Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Τι είναι το σπίτι για μας

Αφορμή για το παρόν άρθρο μού έδωσε μια φράση της μ. Μάργκαρετ Θάτσερ που διάβασα τις τελευταίες μέρες σε κάποιο ιστολόγιο. Είχε πει η σιδηρά κυρία τα πιο κάτω φαιδρά, κατά την άποψή μου: «Σπίτι είναι ο τόπος όπου πας, όταν δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις».

Πόσο αποκαρδιωτικά λόγια. Πόση αλλοτρίωση και ισοπέδωση της γυναίκας. Το σπίτι είναι μόνο για τα ναυάγια της ζωής, για τους άχρηστους και τους περιθωριακούς, σαν να μας λέει. Με λίγα λόγια όσοι είναι στο σπίτι τους, δεν αξίζει να ζουν. Οποία απαξίωση στις χιλιάδες νοικοκυρές όλου του κόσμου που μεγαλώνουν σωστές οικογένειες, που θυσιάζουν τη ζωή τους για να έχουν μια όμορφη ατμόσφαιρα σε όσους αγαπούν, που τους έχουν πάντα ζεστό, φρέσκο φαγητό, που διακρίνονται για τον ετεροκεντρισμό της αγάπης.

Σπίτι για μας είναι η φωλιά μας. Είναι ο δικός μας χώρος. 
Είναι ο τόπος όπου τα πρόσωπα που αγαπιούνται βρίσκονται μαζί, μαθαίνουν να συμβιώνουν, έστω και με τις διενέξεις τους, μαθαίνουν να λύνουν τις διαφορές τους  και να αγαπιούνται κάθε φορά. Είναι ο χώρος, ακόμη, που συναντούνται δυο και τρεις γενιές, όταν υπάρχουν  γιαγιάδες και παππούδες που δεν αφήνονται στη μοναξιά τους.
Ταυτόχρονα, σπίτι είναι ο χώρος που έχεις όλα τα πράγματα που σου αρέσουν. Αντανακλά το γούστο σου, τις συνήθειές σου, την πνευματική σου στάθμη, τα χρώματα που σου αρέσουν, τα πιστεύω και τις αρχές σου, τους ήρωες και τις ηρωίδες σου.

Επιπλέον, το σπίτι για μας είναι ο χώρος που δεχόμαστε τους συγγενείς και τους φίλους μας, τους περιποιόμαστε, ετοιμάζουμε με αγάπη και χαρά τα αγαπημένα μας φαγητά και γλυκά για να τους ευχαριστήσουμε, γελάμε με τα αστεία μας, συζητάμε για την πολιτική, και καμιά φορά ανεβαίνουν και οι τόνοι…

Αξίζει να τονίσουμε ότι σπίτι είναι ο χώρος όπου δεν χρειάζεται ο άνθρωπος να φορά τη μάσκα του κοινωνικού καθωσπρεπισμού, που αφήνει τον εαυτό του ελεύθερο να εκτονωθεί, να είναι ο εαυτός του. Οι δικοί του άνθρωποι δεν τον παρεξηγούν και τον κατανοούν, κι αν ακόμα δεν νιώθει καλά. Απεναντίας, τον συντρέχουν, τον συμπονούν και τον παρηγορούν. Είναι ο χώρος που ακουμπά ο κάθε πονεμένος για να βρει ανακούφιση από τα βάρη της ζωής. Είναι το καταφύγιό μας.

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι σπίτι είναι ο χώρος που μοιραζόμαστε τα μυστικά μας, που δείχνουμε τον πραγματικό εαυτό μας, που ξεγυμνωνόμαστε ψυχικά, που ξεκουραζόμαστε σωματικά, που αναλαμβάνουμε δυνάμεις, σαν τον μυθικό Ανταίο που από τη Γη έπαιρνε δύναμη.

Το σπίτι, επίσης, είναι ο καρπός του αγώνα δυο ανθρώπων, η ανταμοιβή των κόπων τους, το αποτέλεσμα της σκληρής δουλειάς και της οικονομίας, για να έχουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους. Είναι το συναίσθημα του «έχειν», η έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου για ασφάλεια, μα και η μέγιστη και πρωτόφαντη ικανοποίηση ότι δυο άνθρωποι μαζί ένωσαν τις δυνάμεις τους κι έκαναν κάτι δικό τους, χωρίς να περιμένουν από άλλους να τους το δώσουν έτοιμο.    

Σπίτι, για μένα είναι η μυρωδιά που με τύλιγε, μόλις έφτανα έξω από το σπίτι μας, κι ερχόταν από το φούρνο, όταν η μητέρα μου έψηνε τα πρόσφορα και την πίτα, την «κόρτα», που παίρναμε στην εκκλησία για το μνημόσυνο του παπά μου ή των παππούδων μου, μετά την προσφυγιά μας. Αυτή η μυρωδιά του φρεσκοψημένου άρτου είναι αξεπέραστη, διαπερνά κάθε πόρο της ύπαρξής μας, και δεν φεύγει ποτέ.

Σπίτι, πρωτίστως, για μας τους πρόσφυγες είναι το πατρικό μας που κουρσεύτηκε. Για μένα είναι το επιβλητικό αρχοντικό μας σπίτι με τα κεραμίδια, με το ανώι για τις ζεστές νύκτες του καλοκαιριού, με τα σκαλιά της εισόδου που κάναμε τσουλήθρα. Σπίτι για μένα είναι τα περίτεχνα σχέδια στην πόρτα της εισόδου, τα πανέμορφα μαρμαράκια με τα εντυπωσιακά χρώματα και σχέδια, το δωμάτιό μου όπου έκανα τα κοριτσίστικα όνειρά μου. Σπίτι για μένα είναι εκεί που γεννήθηκα, και φυλάω στην πιο πολύτιμη γωνιά της καρδιάς μου τις ανεξίτηλες εικόνες από τον παπά μου να μας διηγείται ιστορίες και να ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια, και τη μητέρα μου να μας προλαβαίνει κάθε μας ανάγκη.

Σπίτι, επίσης, είναι οι οικογενειακές φωτογραφίες που βγάλαμε στο φωτογραφείο του Βασιλείου στο Βαρώσι, το σεντούκι με τα προικιά, στην περίπτωσή μας τα πολύχρωμα λευκονοικιάτικα υφαντά, τα ταϊστά, τα μεταξωτά. Επιπρόσθετα, είναι και η σουβάντζα με τα πιάτα της προγιαγιάς, η βιτρίνα με τα κινέζικα βάζα, η αυλή μας με τους λεμονανθούς και τα γιασεμιά.

