Τρίτη 10 Μαρτίου 2015


Επικήδειος στον μ. Σωτήρη Μιχαήλ,
τον καθηγητή των Μαθηματικών μας, που τα οστά του ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο του DNA
Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015- Ώρα 12.30 μ.μ.
Εκκλησία Αγίου Παντελεήμονος
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc

«Μυρίζουν ακόμα λιβανιά, κι έχουν την όψη καμένη από/το πέρασμά τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.
Κει που με μιας τους έριξε το Ασάλευτο».
Λες κι ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε τον «Ύπνο των Γενναίων» γι’ αυτά τα παλληκάρια, «τους χωρικούς του απέραντου γαλάζιου» που άφησαν το άλικο αίμα τους στις βουνοκορφές του Πενταδάκτυλού μας.
Μαζευτήκαμε σήμερα στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονος για να αποχαιρετήσουμε ακόμη έναν γενναίο μαχητή, έναν πρόμαχο της ελευθερίας της Κύπρου μας, τον Μαθηματικό Σωτήρη Μιχαήλ από την Αγκαστίνα, καθηγητή στο Γυμνάσιο Λευκονοίκου. Έναν ήρωα που υπήκοντας στην προγονική εντολή του  Θουκυδίδη «Εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες», έμεινε εκεί στο μετερίζι που του έταξε η μοίρα να θυσιαστεί, «σαν τιμή και σαν χρέος για τους άλλους, πιο πέρα από τις ανάγκες του». Μπορούσε να διαφύγει, όπως έκαναν κι άλλοι. Δεν το’ κανε, όμως!
Πολυαγαπημένε μας Σωτήρη,
καλωσόρισες στην οικογένειά σου. Στη Μάρω σου και τον Μιχάλη σου που, μαζί με τη σύζυγό του Δέσπω, σε πρόσμεναν καιρό να’ ρθείς. Ο Μιχάλης δεν σε θυμάται, γιατί σαν χάθηκες στα τριάντα σου χρόνια, ήταν μόνο δεκατεσσάρων μηνών, μα σε γνώρισε τώρα απ’ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες σου όμοιες με τις δικές του. Πρέπει να είσαι πολύ περήφανος για τον γιο σου, Σωτήρη μας, όπως κι εκείνος για σένα.

Σε θυμόμαστε όλοι και όλες στο Γυμνάσιο Λευκονοίκου, όταν πρωτοήρθες το 1971. Ήσουν αξιοπρεπής και σοβαρός, με ωριμότητα, εγκρατής της Μαθηματικής επιστήμης, χαρισματικός. Αμέσως, σε αγαπήσαμε για το ήθος και την ποιότητα του χαρακτήρα σου, για την ευγένεια και την αρχοντιά της ψυχής σου, για την προσήνεια, το χιούμορ σου, την ευπρέπεια, την καλοσύνη και το υψηλό φρόνημά σου. Κυρίως, όμως, ξεχώριζες για την ευστροφία και την οξύνοιά σου.

Συνδύαζες την παιδαγωγική αυστηρότητα με την παιδαγωγική χάρη, γι’ αυτό και είχαμε μια πολύ όμορφη επικοινωνία σε ένα κλίμα αμοιβαίου σεβασμού. Ήσουν αληθινά ένας εμπνευσμένος δάσκαλος! 
Μετά τα χρόνια της χαράς, ήρθε η καταιγίδα που σάρωσε στο διάβα της ό,τι όμορφο είχατε δημιουργήσει μαζί με την Μάρω σου και τον Μιχάλη σας. Θυμόμαστε τη Μάρω που γύριζε αλαφιασμένη κι έψαχνε εναγωνίως να μάθει για τον αγνοούμενο άντρα της. Η Μάρω μας που όλα τα χρόνια στάθηκε μάνα και πατέρας για τον Μιχάλη σας!
Πολυαγαπημένε μας καθηγητή,
Όλοι οι μαθητές και οι μαθήτριές σου του Γυμνασίου Λευκονοίκου, μα και οι καθηγητές και οι καθηγήτριες που υπηρέτησαν μαζί σου, σε κατευοδώνουμε. Μα, ταυτόχρονα, σκεφτόμαστε εκείνες τις ώρες της αγωνίας σου, όταν τραυματίστηκες. Από το μυαλό σου θα περνούσαν συνεχώς οι εικόνες της αγαπημένης σου Μάρως, του λατρευτού σου Μιχάλη, μα και των σεβαστών γονιών σου, του Μιχάλη και της Αντριάνας, που λάτρευες, οι οποίοι σε ανέθρεψαν στη γη της Μεσαορίας μας με τόση αγάπη και στοργή, σου παρείχαν τα πάντα, σε έστειλαν στο Παγκύπριο Γυμνάσιο κι ύστερα στην Αθήνα για να σπουδάσεις, κι έπλαθαν αμέτρητα όνειρα για σένα και την οικογένειά σου. Έφυγαν με τον καημό για το μοναχοπαίδι τους, πρώτα ο πατέρας, που δεν άντεξε καθόλου το φοβερό μαντάτο, κι ύστερα η μάνα, με «τις άχρηστες πια φτερούγες της στοργής της».

Τους αγαπημένους μας Μάρω, Μιχάλη και Δέσπω, συγχαίρουμε, γιατί σήμερα έχουν το προνόμιο και την ευλογία να θάψουν σύμφωνα με τα ειωθότα της θρησκείας μας τον ήρωά τους, και να είναι περήφανοι γι’ αυτόν!
Αναπαύσου εν ειρήνη, πολυαγαπημένε μας καθηγητή, που μας έδωσες με τη θυσία σου μαθήματα ελληνικής λεβεντιάς. Η αγάπη μας συντροφεύει την εξαίσια ψυχή σου στους παραδεισένιους τόπους, όπου αναπαύεται.
Και σαν θα θέλουμε να καυχηθούμε «'Τέτοιους βγάζει ο τόπος μας» θα λέμε. Ανθρώπους, άξιους της πατρίδας, που άγιασαν με το μαρτύριό τους. Είσαι ένας χριστιανός μάρτυρας για μας, αγαπημένε μας Σωτήρη, που ο Θεός μας σε κατέταξε στη χορεία των αγίων και των μαρτύρων της πίστης και της πατρίδας. Γι’ αυτό σεμνυνόμαστε! Αιωνία σου η μνήμη!










Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

Ταξίδι στην Ολλανδία-Μέρος Ζ' - Μουσείο Βαν Γκόγκ

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014


Την Κυριακή το πρωί, αγωνιούσα να ξαναπάω στην περιοχή των Μουσείων για να βυθιστώ στην ομορφιά και τη μαγεία της Τέχνης. Πρώτα καθηκόντως επισκεφθήκαμε το Rijksmuseum









Εδώ δεσπόζει με το έργο του ο μεγάλος Ρέμπραντ, ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης του χρυσού αιώνα της Ολλανδίας. 


Σταματάμε με δέος μπροστά σε κάποια από τα έργα του που μας εντυπωσίασαν, όπως Το συνδικάτο των υφασματεμπόρων, η Νυχτερινή Περίπολος, η Εβραία μνηστή, Η προσωπογραφία του Τίτου, γιου του καλλιτέχνη. 
Ενδιαφέρον προκαλούν και κάποιες από τις 70 περίπου αυτοπροσωπογραφίες που άφησε.

Νυχτερινή Περίπολος

Η κιθαρίστρια
Ασφαλώς, υπάρχουν και τα έργα πολλών άλλων εξαίρετων καλλιτεχνών της ίδιας εποχής, του 17ου αιώνα, όπως του Ίαν Βερμέερ που οι πίνακές του είναι γεμάτοι από απλούς ανθρώπους και σκηνές από την καθημερινή ζωή.

Προχωράμε λίγο πιο κάτω και συναντούμε το Μουσείο Βαν Γκογκ, (1853-1890) 
το Μουσείο του «απένταρου εκατομμυριούχου», όπως τον αποκάλεσαν, ο οποίος, ενόσω ζούσε, πούλησε μόνο έναν πίνακα, «Το Κόκκινο Αμπέλι». Το Μουσείο αυτό είναι ένα μοντέρνο οικοδόμημα, σε αντίθεση με τα παραδοσιακά κτήρια στην πόλη αυτή, από γυαλί και τσιμέντο. 
Μουσείο Βαν Γκογκ
Το Μουσείο από την πίσω πλευρά

Τα εγκαίνιά του έγιναν το 1973
 και περιέχει τα περισσότερα και πιο σημαντικά έργα του Βαν Γκογκ.



Η ανθισμένη αμυγδαλιά
Κι εδώ πάρα πολύς συνωστίζεται για να θαυμάσει το έργο αυτής της δύστυχης, ταραγμένης μεγαλοφυίας, ενώ ταυτόχρονα διαβάζουμε και για την πολυτάραχη ζωή του. Με συγκίνησε πάρα πολύ η ιστορία ενός πολύ γνωστού πίνακά του, λάδι σε καμβά, που τον ονόμασε «Blossoming Almond Tree», (1890) που τον ζωγράφισε, όταν ο αδελφός του Τεό, που τον συντηρούσε μια ζωή, τού έγραψε ότι στο νεογέννητο αγοράκι τους, έδωσαν το όνομά του. Με αυτόν τον πίνακα ήθελε να δείξει τη χαρά του για τη νέα ζωή. Αυτό το παιδάκι το αγαπούσε πάρα πολύ ο Βαν Γκογκ.  

Με σεβασμό και δέος περιδιαβαίνω τους τέσσερις ορόφους του Μουσείου. Χαίρομαι που δεν υπάρχει ξενάγηση, γιατί προτιμώ να απολαμβάνω μόνη μου την Τέχνη, χωρίς μεσολαβητές. Το θεωρώ ιεροσυλία. Κάθισα αρκετές ώρες στο Μουσείο αυτό, σχεδόν μέχρι να κλείσει. Στάθηκα με πολλή προσοχή σε κάθε πίνακα, διάβασα με σχολαστικότητα τις επεξηγήσεις, άφησα τη φαντασία μου να συνοδεύσει αυτή τη δυστυχισμένη ψυχή από το χωριό του στην Ολλανδία όπου γεννήθηκε, μέχρι τη μέρα που αυτοκτόνησε σ’ ένα ίδρυμα για ψυχικά πάσχοντες στη Γαλλία στα 37 του χρόνια.

Ο  μόνος χώρος που επιτρέπονται οι φωτογραφίες στο Μουσείο είναι ο διάδρομος του 1ου ορόφου, στον οποίο υπάρχει στον τοίχο ο πίνακας του ζωγράφου «Το υπνοδωμάτιο».

 Πλάι υπάρχει μια φράση που ο ζωγράφος έγραψε στον αδελφό του Θέο, στις 16 Οκτωβρίου του 1888:
«Looking at the painting should rest the mind, or rather, the imagination».
Στο Μουσείο Βαν Γκογκ στο Άμστερνταμ φυλάσσονται διακόσιοι πίνακες, πεντακόσια σχέδια κι εφτακόσια γράμματά του. Ιδιαιτέρως απολαμβάνω τους πίνακές του με θέμα την αγροτική ζωή, τους κάμπους με τα κίτρινα στάχυα, τις αυτοπροσωπογραφίες του- με συγκινεί αυτή με το κομμένο αυτί- τα πασίγνωστα Χρυσάνθεμα, τα Ηλιοτρόπια, τους Πατατοφάγους, τις εκκλησίες και τις γέφυρες κ.ά. 
Πατατοφάγοι


Ηλιοτρόπια

Θερισμός





Εκείνο που ξεχωρίζει στους πίνακές του είναι η ιδιαίτερη τεχνική και τα ζωντανά χρώματα. Συνολικά ζωγράφισε πάνω από 800 πίνακες, που η σημερινή τους αξία είναι μυθική! 

