρίχνει βάλσαμο στις πληγές των ανθρώπων, συμπάσχοντας μαζί τους και προσευχόμενος νυχθημερόν για πολλούς συνανθρώπους μας.

Ασφαλώς, ένας άνθρωπος σαν τον παππού τον Παναή πρέπει να είχε πολλούς πειρασμούς. Πρέπει να πάλεψε πολύ για να φτάσει σε αυτά τα επίπεδα αγιότητας. Ήταν, όμως, και ο εκλεκτός της Θείας Χάριτος, ένα σκεύος εκλογής.
Γι’ αυτό και εξέπεμπε αυτή τη λάμψη, ακτινοβολούσε ολόκληρος σαν μιλούσε για τον Θεό, την Παναγία, την Παναγία του της Λύσης που υπηρέτησε όσα χρόνια έζησε στη Λύση, και τους Αγίους.

Ο Γέροντας Εφραίμ, ο συμμαθητής μου από την Περιστερωνοπηγή, αναφέρει: «Είχε αδιάλειπτη την αίσθηση της παρουσίας του θεού και αγαπούσε πολύ την Παναγία. Αυτό του δημιουργούσε μια συνεχή κατάνυξη και, συχνά, πολλά δάκρυα. Πολλές φορές ομολόγησε ότι αισθάνθηκε τη Χάρη Της. Αυτές οι εμπειρίες μας θυμίζουν ανάλογες του Οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου».
Ο ηγούμενος Εφραίμ
με την ανιψιά του Κυριακή

Και καταλήγει ο ηγούμενος της Μονής Βατοπαιδίου: « Η ιδιάζουσα αγάπη προς την Παναγία είναι χαρακτηριστικό όσων προχώρησαν στον δρόμο της αρετής και της τελειότητας».

Ταυτόχρονα, θα ήθελα να προσθέσω ότι οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να λένε: «Οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή». Ακριβώς αυτή η καθαρότητα και το αγλάισμα της ψυχής του αντικαθρεφτιζόταν στο πρόσωπό του. Ήταν το φως της αγάπης και της αλήθειας, το φως της πνευματικής ομορφιάς.

Κάτι άλλο που θα ήθελα να αναφέρω είναι αυτά που είπε ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος σε μια συνέντευξή του στο ιστολόγιο της Μονής Βατοπαιδίου για τον παππού τον Παναή,  ότι ήταν φίλοι με τον παππού Χατζηφλουρέντζο από τη Μηλιά της Αμμοχώστου, δίπλα στο Λευκόνοικο. Μάλιστα, ο Χατζηφλουρέντζος τους επισκεπτόταν, τον παππού Παναή και τον παππού Βασίλη, πηγαίνοντας για το Σταυροβούνι με το ποδήλατό του.
Ο παππιούς
Χατζηφλουρέντζος

Και οι δυο άγιοι άνθρωποι προειδοποιούσαν τους χωριανούς τους για το κακό που θα’ ρχόταν στον τόπο μας. Ο παππούς ο Πανάης έλεγε ότι ήταν κρίμα που έκτιζαν τόσο μεγάλα σπίτια, αφού δεν θα τα χαρούν. Ιδιαίτερα για ένα σινεμά της Λύσης, που από θερινό το έκαναν χειμερινό, έλεγε σε κάποιον συγχωριανό του που μου το έλεγε, «Εν να μας χάσει ο θεός, εν να μας χάσει!».

Ένας άλλος δε Λυσιώτης, θυμάται ότι, όταν ήταν οκτώ χρονών, πέθανε ένα παιδί δεκαοκτώ χρονών, και όλη νύκτα τον έκλαιγαν οι γυναίκες σαν χορός αρχαίας τραγωδίας. Κάποια στιγμή, άκουσε να λένε: «Έρχεται ο Παναής του Ιλαμιού» κι όλες περίμεναν με δέος να τον δουν. Μόλις ήρθε, άρχισε να τους μιλά, και άλλαξε όλη η ατμόφαιρα. Χαμογελούσαν οι γυναίκες που πριν ολοφύρονταν, ακόμη και η χαροκαμένη μάνα.

Ο παππούς Παναής πέθανε στις 30 Δεκεμβρίου του 1989, μετά από δοκιμασία με την υγεία του, ενώ ποτέ δεν μεμψιμοίρησε για τους σωματικούς πόνους που τον ταλαιπώρησαν. Θυμόμαστε όλοι πώς ευωδίαζε όλο το σπίτι του μέχρι έξω. Εκείνη τη μέρα όλοι νιώθαμε ότι κηδεύαμε έναν άγιο, όπως είπε και ο ηγούμενος της Μονής Σταυροβουνίου.

Η Παναγία της Λύσης
Αυτός ήταν ο παππούς ο Παναής του Ιλαμιού. Ένας άνθρωπος που υπηρετούσε στη Λύση την εκκλησία της Παναγίας, έτρεχε να παρηγορήσει τους πενθούντες χωριανούς του, να βοηθήσει τους πάσχοντες συνανθρώπους μας με την ευρυχωρία της καρδιάς του και την γενναιοδωρία της ψυχής του. Κι ύστερα πρόσφυγας έψαλλε στην εκκλησία της Αγίας Θέκλας, λίγο έξω από τη Λάρνακα, με την ψιλή του χαρακτηριστική φωνή.

Αναμφισβήτητα, ο παππούς μας ήταν ο ανυπόκριτος, ο ατόφιος, ο γνήσια ταπεινός, ο καθαρός, ο επιεικής με τους άλλους. Είχε από νωρίς στη ζωή του τη θεοδώρητη επιθυμία της θεώσεως. Ας θυμηθούμε και τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά που κηρύττει ότι «Ύλη της θεώσεως είναι η καθαρότητα».