Το σπίτι μου, μου το θυμίζουν οι δυο φούρνοι της αυλής του πατρικού μου που μοσκοβολούσαν στη γειτονιά σαν φούρνιζε η μητέρα μου στον μεγάλο φούρνο ψωμιά που έβγαιναν αχνιστά και μυρωδάτα, μαζί με τις ελιόπιτες, τις χαλλουμόπιτες, τις τιτσιρόπιτες, και άλλα καλούδια, και το μικρό φουρνάκι για το ψητό της Κυριακής, το κέικ και τον σιμιγδαλένιο χαλβά.

 Σπίτι, τέλος, είναι ο τόπος που θέλουμε να γυρίσουμε. Εκεί που αφήσαμε τα νεανικά μας όνειρα. Εκεί που κάναμε τις ζαβολιές μας. Εκεί που δεθήκαμε με ακατάλυτους δεσμούς αγάπης με την οικογένειά μας.

Πού να καταλάβουν άνθρωποι ψυχροί, άτεγκτοι και αδυσώπητοι, τι σημαίνει σπίτι; Πού να τη βρουν την ευαισθησία, όταν στη θέση της καρδιάς έχουν το χρήμα, το συμφέρον, την εξουσιομανία, την επικράτηση;

Δεν είναι, λοιπόν, για μας το σπίτι ο τόπος που καταλήγεις, όταν δεν έχεις τι άλλο να κάνεις, αλλά ο τόπος όπου παίρνει νόημα η ύπαρξή σου! Προσωπικά, αγάπησα πιο πολύ το σπίτι μου, από πέρσι τέτοιο καιρό που αφυπηρέτησα πρόωρα και έμεινα στο σπίτι. Δεν υπάρχει ωραιότερος τόπος!



Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Ένα μικρό αφιέρωμα στα Σεπτεμβριανά του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, με αφορμή την επέτειό τους (Για να μην ξεχάσουμε ποτέ!)

Δημοσιεύθηκε: 12 Σεπτεμβρίου 2013 Κατηγορίες: Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός

image002 (1)