Ηλιοβασίλεμα


Γράφοντας αυτές τις γραμμές ξαναδιάβασα πολλά για τη ζωή και το έργο του μεγάλου ζωγράφου. Ασφαλώς, ήξερα και πριν γι’ αυτόν. Όμως, αυτό είναι το κέρδος του ταξιδιού. Με την επίσκεψη στο Μουσείο του, ένιωσα ότι έγινε φίλος μου, ένα οικείο πρόσωπο που το αγαπώ και το πονώ. Συνομίλησα μαζί του μέσω του έργου του που μίλησε στην καρδιά μου. Αυτή δεν είναι η μαγεία της Τέχνης;

Φεύγοντας από το Μουσείο, αγόρασα ενθύμια από το κατάστημα που υπάρχει εκεί, πλάι στην καφετέρια. Όλα είχαν σχέση με τον πίνακα με τις ανθισμένες αμυγδαλιές. Πήρα δίσκους και φλυντζανάκια του καφέ τα οποία έβαλα σε περίοπτη θέση στο σύνθετο του σαλονιού μου.
Φεύγω από αυτό το Μουσείο με συναισθήματα χαρμολύπης. Πλημμύρισε το είναι μου από ομορφιά, η ψυχή μου γεύτηκε το νέκταρ των έργων μιας ιδιοφυίας, τα μάτια μου γέμισαν από έντονα χρώματα και φως, μα η καρδιά μου μάτωσε από την κατάσταση του ταραγμένου μυαλού αυτού του μεγάλου καλλιτέχνη. Νιώθω ότι αυτές οι ώρες ήταν μια μυσταγωγία. Μια μέθεξη ψυχής.

Με το τραμ κατεβαίνω στην πλατεία Νταμ, σημείο συνάντησης με φίλους και φίλες για φαγητό και καλή παρέα. Εμένα, όμως, η σκέψη και η ψυχή μου κόλλησε εκεί, στο Μουσείο του Βαν Γκογκ! Προσπαθώ να τους μυήσω στη μαγεία της Τέχνης του. Τους επαναλαμβάνω πόσο μίλησε στην καρδιά μου το έργο αυτού του τέκνου της Ολλανδίας!

Πλατεία Νταμ

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Βασίλης Χατζησιεγκαλλής

Επικήδειος στον Βασίλη Χατζησιεγκαλλή,
τον τρίτο συμμαθητή μας που τα οστά του ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA.
Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015, Ώρα 11 π.μ.
Εκκλησία Τιμίου Προδρόμου, Λάρνακα
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc
«Κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου
στις οχτώ γενιές των ανέμων,
γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά, παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου» Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄, Γ. Σεφέρης
Ποιος θα το πίστευε ότι μετά από τέσσερις δεκαετίες θα κηδεύαμε τρεις συμμαθητές μας που ήταν θαμμένοι στον ίδιο τάφο μαζί με τον καθηγητή τους των Μαθηματικών; Ποιος να μας το’ λεγε και να το πιστεύαμε, ποιος μπορούσε να ψυχανεμιστεί ότι θα είχαμε τρεις ήρωες από την τάξη μας κι έναν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερό μας, τον Μαθηματικό Πανίκκο Χατζηπαντελή που έκαναν το θαύμα που γυρεύει ο μικρασιάτης ποιητής μας; Στις φλέβες αυτών των παιδιών του Λευκονοίκου μας κυκλοφορεί το θαύμα.  
Γι’ αυτό και νιώθω ιερό χρέος και καθήκον μου, μα και μεγάλη περηφάνια, φίλε μου Βασίλη, που έχω το προνόμιο να κατευοδώσω κι εσένα, σαν τους άλλους συμμαθητές μας, τον Πέτρο και τον Έκτορα, και να σου πω πόσο τιμήσατε το Λευκόνοικό μας, το Γυμνάσιό μας, την τάξη μας, την οικογένειά σας κυρίως με την ηρωική θυσία σας. Έχουμε, όμως, ακόμη μια εκκρεμότητα. Περιμένουμε και τον Άντρο μας, τον Άντρο τον Μακρίδη, να γυρίσει σαν κι εσάς.
Βασίλη μου, καλέ μου, όλοι μας σεμνυνόμαστε για τη λεβεντιά, τον ηρωισμό και την αυτοθυσία σας. Αμούστακα παλληκαράκια που γίνατε από τη μια στιγμή στην άλλη λιονταρόψυχοι πολεμιστές, που βρεθήκατε σε κείνη την κόλαση στο Συγχαρί, όταν μπαμπέσικα σας έστησαν παγίδα και σας θέρισαν. Κι όμως, εσείς βαστούσατε. Σας πρόδωσαν χωρίς αιδώ και κάποιοι δικοί μας και σας άφησαν ολομόναχους, χωρίς κάλυψη, χωρίς αρωγή, χωρίς συμπαράσταση. Σας άφησαν ανυπεράσπιστους στα νύχια του λύκου. Εσείς, όμως, επιδείξατε ηρωική συμπεριφορά, γι’ αυτό είστε ήρωες, άσχετα με την έκβαση της άνισης μάχης. Γιατί,
«Οι ήρωες είναι ήρωες, επειδή έχουν ηρωική συμπεριφορά, όχι επειδή νίκησαν ή έχασαν!».
Πολλές φορές σκέφτηκα τη μητέρα σου, τη μακαρίτισσα Θεανώ, που έχασε τον μικρότερο γιο της, τον Βασιλάκη της. Πώς να δεχτεί πως εκείνο το αδύνατο, μικρόσωμο, σεμνό και συνεσταλμένο παιδί χάθηκε σε μια βουνοπλαγιά του Πενταδακτύλου μας; Πώς να δεχτεί ότι χάθηκε τόσο νέος, πριν καν προλάβει να γευτεί τις χαρές της ζωής; Και έρχεται στο μυαλό μου το ποίημα του Κώστα Μόντη για μια μητέρα μπροστά στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, που τον κοιτάζει και της φαίνεται τόσο ξένος:
«Πώς να τον πει «παιδί της»
πώς να τον φωνάξει «Μιχαλάκη» της;».
Καλέ μου Βασίλη, ήσουν ένα παιδί που ξεχώριζες για το ήθος, τη θρησκευτικότητά σου, την ψυχική ευγένεια, την οξύνοια, την εργατικότητα και την έφεσή σου για μάθηση, γι’ αυτό και ήσουν ανάμεσα στους πρώτους της τάξης μας. Μαζί με τον Κώστα Φοράρη ήσασταν οι δυο μαθητές στο άγημα μαζί μας. Θυμάμαι με πόση εθνική περηφάνια περπατούσαμε στις παρελάσεις στους δρόμους του Λευκονοίκου μας!
Παρόλες τις επιδόσεις σου, ήσουν ένα παιδί χαμηλών τόνων, με ταπεινοφροσύνη, εγκαρδιότητα, ένα παιδί μειλίχιο, προσιτό, ήπιο, σοβαρό και ώριμο, αγαπητό σε όλους, μαθητές και καθηγητές.
Είχες την ευλογία να γεννηθείς σε μια όμορφη οικογένεια, με δυο εξαίρετους γονείς, τον Νικολή και την Θεανώ, που σας γαλούχησαν με χριστιανικές αρχές και σας περιέβαλλαν με πολλή αγάπη, αλλά ήταν και πολύ περήφανοι για τα παιδιά τους που ξεχώριζαν για την ποιότητα του χαρακτήρα τους, τα χαρίσματα και την εξυπνάδα τους. Ο πόλεμος δεν σε άφησε να πραγματώσεις τα όνειρά σου για σπουδές, όπως τα άλλα τρία αδέλφια σου, τον Άντρο, τον Σκεύο και την Παναγιώτα σας.
Ο χαμός σου, Βασίλη μου, ήρωα της τάξης μας, βύθισε όλη την οικογένειά σας σε ένα τέναγος οδύνης και σπαραγμού, τη διέλυσε. Χάθηκε ο ένας στύλος, εσύ, και το οικοδόμημα δεν άντεξε. Πρώτα έφυγε με τον καημό σου ο πατέρας και μετά η γλυκύτατη μητέρα σου, η τόσο χαρίεσσα και εύχαρις. 
Στα αδέλφια σου, τη νύφη σου Ελένη και τα ανίψια σου Νίκο και Γιώργο, ευχόμαστε να αναπαυτεί η ψυχή τους τώρα που γύρισες κοντά τους, τώρα που θα σου κάνουν την ταφή σύμφωνα με τις παραδόσεις μας, τώρα που θα έχουν έναν τάφο για να σου ανάβουν το καντήλι, τώρα που θα σε δεχτεί η φιλόξενη γη της Λάρνακας, μέχρι την ευλογημένη ώρα που θα σε θάψουμε μαζί με τους άλλους ήρωές μας στο κοιμητήριο της κωμόπολής μας.
Να πας στο καλό, αγαπημένε μας Βασίλη. Σε καλωσορίζουμε και σε κατευοδώνουμε συνάμα. Είμαστε σίγουροι, όμως, ότι η ψυχή σου βρίσκεται στις αγκάλες του Θεού, σε τόπους παραδεισένιους. Αιωνία ας είναι η μνήμη σου και ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει. Αναδείχτηκες άξιος της πατρίδος και συνέχισες την αριστεία σου και στον θάνατο, υπήκοντας στο προγονικό κάλεσμα:
«Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων».



Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

Πανίκκος Χατζηπαντελής

Ο Μαθηματικός Πανίκκος Χατζηπαντελής
Ο πρώτος αγνοούμενος από το Λευκόνοικο του οποίου τα οστά ταυτοποιήθηκαν με τη γνωστή μέθοδο.
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου,MSc
Σήμερα, κηδεύσαμε τον πρώτο αγνοούμενο του Δήμου Λευκονοίκου που τα οστά του ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο του DNΑ. Είναι ο Πανίκκος Χατζηπαναγής, ο τελειόφοιτος του Μαθηματικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο αριστούχος μαθητής του Γυμνασίου Λευκονοίκου, ο σεμνός, μεγαλόψυχος νέος, με ευγένεια και αρετή, ο ευπρεπής, ευφυής, εύστροφος, ταλαντούχος και πολύ δραστήριος, που ξεχώριζε στον χορό, το τραγούδι, αλλά κυρίως στη βυζαντινή μουσική, αφού του άρεσε να ψάλλει.
Ανάμεσα στους ιερείς που τέλεσαν την εξόδιο ακολουθία ήταν και ο φιλόλογος καθηγητής του πατήρ Κυριάκος Ρήγας, που απ' ό,τι θυμάμαι πολύ καλά, τον εκτιμούσε και τον αγαπούσε πάρα πολύ, γιατί έμοιαζαν. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ήταν δυο διάνοιες, η μια στα Φιλολογικά και η άλλη στα Μαθηματικά, και είχαν κοινή αγάπη την εκκλησία και την ψαλτική.