Αναντίρρητα, η ζωή του είχε ποιότητα και ακεραιότητα. Με μετάνοια, προσευχητική καρτερία και αγόγγυστη υπομονή στον πόνο κατάφερε να αγιάσει, σύμφωνα και με την παραίνεση του Κυρίου μας: «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών».

Επιπλέον, κοντά του βιώσαμε τη ζεστασιά της ανυπόκριτης, της ανυστερόβουλης αγάπης. Ήταν μια φυσιογνωμία ουράνια που μας μαγνήτιζε, μια χαρισματική προσωπικότητα. που ενσάρκωνε το ρηθέν: «Τοις αγαπώσι τον θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν».

Με τα αδέλφια του Βασίλη,
Τρυφωνού και Θεωρού
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Λύση πρωτοστάτησε μαζί με τον «κουμπάρο» του, όπως έλεγε τον αδελφό του τον Βασίλη, στην ίδρυση του Θρησκευτικού Συλλόγου, κι εκεί τελούσαν τις ακολουθίες του Αποδείπνου και των Χαιρετισμών.

Πολλές οι μαθήτριές του, ενώ κάποιες από αυτές έγιναν και μοναχές, τις οποίες γνωρίσαμε στο σπίτι του, όπως και πολλούς άλλους αδελφούς, μεταξύ αυτών δε και τον Γέροντα Γαβριήλ, τον σημερινό ηγούμενο της Μονής του Αποστόλου Βαρνάβα.

Ο γέρο Παναής ήταν ο αληθινός άνθρωπος του Θεού, που όταν ήσουν κοντά του, σου μετέδιδε τη χαρά της ζωής και την ειρήνη, «ως έχων ειρήνη», όπως έλεγε ο Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ. Ήταν, πραγματικά, ένας κοσμοκαλόγερος, μια παπαδιαμάντεια μορφή, ένας άκακος, φιλάνθρωπος  και φιλόθεος άνθρωπος προσευχής.

Δεν έγινε μοναχός, όπως το ποθούσε η ψυχή του, ολημερίς, όμως, έλεγε την ευχή του Ιησού, διάβαζε και αντέγραφε με καλλιτεχνικά γράμματα από τα ιερά βιβλία κι έκανε τις ακολουθίες του. Δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τα χρήματα, γι’ αυτό και τα γρόσια που θα έριχνε στο παγκάρι της εκκλησίας φρόντιζε να του τα δίνει η αδελφή του η Τρυφωνού. 

Πόσο μου άρεσαν τα λόγια του Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη για τον παππού τον Παναή! «Ήταν ο λεβέντης του Θεού, ο βρακοφόρος Κύπριος. Ο τραγουδιστής του Θεού ο έκτακτος, ο νηστευτής, ο άγρυπνος, ο εγρηγορών, ο ασκητής της πόλης, ο αφιλόδοξος  διδάχος, ο καλοκάγαθος παππούς… ».

Και συνεχίζει: «Ζούσε για τους άλλους, η εκκλησία ήταν σπίτι του και το σπίτι του εκκλησία, η Παναγία ήταν μάνα του και οι Άγιοι αδέλφια του, χόρτασε από νηστείες, πείναγε τον Θεό, μιλούσε με τον Θεό, …δεν μιλούσε και τα’ λεγε όλα, μιλούσε κι αναπαυόσουν, δεν έλεγε κουβέντες στον βρόντο, τις βίωνε, έγινε μικρός κι έγινε μέγας, πλούσιος, άρχοντας, πατέρας πολύτεκνος ο άτεκνος, αληθινός άνθρωπος, αληθινός χριστιανός, ένας ακόμη όσιος του καιρού μας».

Θα ήθελα να αναφέρω και πάλι τι έγραψε ο συμμαθητής μου Γέροντας Εφραίμ, ηγούμενος της Μονής Βατοπαιδίου, για τον παππού: «Ένας αγιορείτης Γέροντας που τον γνώριζε, είπε μετά τον θάνατό του, ότι ο παππούς ο Παναής του εμφανίστηκε μέσα σε φως και του είπε ότι πήγε κατευθείαν στον Θεό, χωρίς να περάσει από τα τελώνια, που συνήθως ανακρίνουν τους ανθρώπους για τα τυχόν σφάλματά τους. Δείγμα κι αυτό της παρρησίας που είχε προς τον Θεό, εξαιτίας της ισάγγελης πολιτείας του».

Επιλογικά, μαζί με όλα τα πνευματικά του παιδιά νιώθω ότι ορφανέψαμε, αλλά είμαστε σίγουροι ότι με την παρρησία που έχει προς στον Θεό θα προσεύχεται και θα παρακαλεί για μας και τη σωτηρία της ψυχής μας. Πάντως, σας εξομολογούμαι ότι σχεδόν καθημερινά προσεύχομαι στον παππού τον Παναή για την οικογένειά μου και για όσους αγαπώ, και είναι η μεγάλη μου παρηγοριά στο ταξίδι της ζωής.

Ας έχουμε την ευχή του, και αιωνία ας είναι η μνήμη του. Εμείς θα τον θυμόμαστε όσο ζούμε, και θα κατέχει πάντα μια ξέχωρη θέση στην καρδιά μας. Είθε να ζήσουμε την ώρα της αγιοκατάταξής του από την Εκκλησία μας! 
Ας έχουμε την ευλογία του!