Το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου 1955, όλα φαινόταν ήρεμα στήν
Πόλη. Μια μικρή ομάδα φοιτητών ήταν συγκεντρωμένοι στην Πλατεία του Ταξίμ, στην κορυφή του Πέρα, διαδηλώνοντας
εναντίον της Ελλάδος. Η Ελλάδα ήταν πάντα ό συντηρούμενος από τις Τουρκικές αρχές στό­χος του όχλου.
Οι πέντε μεγάλοι δρόμοι πού οδηγούσαν στην Πλατεία Ταξίμ γέμισαν ξαφνικά με ένα μαινόμενο όχλο οπλισμένο με τσεκούρια, φτυάρια, ρόπαλα, σκεπάρνια, σφυριά και σι­δερένιους λοστούς πού φώναζε «Kahrolsun giavourlar!» (Ανάθεμα στους γκιαούρηδες!) και «Yikin, kirin, giavourdur!» (Σπάστε, γκρεμίστε είναι γκιαούρης!).
Οταν μαζεύτηκαν 50.000 περίπου άτομα, αλαλάζοντος όχλου, μπήκε σε εφαρμογή η επόμενη φάση του σχεδίου: Καταστροφή όλων των ελληνικών περιουσιών και βεβήλωση όλων των Ιερών και Όσίων του Ελληνισμού της Πόλης. Οι οδηγίες πού είχαν δοθεί ήταν να μη μείνει τίποτα όρθιο.1955 (7)
Ακολούθησαν ώρες πραγματικής κόλασης. Ενα μέρος του όχλου κινήθηκε στο Istiklal Caddesi, το περίφημο Πέρα, πού στο ένα χιλιό­μετρο της διαδρομής
του είχε, σαν το πιο φημι­σμένο εμπορικό κέντρο της Πόλης, 700 περί­που
μαγαζιά πού το συντριπτικό τους ποσοστό άνηκε σε Ελληνες.
Χρυσαφικά μεγάλης αξίας λεηλατήθηκαν μέσα σ’ ελάχιστα λεπτά απ’ τους
συμπλεκόμενους μεταξύ τους διαδηλωτές. Οταν ο όχλος έφθασε στην Αγία
Τριάδα, ακούστηκαν οι κραυγές «Ανάθεμα στους άπι­στους!» και ο όχλος
εισέβαλε στην εκκλησία. Ο,τι κινητό υπήρχε στον ναό καταστράφηκε ή
βεβηλώθηκε. Εικόνες, άγια σκεύη, ράσα ήταν ο στόχος του μανιασμένου όχλου.
Το Πέρα μέσα σε λίγες ώρες άρχισε να αλλάζη όψη. Ό δρόμος αποκτούσε ένα περίεργο υπόστρωμα, πού ήταν ένα μίγμα απ’ τα πράγ­ματα πού καταστρεφόταν:
μηχανήματα, γούνες, ρολόγια, παπούτσια, λάδια, τυριά, υφά­σματα, πιατικά, ρούχα, διάφορα άλλα είδη τροφίμων και ένδυσης, ανακατεμένα, κάτω απ’ το βάρος του όχλου πού κινιόταν συνεχώς, δημιούργησαν σιγά-σιγά μια
υπερυψωμένη μάζα λασπώδη καί λιγδερή.
1955(8)
Στό μεταξύ το σχέδιο της καταστροφής όλων των ελληνικών περιουσιών της Πόλης βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη: Εκατό ομάδες εκτελούσαν το φρικιαστικό τους έργο σε μια τεράστια έκταση απ’ τον Βόσπορο ως τη θά­λασσα του Μαρμαρά. Οι επί κεφαλής των διαδηλωτών με καταλό­γους σπιτιών και καταστημάτων των Ελλή­νων, διεύθυναν τις ομάδες του όχλου.
Ηταν ένας οργανωμένος τυφώνας πού σά­ρωνε τα πάντα στο πέρασμα του. Δεκάδες Ελληνες πολίτες και κληρικοί κακοποιήθη­καν. Λεηλατήθηκαν ή παραδόθηκαν στις φλό­γες 73 ελληνικές εκκλησίες. Καταστράφηκαν εικόνες, αγιογραφίες και σκεύη ανεκτίμητης ιστορικής και αρχαιολογικής άξιας. Κατα­στράφηκαν ολοσχερώς και τα 26 Ελληνικά σχολεία. Ή Πατριαρχική Σχολή του Φαναρι­ού πού ιδρύθηκε το 1453 και ή Θεολογική Σχο­λή της Χάλκης υπέστησαν το μένος του όχλου με ιδιαίτερη βαρβαρότητα. Το Ζάππειο Λύκειο δέχτηκε την επιδρομή του όχλου που
κα­τρακύλησε απ’ τις μεγάλες μαρμάρινες σκάλες το άγαλμα του ευεργέτου του Σχολείου Κων­σταντίνου Ζάππα και, κατέστρεψε όχι μόνο θρανία, πιάνο, αίθουσα τελετών αλλά έκανε και τεράστια ζημιά στις τοιχογραφίες πού κο­σμούσαν το εσωτερικό του σχολείου. 4.340 ελληνικά καταστήματα λεηλατήθηκαν και κα­ταστράφηκαν. 2.600 σπίτια Ελλήνων βρέθη­καν στο μάτι του κυκλώνα και παραδόθηκαν στο μένος καί την πρωτοφανή λύσσα του ό­χλου. Ρημάχτηκαν κυριολεκτικά καί κατα­στράφηκαν τα γραφεία και τα πιεστήρια των τριών μεγάλων ελληνικών εφημερίδων της Κωνσταντινούπολης.
Στό Ελληνικό νεκροταφείο του Σισλί μία ομάδα τυφλωμένων απ’ το μίσος
διαδηλωτών επί δύο ολόκληρες ώρες κατέστρεφε τάφους καί σταυρούς, έσκαβε τους πιο πρόσφατους καί έβγαζε έξω τα πτώματα μαχαιρώνοντας καί κομματιάζοντας τα.
Στήν Παναγία των Βλαχερνών, πού χτίστη­κε πάνω στα θεμέλια Βυζαντινού ναού του 470 μ.Χ., ο όχλος των διαδηλωτών κατέστρεψε με απίστευτη μανία ό,τι οι Ελληνες κατάφεραν να διατηρήσουν για χίλια τετρακόσια ογδόντα πέντε χρόνια. Στόν Αγιο Γεώργιο στα Ψωμαθιά, μια εκ­κλησία χτισμένη τον 13ο αιώνα πού οι Τούρκοι ονόμαζαν kanli kilise (ματωμένη εκκλησία) απ’ το αίμα πού έχυσαν στο σημείο εκείνο την ημέρα της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, η μανία των διαδηλωτών μετέτρεψε την ιστορι­κή εκκλησία σε σωρό ερειπίων.
Στήν Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής, γνωστή σαν Βαλουκλιώτισσα, οι
αστυνομικοί καί ο νυχτοφύλακας πού υποτίθεται ότι τη φύ­λαγαν, καθοδήγησαν τον όχλο στην καταστρο­φή καί στη λεηλασία του ιστορικού Μοναστη­ρίου. Καί οι τρεις μοναχοί πού βρισκόταν τη νύχτα της 6ης Σεπτεμβρίου στο Μοναστήρι είτε θανατώθηκαν είτε βασανίστηκαν. Ό 90χρονος μοναχός Χρύσανθος Μαντάς βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στις φλόγες της φωτιάς πού άναψαν για να τον κάψουν. Ό 6Οχρονος ηγούμενος, επίσκοπος Παμφιλίου Γεράσιμος, βασανίστηκε
καί τραυματίστηκε βαρεία στο κεφάλι. Ό 35χρονος ιερέας Ευάγ­γελος
χτυπήθηκε καί βασανίστηκε. Ό όχλος απαιτούσε τη σταύρωση του πού τελικά δεν έγινε, γιατί οι διαδηλωτές ήθελαν να απολαύ­σουν μία αργή καί
σαδιστική σταύρωση, αλλά καθυστέρησαν πολύ, τους πρόλαβε ο Στρατιωτικός Νόμος πού κηρύχτηκε τα μεσάνυχτα καί φοβήθηκαν τις συνέπειες του.
1955(3)
Οί Πατριαρχικοί Τάφοι καί τα σκηνώματα των μεγάλων ευεργετών του Γένους πού από το 1850 καί μετά τοποθετούντο στον αυλόγυρο της Ιεράς Μονής, καταστράφηκαν με καννιβαλική μανία. Οι Πατριαρχικοί Τάφοι
ανοί­χτηκαν καί τα οστά των νεκρών σκορπίστηκαν στους δρόμους.
21 ελληνικά εργοστάσια καταστράφηκαν ολοκληρωτικά. Σέ όσα βρισκόταν στα παράλια του Βοσπόρου οι μηχανές καί τα εργαλεία πετάχτηκαν στη θάλασσα.
110 ελληνικά εστιατόρια καί ξενοδοχεία λε­ηλατήθηκαν, καταστράφηκαν ή
παραδόθη­καν στις φλόγες. Καί τα 27 ελληνικά φαρμα­κεία λεηλατήθηκαν καί καταστράφηκαν.
Οι βιασμοί γυναικών, ανεξάρτητα απ’ την ηλικία τους, υπολογίζεται ότι
ξεπέρασαν τους 200 τη νύχτα εκείνη, ενώ παρέμεινε άγνωστος ο τελικός
αριθμός των νεκρών, πού ξεπέρασε τους 20, παρ’ όλο πού οι οδηγίες πού
είχαν δο­θεί απαγόρευαν τις δολοφονίες.
Το οργανωμένο σχέδιο της ολοκληρωτικής καταστροφής των περιουσιών των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης διήρκεσε 6 ώρες πε­ρίπου. Στίς 12 τα μεσάνυχτα καί, αφού οι τέλεια οργανωμένες ομάδες είχαν σχεδόν ολοκληρώ­σει το έργο τους, η Τουρκική Κυβέρνηση ευαρεστήθηκε να κηρύξει Στρατιωτικό Νόμο σε μια Πόλη παραδομένη στις φλόγες. Το σχέ­διο τους σημείωσε καταπληκτική επιτυχία.
Το σύνολο σχεδόν των ελληνικών περιουσιών κα­ταστράφηκε. Ό ελληνικός
πληθυσμός τρομο­κρατήθηκε. Οί απειλές για τη ζωή όσων είχαν επιβιώσει ήταν διάχυτες στην ατμόσφαιρα. Ό στόχος τους λαβώθηκε θανάσιμα, Ό Ελ­ληνισμός της Κωνσταντινούπολης δεν επρό­κειτο να συνέλθει ποτέ από το χτύπημα της νύ­χτας αυτής. Σιγά-σιγά καραβάνια ολόκληρα από Ελληνες εγκατέλειπαν την Βασιλεύουσα για να εξασφαλίσουν τουλάχιστον τη ζωή τους.
image001
image002 (2)
image003
image004 (1)
image005
image006

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

"Διχασμένη Αγάπη"

Όμηρος Αβρααμίδης
«Διχασμένη Αγάπη»                      
Διόπτρα, 2013
Μόλις τέλειωσα το μυθιστόρημα του Όμηρου Αβρααμίδη «Διχασμένη Αγάπη». Το αγόρασα, γιατί γνώρισα τον συγγραφέα σε μια επίσκεψή του στην Κύπρο, όταν παρουσίαζε ένα άλλο μυθιστόρημά του. Από τότε, νιώθω την ανάγκη να διαβάζω τα γραπτά του, γιατί είναι ένας πολύ ευπρεπής άνθρωπος, με σεμνότητα, ευγένεια και ήθος, και μου αρέσει ο τρόπος γραφής του.