Ο Πανίκκος Χατζηπαντελής. 40 χρόνια αγνοούμενος. Σχεδόν τον ξεχάσαμε οι πιο πολλοί. Ξεχάσαμε τη φυσιογνωμία του. Ήταν 23 χρονών. Του έμεινε ένα μάθημα να πάρει το πτυχίο του. Γύρισε αρχές Ιουλίου του 1974, όπως κι εμείς, από την Αθήνα για να περάσει το καλοκαίρι με τους δικούς του.
Σήμερα θα ήταν 63 χρονών, και θα είχε αφυπηρετήσει, όπως και οι φίλοι του. Θα είχε κάνει οικογένεια, θα είχε μαθητές που θα τον λάτρευαν, είμαι σίγουρη, γιατί, πέρα από εγκρατής της Μαθηματικής Επιστήμης, ήταν καλόψυχος, προσηνής και καλόκαρδος, και τώρα θα απολάμβανε τους καρπούς των μόχθων του. Θα έκανε κι αυτός, όπως όλοι μας, τα δάνειά του για να κτίσει σπίτι και να επιβιώσει στην προσφυγιά, ίσως να είχε και εγγόνια τώρα να νταντεύει.
Τον πρόλαβε, όμως, ο πόλεμος. Μοίρα κακή τού έμελλε να του στήσει καρτέρι ο Χάροντας σε μια βουνοκορφή του Πενταδακτύλου μας, κοντά στο χωριό Κουτσοβέντη. Ο Πανίκκος, που υπηρέτησε στις Δυνάμεις Καταδρομών, εκείνο τον Ιούλη τον μαχαιρωμένο, ως έφεδρος τοποθετήθηκε στο 398 Τάγμα Πεζικού που από την Κυθρέα προχώρησε προς το τουρκοκυπριακό χωριό Επηχώ, την Πέτρα του Διγενή και το Τζιάος, στο οποίο βρίσκονταν ισχυρές τουρκοκυπριακές δυνάμεις. Μαζί με το 305 Τάγμα Επιστρατεύσεως κατέλαβαν το Τζιάος στις 22 Ιουλίου, το μεσημέρι.
 Μόνο στο άκουσμα αυτού του χωριού, παγώναμε στα μικρά μας χρόνια. Ήταν το μεγαλύτερο τουρκοκυπριακό χωριό της περιοχής μας με πολύ φανατισμένους κατοίκους που δημιουργούσαν συνέχεια προβλήματα στους κατοίκους των γύρω χωριών. 
Ο Πανίκκος γύρισε στο σπίτι του στις 11 Αυγούστου με άδεια, και ήταν η τελευταία φορά που τον είδαν οι δικοί του, οι γονείς του και οι δύο αδελφές του που τον λάτρευαν.
Στη Β΄φάση της τουρκικής εισβολής, ο Πανίκκος με άλλους άνδρες από τη μονάδα του επάνδρωναν θέσεις σε ύψωμα βόρεια του Μοναστηριού του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Μετά την ορμητική επέλαση του τουρκικού στρατού, που οι δυνάμεις του ήταν καταφανώς υπέρτερες των δικών μας, με τα βαρέα όπλα, τα άρματα μάχης και τα αεροπλάνα, τα παιδιά μας βρέθηκαν περικυκλωμένα. Οι Τούρκοι διέσπασαν τις γραμμές της Εθνικής Φρουράς!
Όλα ήταν μάταια εκείνες τις ώρες. Πώς να τα βγάλουν πέρα τα παιδιά μας με την υπεροπλία της πολεμικής μηχανής της Τουρκίας; Ο Πανίκκος θεάθηκε μαζί με άλλους δυο στις 16 Αυγούστου στην περιοχή του Κουτσοβέντη. Ήταν η τελευταία φορά που έδωσε σημεία ζωής.
Όπως κάθομαι στο γραφείο μου, στον πάνω όροφο του σπιτιού μου, βλέπω ακριβώς απέναντί μου τον Πενταδάκτυλο και τα φώτα του Συγχαρί, του Βουνού και του Κουτσοβέντη. Σκέφτομαι όλα τα παιδιά μας που βρέθηκαν στην ίδια θέση. Περικυκλωμένοι από έναν απηνή εχθρό, εξουθενωμένοι από τον καταιγισμό των πυρών και την άνιση μάχη, πικραμένοι από την προδοσία, χαμένοι σε άγνωστες βουνοκορφές με τον θάνατο να ελλοχεύει σε κάθε τους βήμα, σαν δαμόκλειος σπάθη να τους κόψει το νήμα της ζωής.
Ναι, ο Πανίκκος ήταν λίγο πιο μεγάλος από τους συμμαθητές μου, πιο έμπειρος, πιο ώριμος. Μα φαντάζομαι ότι ο φόβος του άγνωστου, η αγωνία για το μέλλον τους, η προσπάθεια για να βρουν μια διέξοδο και να γλυτώσουν τη ζωή τους, έκαναν εκείνες τις στιγμές εφιαλτικές, που μόνο όσοι τις έζησαν μπορούν να καταλάβουν.