Μου άρεσε, ομολογώ το νέο του μυθιστόρημα, διαβάζεται πολύ εύκολα, παρόλο που είναι μια αλυσίδα από κακοτυχίες και αναποδιές, σκαμπανεβάσματα της μοίρας, που μας φέρνουν στον νου τον μεγάλο Σκιαθίτη και τη ρήση του: «Σαν να’χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου». Στο τέλος, βέβαια, έρχεται η κάθαρση, με την εξομάλυνση των σχέσεων των ηρώων.

Ο συγγραφέας, ακολουθώντας μια ευθύγραμμη πορεία, παρακολουθεί τη ζωή της κεντρικής του ηρωίδας, της Ελπίδας, μιας κοπέλας από την Κρήτη, μοναχοκόρης ενός δασκάλου και μιας νοικοκυράς, που ερωτεύεται πλατωνικά τον νεαρό καθηγητή των Μαθηματικών της, κι αποφασίζει να γίνει καθηγήτρια κι αυτή. Στην Αθήνα, στη Φιλοσοφική Σχολή, θα γνωρίσει έναν φοιτητή της φιλολογίας, τον Παύλο, από μια αγροτική οικογένεια της Καρδίτσας, θα ζήσουν έναν παθιασμένο έρωτα, και θα μείνει έγκυος. Παρά τις αρχικές αντιδράσεις των οικογενειών τους, θα παντρευτούν, θα πάρουν τα πτυχία τους, και θα διοριστούν στα Χανιά, έχοντας μαζί τους τον γιο τους, τον Αντρέα.

Όμως, μοίρα κακή τούς φθόνησε, γιατί ο Αντρέας συγκαταλέγεται ανάμεσα στα θύματα του πολύκροτου ναυαγίου του επιβατηγού-οχηματαγωγού «Ηράκλειον» που βυθίστηκε στη βραχονησίδα Φαλκονέρα, 23 ν.μ. βορειοδυτικά της Μήλου, τα χαράματα της 7ης  Δεκεμβρίου του 1966, ταξιδεύοντας από τη Σούδα στον Πειραιά.

Μαύρισε η ζωή της Ελπίδας, αλλά είχε τους γονείς της που της συμπαραστάθηκαν, προσπαθώντας να πνίξουν τον δικό τους πόνο για να απαλύνουν τον δικό της και να της δώσουν κουράγιο. Σε εννιά μήνες από τον άδικο χαμό του άντρα που αγαπούσε, η Ελπίδα, βρίσκει και υιοθετεί ένα ορφανό παιδί του ναυαγίου, τον Μιχάλη, λίγο μικρότερο από τον Αντρέα της, κι έτσι τα δυο παιδιά μεγαλώνουν σαν αδέλφια, πολύ αγαπημένα.

Σιγά-σιγά η Ελπίδα ξαναβρίσκει τον εαυτό της, και ξαφνικά και αναπάντεχα στο σχολείο της διορίζεται ο παλιός της έρωτας, ο Πέτρος, που τον εγκατέλειψε η γυναίκα του και ζούσε με το κοριτσάκι του, τη Λεία. Μετά από ένα χρόνο, θα της εκμυστηρευτεί τον έρωτά του, και μια μέρα θα της προτείνει να παντρευτούν.

Δεν ήταν τυχερό τους, όμως, γιατί ο Πέτρος, γυρνώντας στο σπίτι του, έπαθε έμφραγμα, βλέποντας την κόρη του σε άσεμνη στάση με τον υιοθετημένο γιο της Ελπίδας, τον Μιχάλη. Τα παιδιά σοκαρίστηκαν, κι ένιωθαν υπεύθυνοι για τον θάνατό του. Τους πνίγουν οι τύψεις. Η Ελπίδα, βέβαια, δεν ξέρει τίποτα.

Η Λεία μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα της, θα πάει να ζήσει στο Ηράκλειο με τους παππούδες της, κι όταν πέθανε κι ο παππούς, θα μείνει με τη γιαγιά στη θεία της, την αδελφή του μπαμπά της. Ο θείος της, για το δικό του συμφέρον, θέλει να την παντρέψει με έναν πλούσιο, μεγαλύτερό της άντρα, ενώ αυτή θέλει να πάει στην Αθήνα, όπου ήδη έχουν πάει για σπουδές τα δυο αδέλφια, οι γιοι της Ελπίδας, που είναι κι οι δυο ερωτευμένοι μαζί της.

Μόλις, όμως, ο Μιχάλης εκμυστηρεύεται το μυστικό του στον αδελφό του, ο Αντρέας θα καταπνίξει για χάρη του αδελφού του, τα αισθήματά του, και στο τέλος, θα πέσει από μια σφαίρα που έριξε ο θείος της Λείας, όταν έμαθε τυχαία από ένα γράμμα τον έρωτα της ανιψιάς του με τον Μιχάλη.
Η Ελπίδα, σ’ αυτή την τρίτη αναποδιά της μοίρας, ράκος πια, θεωρεί υπεύθυνους για τον θάνατο του Αντρέα, τον Μιχάλη και τη Λεία.

«Και τότε, για πρώτη φορά στη ζωή της, ένιωσε να κυριεύεται από ασίγαστο μίσος. Μίσος για τον θετό της γιο και την αγαπημένη του που έγιναν η αιτία για τον θάνατο δυο ανθρώπων που αγαπούσε. Οργή γι’ αυτή την αγάπη που σκορπούσε γύρω της τον θάνατο. Θυμό με τον εαυτό της που κάποτε υιοθέτησε ένα παιδί που μόνο καταστροφή έφερε στο σπίτι της».

Τους διώχνει κακήν κακώς:

«Φύγετε από μπροστά μου και να μη σας ξαναδώ στα μάτια μου. Δεν θέλω να σας ξαναδώ στα μάτια μου»

 Στη συνέχεια, αυτοί θα ζήσουν αυτοεξόριστοι για είκοσι χρόνια στην Αγγλία με τις τύψεις τους, μέχρι που ο χρόνος που απαλύνει τις πληγές, και η καλύτερη φίλη της Ελπίδας, η Μαρίνα, συνάδελφός της, θα τους συμφιλιώσει. Το έπαθλο της συμφιλίωσης ο εγγονός της, ο μικρός Ανδρέας.

Ο συγγραφέας-παντογνώστης αφηγητής διεισδύει στην ψυχή των ηρώων του και μας αποκαλύπτει τις μύχιες σκέψεις, τους φόβους, τις αγωνίες, τα βάρη που κουβαλούν, τα μυστικά τους. Την αφήγηση του συγγραφέα που προχωρεί με πολύ γοργό ρυθμό από τη μια φάση της ζωής των ηρώων του στην άλλη, διακόπτουν ζωντανοί, έντονοι και ρεαλιστικοί διάλογοι που δίνονται από τον συγγραφέα με πολλή παραστατικότητα.
Η υπόθεση του μυθιστορήματος αυτού που χωρίζεται σε εννέα κεφάλαια και έναν επίλογο, δίνεται σε διακόσιες περίπου σελίδες(198). Μέγα προτέρημα, αν σκεφτούμε ότι σήμερα σαν να πουλούν τα βιβλία με το κιλό. Γλυκό και τρυφερό το εξώφυλλο του βιβλίου, αφού το θέμα του είναι ο έρωτας και ο θάνατος.
Ταυτόχρονα, διαζωγραφίζεται και η ζωή στην Κρήτη, με τις δικές της αξίες και τους δικούς της άγραφους νόμους, με τις ανθρώπινες αδυναμίες, αλλά και η φοιτητική ζωή στην Αθήνα εκείνα τα χρόνια, όταν υπήρχαν πολλές ελλείψεις, αλλά ο φοιτητόκοσμος διασκέδαζε με τον τρόπο του.

Το ναυάγιο του επιβατικού πλοίου «Ηράκλειον», μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες στην Ελλάδα των τελευταίων χρόνων, τέμνει κάθετα τη ζωή της κεντρικής ηρωίδας, αφού την ανατρέπει άρδην, τη χαράζει ανεπανόρθωτα, και ουσιαστικά την καταστρέφει. Είναι η περιπέτεια με την αριστοτελική έννοια του όρου, η στροφή των πραγμάτων στο εναντίον. Σαν ένας ανεμοστρόβιλος σάρωσε τα πάντα στο διάβα του.

Ο πολυδιαβασμένος συμπατριώτης μας συγγραφέας, έχοντας σπουδές στην ελληνική και γαλλική φιλολογία, με μεταπτυχιακό στη γλωσσολογία στη Σορβόνη,  μετά την εισβολή ζει στην Αθήνα και ασχολείται με τον χώρο του βιβλίου. Η «διχασμένη Αγάπη είναι το δέκατο τέταρτο βιβλίο του.


Επιλογικά, ο Όμηρος Αβρααμίδης, στο τέλος του μυθιστορήματός του, που διαρκεί κάποιες δεκαετίες, ξεκινώντας από το 1956, όταν ακόμη οι άνθρωποι στην Ελλάδα δεν είχαν τηλέφωνα και αντάλλασσαν επιστολές, κάποιες από τις οποίες μας παραθέσει αυτούσιες, μας υποβάλλει την έννοια της συγχώρεσης, πλάι στις έννοιες της αγάπης, της ανιδιοτελούς προσφοράς, του δοσίματος και της φιλίας. 

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Πόθεν Έσχες: Μια επείγουσα ανάγκη

 Είναι γεγονός ότι πολλοί αντιδρούν στη φορολόγηση της ακίνητης ιδιοκτησίας, γιατί εφαρμόζεται για πρώτη φορά, και τους κακοφάνηκε. Ασφαλώς, υπάρχουν και αυτοί που δικαιολογημένα αντιδρούν, γιατί δεν έχουν να πληρώσουν. Η πλειοψηφία, όμως, άδικα παραπονιούνται, γιατί αυτό το μέτρο έπρεπε να εφαρμοστεί από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ή, τουλάχιστον, μετά το 1974, όταν κάποιοι από μας χάσαμε τα πάντα, και κάποιοι άλλοι άρπαξαν την ευκαιρία που τους παρουσιάστηκε, για να κάνουν τα «παλούκια τους χρυσά», κατά το κοινώς λεγόμενο.

Τότε, λοιπόν, που άρχισε ο καθένας να ανοίγει το στόμα του και να ζητά όσα του κατέβαιναν στο κεφάλι, έπρεπε εμείς να κάνουμε τα αδύνατα δυνατά, να βρούμε τα λεφτά για να πάρουμε ένα κομμάτι γης, να κτίσουμε ένα σπίτι, να βάλουμε το κεφάλι μας κάτω από ένα κεραμίδι. Κι όλα αυτά με χίλιες δυο στερήσεις, με αιματηρές οικονομίες, με εντατική εργασία για τους πιο πολλούς, με ξενιτεμούς, με πόνο ψυχής απροσμέτρητο για όσα είχαμε και χάσαμε…

 Πολλοί, λοιπόν, καπάτσοι όρμησαν και εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση. Εκεί που δεν ήξεραν να χωρίσουν «δυο γαϊδάρων άχυρο», άνοιξε το στόμα τους με την αναπάντεχη τύχη που τους βρήκε, και ζητούσαν αστρονομικά ποσά για τη γη τους. Μάλιστα, κάποιοι παραπονιόντουσαν ότι τους πήραν γη και την έδωσαν για να κτιστούν οι προσφυγικοί συνοικισμοί. Άσχετο, αν τις πιο πολλές φορές η γη ήταν χαλίτικη.

Όμως, κι εκεί που το κράτος απαλλοτρίωσε κάποιες περιουσίες, ευεργετήθηκαν όσοι είχαν γύρω γη, γιατί η τιμή «της καυκάλλας» που έκοψαν οικόπεδα, ανέβηκε κατακόρυφα, και έφτασε σε εξωφρενικές τιμές, ενώ πριν από τον πόλεμο δεν την έπαιρνες, και να σε παρακαλούσαν. Εξάλλου, ποιος είχε ανάγκη να πάρει τη γη τους, όταν είχαμε έναν κάμπο ολόδικό μας;

Αυτή, λοιπόν, ήταν η φούσκα της γης. Ένα παρασιτικό, εξαμβλωματικό φαινόμενο, ένα καρκίνωμα του χειρίστου είδους, που μας οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια στο βάραθρο και την καταστροφή.

Γι’ αυτό επιμένω ότι η φορολόγηση της ακίνητης ιδιοκτησίας έπρεπε να γίνει πριν από πολλά χρόνια, όχι τώρα που μας επεβλήθη άνωθεν. Από μόνοι μας έπρεπε να νοικοκυρευτούμε. Αλλά ποιος τολμούσε να αγγίξει τις «ιερές αγελάδες;». Όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, υπολόγιζαν τα κομματικά τους οφέλη. Θα μπορούσε ο κ. Βασιλείου να το κάνει, ή ο κ. Κληρίδης, αλλά ο περίγυρος και τα κόμματα που τους υποστήριζαν, θα’ πεφταν να τους φάνε.