Φαντάζομαι πόσες προσευχές θα έκανε ο Πανίκκος στον Σωτήρα μας για να τον βοηθήσει. Πόσες φορές θα επικαλέστηκε την Παναγία μας, γιατί ήταν παιδί με βαθιά πίστη στον Θεό. Μα και πόσος φόβος θα είχε εμφιλοχωρήσει στην ψυχή του, γιατί και οι ήρωες είναι άνθρωποι και όχι υπερφυσικοί και ημίθεοι. Ως άνθρωποι και οι ήρωες λιποψυχούν, γιατί «γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα», όπως μας υπενθυμίζει ο εθνικός μας ποιητής.
Δεν μου αρέσει η εξιδανίκευση και η ωραιοποίηση. Προτιμώ τους ήρωες ανθρώπινους, με συναισθήματα, με αγάπη για τη ζωή, για τις χαρές της και τα κάλλη της. Δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τι θα έβλεπε και τι θα σκεφτόταν τη στιγμή της σύλληψης και της εκτέλεσής του. Πιστεύω, όμως, ότι μέχρι την τελευταία του στιγμή δεν θα τον εγκατέλειψε η ελπίδα… Τουλάχιστον τέτοια εντύπωση μου έδινε από όσο τον ήξερα. Ήταν μαχητής, ενθουσιώδης, με δυνατή ψυχή.
Μπορεί να πέρασαν μπροστά του σκηνές από τη ζωή του, στο Λευκόνοικο και την Αθήνα, μπορεί να σεριάνισε το μυαλό του στον ηλιακό του σπιτιού του, εκεί που η  μάνα του ολημερίς ύφαινε τα λευκονοικιάτικα υφαντά της για να μπορέσει να σπουδάσει τον μοναχογιό της, το καμάρι της. Ή ποιος ξέρει τι μυστικό θα  κρατούσε σαν φυλακτό στην καρδιά του; Ποιο κορίτσι θα τον συντρόφευε μέχρι την τελευταία του πνοή;
Ναι, αν ήθελε, θα μπορούσε να φύγει πιο νωρίς, να γίνει ρίψασπις, και να διασωθεί. Η καβαφική όμως αξιοπρέπεια, η παιδεία του και η αγωγή του δεν του επέτρεπαν να κινήσει από το χρέος. Γι’ αυτό έμεινε με τους άλλους ήρωες και φύλαξαν τις Θερμοπύλες του νησιού μας. Τίμησαν την προγονική αρετή. 
Μαζί με τον Πανίκκο, το λεβεντόπαιδο της γειτονιάς μας που γύρισε μια χούφτα κόκκαλα σε μια κασόνα, συνειρμικά ο νους μας πήγε και στον άλλο γείτονά μας, και συγκάτοικό του στην Αθήνα, τον Νίκο Μανδρίτη, τον φοιτητή της Οδοντιατρικής. Μικρός το δέμας ο Νίκος, αλλά μεγάλος στην ψυχή, σκοτώθηκε στη διάρκεια της δεύτερης εισβολής, και τον έθαψαν οι δικοί του στη Λάρνακα.
Τους θυμάμαι στην Αθήνα. Όταν πήγα το 1973 πρωτοετής φοιτήτρια, κάποιες φορές τους επισκεπτόμαστε με τα ξαδέλφια μου στο διαμέρισμά τους  στους Αμπελοκήπους. Θυμάμαι τα γέλια που κάναμε, τα πειράγματα του Πανίκκου αλλά και του Κυριάκου Χριστοφόρου, του τρίτου τους συγκατοίκου, προς τον Νίκο. Τον κορόιδευαν ότι δεν θα τον εμπιστεύονταν να τους φτιάξει τα δόντια τους.   Όμορφες εποχές. Γεμάτες ανεμελιά, χαρά, αισιοδοξία μα και σεβασμό, άδολη φιλία, ανθρωπιά.
Κι ύστερα ήρθε η προσφυγιά. Εμπλουτίστηκε το λεξιλόγιό μας με τη λέξη αγνοούμενος. Η μάνα του, αλλοπαρμένη, ρωτούσε απεγνωσμένα να μάθει για τον γιο της. Αυτός ο καημός την έστειλε στον τάφο.
Καλό σου ταξίδι, φίλε Πανίκκο. Τώρα που ησύχασε η ψυχή σου, τώρα που σου έγιναν τα πρέποντα για έναν Χριστιανό Ορθόδοξο Έλληνα, ας αναπαυτεί το σώμα σου στη γη της Λάρνακας, μέχρι να σε θάψουμε μαζί με τους προγόνους σου στο Λευκόνοικό μας. Σε παρακαλούμε, εκεί στα παραδεισένια τοπία που ζεις, γιατί είμαι σίγουρη ότι ένα τέτοιο αγνό και ταπεινό παιδί είναι στους κόλπους του Θεού, να προσεύχεσαι και για μας τους υπολειπόμενους.
Αιωνία ας είναι η μνήμη σου και αγήρατος η δόξα σου. Εμείς θα σε θυμόμαστε πάντα από το σύντομο πέρασμά σου από αυτή τη ζωή. Θα θυμόμαστε τον ήρωα του Λευκονοίκου με την αρχοντική ψυχή, την ανιδιοτέλεια, το απαράμιλλο ήθος και τα πολλά χαρίσματα!





Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Μνήμη και δόξα στον ήρωα Έκτορα Κτωρή

18 Ιανουαρίου 2015

Επικήδειος στον ‘Ηρωα Έκτορα Κτωρή Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015
 Εκκλησία Αγίου Παντελεήμονος
«Ήσουν καλός, ήσουν γλυκός, είχες τις χάρες όλες!»
Έκτορά μας, αγαπημένε μας συμμαθητή,
όλα αυτά τα χρόνια ήσασταν συνέχεια στο μυαλό μας. Δεν προλάβατε να μεγαλώσετε, να γευτείτε τις χαρές της ζωής. Το νήμα της ζωής σας κόπηκε τόσο βίαια στα δεκαεννέα σας χρόνια.
Γίνατε ήρωες! Μεγάλη τιμή για σας, τις οικογένειές σας, αλλά και για μας, τους συμμαθητές και συμμαθήτριές σας, για όλους τους κατοίκους της κωμόπολής μας, του Δήμου Λευκονοίκου, που θα καυχόμαστε ότι πέσατε ήρωες στις κορυφογραμμές του Πενταδακτύλου μας!
Τι να σου πω Έκτορά μου! Όπως είπα και στον συμμαθητή μας ήρωα Πέτρο Βελούση χθες, σας θεωρώ μαθητές μου πια. Εξάλλου, εγώ είχα την ευλογία να έχω μαθητή μου τον ανιψιό σου, τον γιο του μικρότερου αδελφού σου Νίκου, τον Έκτορα, και άπειρες φορές του μιλούσα στην τάξη για σένα και του έλεγα πόσο περήφανος πρέπει να νιώθει που φέρει το όνομά σου!
agnooumenoi3
Και ως μαθητή, σε βλέπω έναν λεβέντη, ευσταλή και λυγερόκορμο νέο παιδί, πάντα καλοφροντισμένο και ευπρεπή, πολύ μοντέρνο, με τις καμπάνες σου, που ήταν τότε της μόδας, με τα μοντέρνα γενικά ρούχα σου που είχες την άνεση να αγοράζεις από το Βαρώσι, όπου ο παπάς και η αδελφή σου είχαν κατάστημα.
Ήταν πολύ περήφανη η μάμα σου, η μ. η θεία η Ελλού για σένα. Για τον όμορφο γιο της με τα πολλά χαρίσματα. Μαζί με τον παπά σου σας μεγάλωσαν με πολλή αγάπη, φροντίδα και άνεση. Για τούτο και δεν άντεξε τον καημό σου. Φύγανε με τον πατέρα σου με τούτο το παράπονο. Φύγανε δυστυχισμένοι.
Δεν υπάρχει τίποτα που να απαλύνει τον πόνο του γονιού που είχε γιο αγνοούνενο. Τίποτα δεν τον αναπληρώνει! Το κενό σου ήταν δυσαναπλήρωτο. Πέθανε η ψυχή τους πριν από το σώμα τους.
Κι εμείς, και τα αδέλφια σου, η Χριστίνα και ο Νίκος, τα ανίψια σου και τα παιδιά τους, πώς να δεχτούν ότι
ο συμμαθητής, ο αδελφός, ο θείος και ο παππούς τους, το λεβεντόπαιδο ως απάνω, έρχεται σε ένα κουτί, είναι μόνο κόκκαλα, που για σαράντα χρόνια ταλαιπωρούνταν χωρίς κανονική ταφή, χριστιανική, χωρίς ένα καντήλι, χωρίς λιβάνι, χωρίς αγάπη!
Έκτορά μας, καλέ κι αγαπημένε! Πάντα θα θυμόμαστε τη χρυσή καρδιά σου, την ευγένεια και την αρχοντιά της ψυχής σου, την καλοσύνη και τη διάθεση της προσφοράς που σε διέκρινε. Γαλουχήθηκες από το σπίτι σου αλλά και από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του Λευκονοίκου, κυρίως, όμως, από τους δασκάλους και τους καθηγητές μας στο Γυμνάσιο Λευκονοίκου με αξίες και ιδανικά αγέραστα. Και αυτά τα ιδανικά έκανες πράξη, όπως και οι άλλοι συμμαθητές μας, με τη θυσία σου! Οι αρχές σου δεν σου επέτρεπαν να γίνεις ρίψασπις. Έμεινες εκεί μέχρι το τέλος.
Σας πρέπει όλους σας τιμή και δόξα, Έκτορά μου. Δώσατε τη ζωή σας για την πατρίδα μας, για την τιμή και την αξιοπρέπεια του Έλληνα φαντάρου που μένει πιστός στο καθήκον του, φυλάγοντας Θερμοπύλες, σαν τους τριακόσιους του Λεωνίδα, «ποτέ απ’ το χρέος μη κινούντες», έστω κι αν ξέρει ότι
«Ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος    
κι οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε».
Συγκλονίζομαι σαν σκέφτομαι τον τρόπο του θανάτου σας και έρχονται στον νου μου οι στίχοι του Ελύτη:
«Ω, μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Από πού του’ φυγε η ζωή. Μην πείτε πως
Μην πείτε πως ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι, λοιπόν, η μια στιγμή  Έτσι, λοιπόν, η μια
Έτσι, λοιπόν, η μια στιγμή παράτησε την άλλη,  
Κι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!»
Κανείς δεν μπορεί να συλλάβει τον ψυχική σας τάραχο, τις τελευταίες σας σκέψεις, τις τελευταίες εικόνες σας. Σίγουρα εσύ θα σκεφτόσουν το κορίτσι που αγαπούσες τότε. Ήσουν ευαίσθητο παιδί! Η καρδούλα σου κτύπησε για ένα όμορφο κορίτσι, πολύ γλυκό και ντελικάτο.
Σήμερα, πρέπει να δοξάζουμε τον Θεό που βρεθήκατε και μπορούμε να αποδώσουμε σε όλους σας τις πρέπουσες τιμές. Θα ταφείτε ως ήρωες στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας, μέχρι την άγια μέρα της επιστροφής στο Λευκόνοικό μας που θα σας θάψουμε πλάι στους άλλους ήρωες του Δήμου μας!
Έχω να σου πω πολλά Έκτορά μου! Θα σταθώ μόνο σ’ αυτά που μου τόνισε ο καλός σου φίλος, ο ξάδελφός μου Γιαννάκης Καραγιάννης που θυμάται τον άδολο και ανοιχτόκαρδο χαρακτήρα σου, το  κέφι, τη ζωντάνια, τον ενθουσιασμό, τον πατριωτισμό, την αγάπη σου για την Ελλάδα και την ελληνική σημαία μας, την επαναστατική σου φύση.
Ακόμη, και δεν πρέπει να το παραλείψω, ο Γιαννάκης μου είπε ότι γινόσουν θυσία για τους φίλους σου, ήσουν πολύ χουβαρντάς, κερνούσες τους συμμαθητές σου, έδινες την ψυχή σου για τους φίλους σου!
Στο καλό, αγαπημένε μας Έκτορα. Πας να συναντήσεις τους γονείς σου. Είμαι σίγουρη ότι ο Πανάγαθος Θεός μας θα κατατάξει τις ψυχές σας στον χώρο των αγίων και των μαρτύρων!
Στα αδέλφια σου, Χριστίνα και Νίκο, ευχόμαστε ο Θεός να δίνει δύναμη και κουράγιο να αντέξουν και αυτή τη δοκιμασία.
Καλό ταξίδι, Έκτορά μας, ήρωα του Λευκονοίκου μας! Θα σε έχουνε για πάντα ως πολύτιμο φυλακτό στην καρδιά μας!