Μπορεί, όμως, να γίνει και τώρα, όχι με τιμές του 1980, αλλά με τις τρέχουσες τιμές. Για όσους δε, τόσα χρόνια «έκαναν πάρτι», πρέπει να εφαρμοστεί αμέσως το «πόθεν έσχες», το οποίο πρέπει να επεκταθεί σε  όλους μας. Θέλει πολλή μαγκιά, για να γίνει αυτό, αλλά νομίζω, ότι αν ο Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης τολμήσει να το εφαρμόσει, θα μείνει στην ιστορία ως ο Ηγέτης που δεν αγόταν από τα συμφέροντα των ολίγων, αλλά κυβερνούσε με «αιδώ και δίκη».



Παραπομπές
Η «αιδώς» και η «δίκη» αποτελούσαν κατά τον Πλάτωνα τα δυο βασικά συστατικά για τη συγκρότηση πολιτειών, ικανών ν’ ανταποκριθούν για το σκοπό της ύπαρξής τους που δεν ήταν άλλος απ’ το να υπηρετήσουν τον άνθρωπο. «Δίκη» είναι το αίσθημα δικαιοσύνης και «αιδώς» το αίσθημα της ντροπής, της συστολής.
εξαμβλωματικός -ή -ό  : που μοιάζει με εξάμβλωμα, που προκαλεί αποκρουστική εντύπωση: Εξαμβλωματική όψη / μορφή / εικόνα / κατασκευή.
[λόγ. εξαμβλωματ- (εξάμβλωμα) -ικός]






Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Περικλής

Δημοσιεύθηκε: 3 Σεπτεμβρίου 2013 Κατηγορίες: Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός
Φωτὀ:repsocialiste.canalblog.com
Φωτὀ:repsocialiste.canalblog.com
γράφει η Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος – ιστορικός
(Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη έιναι φιλόλογος – ιστορικός και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως καθηγήτρια στη μέση εκπαίδευση από το 1992)
Ο μεγαλύτερος πολιτικός της αρχαίας Αθήνας. Ήταν γιος του Ξανθίππου, του νικητή των Περσών στη Μυκάλη (479 π.Χ.). Ήταν πολύ ευφυής και εκπαιδεύτηκε από άριστους δασκάλους. Η ιδιωτική του ζωή ήταν απλή, μέτρια και λιτή. Διακρινόταν για τη μετριοφροσύνη του, καθώς και για την έλλειψη μνησικακίας προς τους υβριστές του.
Απέφευγε τις θορυβώδεις διασκεδάσεις γι’ αυτό και δεν σύχναζε σε συμπόσια και γιορτές Ποτέ δεν έβγαινε έξω από το σπίτι του, παρά μόνο όταν πήγαινε στην Εκκλησία του Δήμου ή στην αγορά. Στο σπίτι του δεχόταν φίλους, σοφούς και καλλιτέχνες, όπως τον περίφημο αγαλματοποιό Φειδία, τους ποιητές Ευριπίδη και Σοφοκλή, τους φιλοσόφους Πρωταγόρα» Αναξαγόρα, Σωκράτη κ.ά.
Η διαγωγή αυτή έδωσε στον Περικλή μεγάλη δύναμη. Αποκλειστικά και μόνο με την ευφυΐα και τις αρετές του έγινε άρχοντας της Αθήνας. Στην αρχή, τον επίσκιαζε ο Κίμωνας με τα μεγάλα και λαμπρά έργα του. Αλλά μετά την εξορία του μεγάλου αυτού άνδρα, και ακόμα περισσότερο μετά το θάνατό του, έμεινε ο πρώτος στην πόλη, και την υπεροχή αυτή την κράτησε για 20 χρόνια (449- αΧ.), κατά τα οποία στερέωσε την εξουσία της Αθήνας και την έκανε ένδοξη και ισχυρή.
Όταν ο Περικλής ανέλαβε την εξουσία, οι Αθηναίοι είχαν την ηγεμονία των Ελλήνων, τους οποίους ουσιαστικά κρατούσαν σε υποταγή με 15.000 περίπου ενόπλους. Ο Περικλής, για να κρατά τους Έλληνες σε υποταγή, έκανε συνεχή επίδειξη δυνάμεων με το στόλο της πατρίδας του, και αν κάποιος από αυτούς έδειχνε τάση για απείθεια, τον τιμωρούσε με σκληρότητα. Έτσι, όταν το 440 π.Χ οι σύμμαχοι των Αθηναίων επαναστάτησαν, ο Περικλής ξεκίνησε με το στόλο αυτοπροσώπως εναντίων των επαναστατών και τους κατανίκησε. Μετά τους υποχρέωσε να κατεδαφίσουν τα οχυρώματά τους, να παραδώσουν το στόλο τους, να δώσουν ομήρους και να πληρώσουν πολεμική αποζημίωση. Θέλησε, επίσης, να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη δύναμη της Αθήνας με την εγκαθίδρυση πολυάριθμων αποικιών, οι οποίες έγιναν για την Αθήνα εμπορικές θέσεις, λιμάνια, όπου προσορμίζονταν τα πλοία της και κυρίως φρουρές για τη φύλαξη των τόπων στους οποίους γίνονταν οι εγκαταστάσεις. Για τις έκτακτες και απροσδόκητες ανάγκες είχε φυλαγμένα 10.000 περίπου τάλαντα στο θησαυροφυλάκιο της πόλης και είχε πάντοτε 300 ετοιμοπόλεμα πλοία. Με τα μέσα αυτά εμπόδιζε κάθε επανάσταση των συμμάχων και ανάγκαζε τους Πέρσες να μην επιχειρούν τίποτε κατά της ανεξαρτησίας των ελληνικών πόλεων.
Τεράστια ποσά από τα συμμαχικά χρήματα δαπάνησε και για τον καλλωπισμό της Αθήνας. Την ανώτατη διεύθυνση για την κατασκευή των λαμπρών καλλιτεχνημάτων την ανέθεσε στον άριστο καλλιτέχνη Φειδία (438-431 π.Χ.). Τότε χτίστηκε ο Παρθενώνας πάνω σε σχέδια του Ικτίνου και του Καλλικράτη και ο Μνησικλής εργάστηκε πέντε χρόνια για την ανέγερση των Προπύλαιων της Μητρόπολης. Από τα πιο πολυδάπανα και πιο εντυπωσιακά αγάλματα ήταν το χρυσελεφάντινο της Αθηνάς στον Παρθενώνα, έργο του Φειδία, και το, πανύψηλο χάλκινο άγαλμα της προμάχου Αθηνάς, μέσα στα Προπύλαια και στον Παρθενώνα. Η αιχμή του δόρατος και το λοφίο του κράνους του αγάλματος αυτού ήταν ορατά από το Σούνιο. Στα διάφορα οικοδομήματα, ανάγλυφα και αγάλματα της Ακρόπολης, φαίνεται η μεγάλη υπεροχή της καλλιτεχνικής ακμής στην Αθήνα κατά την εποχή του Περικλή.
Στον Περικλή, επίσης, οφείλεται η κατασκευή του λιμανιού στον Πειραιά, ο οποίος αναπτύχθηκε σε σοβαρότατο εμπορικό κέντρο, καθώς και η συμπλήρωση των οχυρωματικών έργων του Θεμιστοκλή και του Κίμωνα με τα μακρά τείχη, τα οποία ένωσαν την Αθήνα με τον Πειραιά. Γενικά, η Αθήνα κατά την εποχή του Περικλή έγινε το εμπορικό, πνευματικό, καλλιτεχνικό κέντρο του ελληνισμού, που είχε παγκόσμια ακτινοβολία. Δικαιολογημένα η εποχή του Περικλή αποκαλείται «Χρυσός αιώνας».
Όταν κηρύχτηκε ο Πελοηοννησιακός πόλεμος, ο Περικλής με ψυχραιμία και στρατηγικότητα χειρίστηκε την κατάσταση και τον πρώτο καιρό οι επιχειρήσεις των Αθηναίων στέφονταν με επιτυχίες. Δυστυχώς, όμως, κατά τον τρίτο χρόνο του πολέμου φοθερός λοιμός θέρισε την Αθήνα, τον Πειραιά και τον τόπο ανάμεσα στα δύο μακρά τείχη. Όσοι μολύνονταν από την αρρώστια δεν ζούσαν περισσότερο απά επτά ή το πολύ εννέα ημέρες. Και οι νεκροί ήταν πολλοί, ενώ οι γιατροί ήταν ανίκανοι να την καταπολεμήσουν. Η αρρώστια χτύπησε και τους συγγενείς του Περικλή. Από τους πρώτους πέθαναν η αδερφή του, ο πρωτότοκος γιος του και μερικοί από τους αγαπημένους του φίλους. Ο μόνος που του είχε απομείνει ήταν ο δευτερότοκος γιος του Πάραλος. Αλλά ο λοιμός τον πήρε και αυτόν. Και ενώ ο Περικλής με καρτερικότητα και θαυμαστή ψυχραιμία, δεχόταν το ένα μετά το άλλα τα θανατηφόρα χτυπήματα, τη στιγμή που τοποθετούσε το νεκρώσιμο στεφάνι πάνω στον τελευταίο αυτό γιο του, έκλαψε πικρά. Παρόλα αυτά να εξακολουθεί να επαγρυπνεί για τη σωτηρία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Δεν επέζησε όμως, γιατί ο λοιμός προσέλαβε και αυτόν και τον οδήγησε στον τάφο, το 429 π.Χ. Έτσι, η Αθήνα, στερήθηκε το μεγάλο της ηγέτη, τη στιγμή που τον χρειαζόταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά.
Αναδημοσίευση: περιοδικό «Άρτιον», τ.3

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Παρουσίαση Βιβλίου
Γιάννης Καλπούζος
«Ουρανόπετρα»

Εξαιρετικό! Αυτή είναι η ετυμηγορία μου για το νέο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου «Ουρανόπετρα», που αυτή τη φορά αναφέρεται στην Κύπρο, την πατρίδα της γυναίκας του. Προσωπικά, μου άρεσε πάρα πολύ, το διάβασα μονορούφι, γιατί λατρεύω ό,τι έχει σχέση με ιστορικά γεγονότα. Τα ιστορικά μυθιστορήματα είναι η αδυναμία μου.
Διάβασα και τα άλλα δυο μυθιστορήματα του Γιάννη Καλπούζου, «Ιμαρέτ» και «Άγιοι δαίμονες», τα οποία απόλαυσα επίσης, αλλά το τελευταίο του, η «Ουρανόπετρα», με σαγήνευσε και με τύλιξε στα μαγνάδια της μαγείας της, κυρίως όσο προχωρούσε η εξέλιξη της ιστορίας  και στον καμβά της ο συγγραφέας κεντούσε τον έρωτα των Ελλήνων του νησιού μας με τη Μάνα Ελλάδα.

Συγκινήθηκα αφάνταστα από αυτό το ασίγαστο πάθος για την ένωση, από την άδολη ψυχή των Κυπρίων εθελοντών στους εθνικούς αγώνες, από τα πάθη και τους καημούς των υπόδουλων Ελλήνων, και συνειδητοποίησα γι’ άλλη μια φορά ότι η ελευθερία στην Ελλάδα ήρθε πραγματικά μέσα από τα κόκκαλα των παιδιών της. Τίποτα δεν της χαρίστηκε. Χιλιάδες παλληκάρια άφησαν την τελευταία τους πνοή πάνω στα κακοτράχαλα βουνά, για να διπλασιαστεί η Ελλάδα στους Βαλκανικούς Πολέμους και να ξεπλύνει τη μουντζούρα του ατυχή πολέμου του 1897.

Συγκλονίστηκα, πραγματικά, από τις ρεαλιστικές σκηνές του πολέμου, σκηνές αίματος, ανείπωτου πόνου, εθνικής ανάτασης μα και ανθρώπινης αδυναμίας. Θαύμασα, όμως, ταυτόχρονα, και την επιμονή του συγγραφέα να μελετήσει την ιστορία δυο εποχών, του τέλους της ενετοκρατίας και της αρχής της αγγλοκρατίας, να εντρυφήσει στην έρευνα των αρχείων, για να μας δώσει αυτό το χρονικό, το τόσο πλούσιο σε ιστορικά στοιχεία.

Η Κίκα Ολυμπίου, στο ιστολόγιό της «anagnostria», στη δική της παρουσίαση, υποστηρίζει ότι κανονικά δεν έπρεπε να το ονομάσει μυθιστόρημα, αλλά χρονικό, επειδή κυριαρχεί πιο πολύ το ιστορικό στοιχείο από το μυθιστορηματικό.

Σ’ αυτές τις δυο ιστορικές περιόδους, κυριαρχούν οι μορφές δυο ηρώων: του Γερόλεμου από τα Λεύκαρα που πήρε μέρος στις μάχες μαζί με τους Ενετούς κατά των Τούρκων που πολιορκούσαν τη Λευκωσία και την Αμμόχωστο, και του μακρινού απογόνου του, του Αδάμου, που πήρε μέρος ως εθελοντής στον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς.  

Κοινός άξονας και στις δυο αυτές περιόδους της ιστορίας του νησιού μας είναι οι ελπίδες που γεννιόντουσαν κάθε φορά με τον νέο κατακτητή. Στην ενετοκρατία, με τον διωγμό της Ορθοδοξίας, αναπτερώθηκαν οι ελπίδες των Ελλήνων χριστιανών με την έλευση των Οθωμανών, όπως συνέβη και με τους Άγγλους, που διαδέχτηκαν τους Τούρκους. Και στις δύο περιπτώσεις, βέβαια, διαψεύστηκαν οικτρά.

Αναντίρρητα, ο Γιάννης Καλπούζος διαζωγραφίζει ολοζώντανους τους χαρακτήρες του και απεικονίζει πολύ ρεαλιστικά το περιβάλλον στο οποίο ζουν και κινούνται οι ήρωές του. Με τα πιο μελανά χρώματα παρουσιάζονται οι συνθήκες της εποχής, οι δυσκολίες των ανθρώπων, η εξαθλίωση, η ανέχεια, οι πόνοι, τα βάσανα, αλλά παρουσιάζονται και οι διασκεδάσεις, τα πανηγύρια, οι γιορτές τους, οι έρωτές τους, οι αποκοτιές τους, οι τρέλες τους…

Παρακάτω, θα αναφέρω κάποιες παραγράφους που με συγκίνησαν. 
Όταν ο Γερόλεμος, ο μακρινός πρόγονος του Αδάμου, μετά την άλωση της Αμμοχώστου από τους Τούρκους, καταφεύγει σε κάποιον συγγενή του στο Παραλίμνι, τον Αντρέα, όπου ζούσε «σε μια πλινθόκτιστη στενή κάμαρα μ’ άλλες εφτά ψυχές», αυτοί τον φιλοξενούν με αγάπη.
«Όλοι ρακένδυτοι και ξυπόλυτοι. Μια χύτρα όλη κι όλη από σκεύη για μαγείρεμα. Πιάτα, κουτάλια, κύπελλα και δοχεία για νερό από κολοκύθες. Και το φαγίν τους κρίθινο ψωμί, ελιές και κρεμμύδια και, σπάνια, φασόλια. Λίγο ή πολύ όπως όλοι οι πάροικοι κι οι περπυριάριοι του νησιού. Σαν να μην αρκούσαν τούτα, πλήθη Οθωμανών απ’ τα κοντινά στρατόπεδα λεηλατούσαν κάθε τόσο όλα τα χωριά της περιοχής Κάβο Γκρέκο.
Όμως, περίσσευε η φιλοξενία. Στριμώχτηκαν προκειμένου να του αφήσουν τόπο να πλαγιάζει, μείωσαν τη μερίδα του ψωμιού να περισσεύει και για κείνον, κι έτρεξε ο Αντρέας να βρει γιατροσόφια για την πληγή του». Και καταλήγει ο συγγραφέας: «Τον σκλάβωσαν με τον ήλιο της ψυχής τους και τους αποζημίωνε εξιστορώντας τους όσα έζησε στη Λευκωσία και την Αμμόχωστο».

Άλλη παράγραφος που με άγγιξε ήταν η γνωριμία του Αδάμου με τον Βασίλη Μιχαηλίδη και η στιχομυθία μαζί του.
«Ε, Αδάμο!» τον φώναξε ο Μαυροκορδάτος.
«Καθόταν σ’ ένα μικρό τραπέζι σιμά στην πόρτα και δίπλα του κάποιος φανερά άσχετος με το σινάφι του. Ξεπερνούσε τα πενήντα, με κοστούμι, γραβάτα, παχύ μουστάκι και τα μαλλιά χωρισμένα στη μέση. Συστήθηκαν κι άνοιξαν συζήτηση. Βασίλης Μιχαηλίδης τ’ όνομά του, δούλευε στο φαρμακείο του νοσοκομείου της Λεμεσού και, παρότι ταξίδεψε στη Λευκωσία για προβλήματα υγείας, ήταν φίλος του πιοτού και παράγγελνε κάθε τόσο. Ο νους του όμως σπίθιζε κι είχε μιαν γλυκάδα στη λαλιά που σε κέρδιζε απ’ την πρώτη στιγμή. Φαινόταν και γραμματιζούμενος πολλά.
Κυλώντας η ώρα, έπιασε ο Αδάμος να λέγει όσα διάβασε για την ιστορία των προγόνων του και για όσα γέννησαν στην ψυχή του, δίχως ν’ αναφερθεί σε ονόματα, ούτε στα φυλαχτά.
«Ένι λογικό, μάστρε Βασίλη, να δένομαι με τους αποθαμένους; Είντα λαλείς εσύ που ξεύρεις τα περιγραμμάτικα;», ρώτησε στο τέλος.
«Μα τι θαρρείς, φίλε μου Αδάμο, όσοι εφύαν πάσιν τζαι χαθήκασιν; Μες στο κορμίν μας ένι τζαι στην ψυχήν μας. Κυλούνε στο αίμα μας. Τους έχουμε στη λαλιά μας, στα τραγούδια μας, στους χορούς μας, στες συνήθειες τζαι μες στην ανάσαν μας. Ένι το χώμα που πατούμε τζαι το νερόν που πίνουμε. Αν εμείς δεν το κατέχουμε, ένι δική μας φτώχεια τζαι δικό μας κακό. Κι άμα έρχονται οι κρυφοί ανέμοι τζαι μας φανερώνουν όσους εν θα’πρεπε να λησμονούμε, ένι πλούτος, κι άξιος όποιος το νογά».

Ο συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος κατορθώνει, επιπλέον, να μας εντυπωσιάσει με τη γλώσσα των διαλόγων που ακολουθεί το γλωσσικό ιδίωμα της εποχής. Ταυτόχρονα, μέσα από τη ζωή και τη δράση των ηρώων του, παρελαύνουν και όλα τα σημαντικά γεγονότα της εποχής, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες κ.α.

 Ο Αδάμος παντρεύεται τελικά την αγαπημένη του το 1917 και ονομάζει τον γιο του Γερόλεμο, από εκείνο τον μακρινό πρόγονό του.

Ο τίτλος του έργου "Ουρανόπετρα" αναφέρεται σε ένα τυχερό μεταλλικό σβόλο που ο πρώτος Γερόλεμος (του 1570) είχε επεξεργαστεί σε κύκλο και είχε μοιράσει από ένα τέταρτο του κύκλου στα τέσσερα παιδιά του. Αυτά θα σκορπίσουν, αλλά τα κομμάτια της ουρανόπετρας θα συναντηθούν στους απογόνους τρεισήμιση αιώνες μετά.


Πράγματι, απόλαυσα το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου «Ουρανόπετρα».