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Προσπάθειες των Ελλήνων της Κύπρου για εθνική αποκατάσταση


Εθνική Οργάνωση Κυπρίων: 26Ιανουαρίου1930
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc
Η Κύπρος μας! Ένα νησί στην άκρη της Μεσόγειος. Στην ανατολική εσχατιά της. Ένα πέτρινο καράβι που πορεύεται τη χρυσή μοίρα του ήλιου.
Πατρίδα μας η Ελλάδα! Ένα άσπρο τρεχαντήρι ελληνικό ταξίδεψε στο Αιγαίο κι έφερε στο νησί τον Αγαπήνορα, τον Πράξανδρο, τον Τεύκρο. Μαγιά ήταν τούτα τα παλληκάρια! Κι από τότε η πυξίδα της καρδιάς μας δείχνει προς τη γαλάζια πατρίδα!
Πόθος και καημός αγιάτρευτος η ένωση με τη Μάνα Ελλάδα! Το όμαιμον, το ομόγλωσσον και το ομόθρησκον. Σε όλους τους αγώνες του έθνους πάντοτε οι Έλληνες της Κύπρου έδιναν το παρόν τους, προσμένοντας ότι θα έρθει και η δική τους σειρά να ενσωματωθούν στον εθνικό κορμό.
Κοιμόντουσαν κι έβλεπαν όνειρο τη λευτεριά τους. Ξυπνούσαν και την οραματίζονταν. Η ένωση έγινε η πιο προσφιλής λέξη. Την έγραφαν στα τετράδιά τους, στους τοίχους, στον αέρα που ανέπνεαν! Οι ενωτικές αξιώσεις ξεκίνησαν από τις 6 Δεκεμβρίου του 1821, πέντε μήνες μετά τις σφαγές της 9ης Ιουλίου, όταν ο επίσκοπος Τριμιθούντος Σπυρίδων μαζί με προκρίτους του νησιού κυκλοφόρησαν στο Παρίσι διακήρυξη για την απελευθέρωση της Κύπρου, ταυτίζοντας τη μοίρα της Κύπρου με εκείνη της Ελλάδας.
Οι Τούρκοι για να καταπνίξουν τους πόθους των Κυπρίων, το 1827 καταφεύγουν στην προσφιλή τους μέθοδο της σφαγής, ενώ ένα χρόνο αργότερα, στις 19 Αυγούστου του 1828, ο Αρχιεπίσκοπος Πανάρετος και οι Μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας, με επιστολή τους προς τον Πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, του οποίου η μητέρα καταγόταν από το νησί μας, ζητούν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα!
Το 1878 την Τουρκοκρατία διαδέχεται η Αγγλοκρατία. Η γεωγραφική θέση της Κύπρου ήταν σημαντική για τα συμφέροντα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου η Τουρκία παραχωρεί την Κύπρο στην Αγγλία με ενοίκιο. Στις 28 Ιούνη 1878 κατέπλευσε στον όρμο της Λεμεσού το πρώτο αγγλικό πολεμικό πλοίο, το "Παλλάς", από το οποίο αποβιβάστηκε μονάδα πεζοναυτών που παρέλαβε από την τουρκική φρουρά το κάστρο της πόλης. Η τουρκική σημαία υπεστάλη ύστερα από 307 χρόνια και στη θέση της υψώθηκε η αγγλική.
Οι Έλληνες της Κύπρου είδαν αυτή την αλλαγή με αισθήματα ικανοποίησης, γιατί τον οθωμανό κυρίαρχο αντικαθιστούσε χριστιανός ο οποίος πίστευαν ότι θα τους ικανοποιούσε το αίτημά τους για ένωση με τη Μάνα Ελλάδα, όπως φαίνεται και από το καλωσόρισμα του Μητροπολίτη Κιτίου Κυπριανού: «…  Αποδεχόμεθα την αλλαγήν της κυβερνήσεως καθ' όσον πιστεύομεν ότι η Βρετανία θα βοηθήσει την Κύπρον, όπως έπραξε και με τας νήσους του Ιονίου πελάγους, ίνα ενωθεί μετά της μητρός Ελλάδος μετά της οποίας φυσικώς συνδέεται...».
Βασικός στόχος, λοιπόν, των Κυπρίων ήταν η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Στην αρχή δειλά, με υποβολή υπομνημάτων και αποστολή αντιπροσωπειών στο Λονδίνο. Ύστερα, συνέχισαν με συλλαλητήρια και διαδηλώσεις σε όλη την Κύπρο. Οι Κύπριοι αξιώνουν ένωση και απαντούν στον Κάρολο Λουζινιάν: «Είμεθα γνήσιοι Έλληνες και έχομεν μόνον μίαν επιθυμίαν, την μοναδικήν γλυκείαν και παρήγορον ελπίδα της ενώσεώς μας μετά της μητρός πατρίδος».
Το 1885 γίνονται συλλαλητήρια στη Λεμεσό και αλλού, γιατί οι Άγγλοι έδειξαν απρέπεια κατά την περιφορά του Επιταφίου, ενώ το 1907, όταν επισκέπτεται το νησί ο Γουίνστον Τσώρτσιλ, τότε υφυπουργός αποικιών, δηλώνει: «Φυσικό ο λαός να αποβλέπει στην ένωση».
Το 1913 οι Άγγλοι προτείνουν ένωση της Κύπρου με όρο την παραχώρηση ναυτικής βάσης στο Αργοστόλι.
Το 1914, προσαρτούν την Κύπρο στη Βρετανική Αυτοκρατορία στους απόηχους των προσδοκιών του λαού για ένωση με την Ελλάδα.
Το 1915, οι Άγγλοι, προσπαθώντας να καταστείλουν τις ενωτικές αξιώσεις των Κυπρίων, απαγορεύουν τον Εθνικό Ύμνο, την ύψωση ελληνικών σημαιών και την επίδειξη ελληνικών παρασήμων.
Την ίδια χρονιά, στις 18 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση Ζαμη απέρριψε την προσφορά του Λονδίνου, επί πρωθυπουργίας Λόυδ Τζιώρτζ, το οποίο πρόσφερε την Κύπρο στην Ελλάδα, με αντάλλαγμα να εγκαταλείψει την ουδετερότητα και να κατέλθει στον πόλεμο με τους συμμάχους. Ο Αρχιεπίσκοπος Κύριλλος ο Β΄ εκφράζει ευγνωμοσύνη για την πρόταση στον κυβερνήτη Σερ Τ. Ε. Κλώζον.
Το 1917, ο Ελευθέριος Βενιζέλος επισκέπτεται το Λονδίνο, και οι ελπίδες των Κυπρίων αναζωπυρώνονται. Τηλεγραφήματα και υπομνήματα μετέφεραν το αίτημα των Ελλήνων της Κύπρου στον πρωθυπουργό της Ελλάδας, να μεριμνήσει και για την εθνική αποκατάσταση του νησιού τους.
Αμέσως μετά τον πόλεμο, ξεκίνησε για το Λονδίνο μια ακόμη κυπριακή αποστολή, με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Κύριλλο Γ' και με όλους τους Έλληνες βουλευτές του νησιού. Το ταξίδι της πρεσβείας, όπως το ονόμασαν, κράτησε δύο χρόνια (1918-1920) και περιλάμβανε και το Παρίσι, όπου συνερχόταν η Διάσκεψη Ειρήνης.
Στο περιθώριό της, οι Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι είχαν συναντήσεις και συνομιλίες με τον Βενιζέλο, ο οποίος και ανακοίνωσε τελικά (Αύγουστος 1920) στην πρεσβεία των Κυπρίων, την οριστική απόφαση του Λονδίνου να μην παραχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα. Το ίδιο ανακοίνωσε και επίσημα το αρμόδιο υπουργείο Αποικιών, στις 26 Οκτωβρίου 1920.
Κύπριοι εθελοντές δεν πολέμησαν μόνο κατά τη διάρκεια του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα, αλλά και το 1919 έσπευσαν στη Μικρασία με σύνθημα την ένωση.
Στο μεταξύ, από το 1920, η αγγλική διοίκηση είχε αρχίσει να παίρνει δυναμικά μέτρα ενάντια στους πρωτεργάτες της ενωτικής κίνησης. Έτσι, το 1921 απέλασε από την Κύπρο, με εντολή του ύπατου αρμοστή Στίβενσον, τον δυναμικό αγωνιστή Νικόλαο Καταλάνο, καθηγητή των Μαθηματικών, και τον συγγραφέα και ιστορικό Φίλιο Ζαννέτο, ο οποίος ήταν δήμαρχος Λάρνακας και βουλευτής.
Με τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, η Τουρκία παραιτήθηκε από όλα τα δικαιώματά της πάνω στην Κύπρο. Δύο χρόνια αργότερα (1η Μάη 1925) η Αγγλία ανακήρυξε την Κύπρο αποικία του στέμματος, ενέργεια που προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις από την πλευρά, κυρίως των Ελλήνων του νησιού.
Νέα πρεσβεία υποβάλλει το 1925 το αίτημα της ένωσης στο Λονδίνο, αλλά ο Υπουργός Αποικιών Έιμερυ δηλώνει ότι το θέμα έληξε: «:... Οφείλετε να εννοήσετε σαφώς, όπως σας υπεδείχθη πολλές φορές, ότι το ζήτημα της ενώσεως είναι οριστικά κλειστό και δεν είναι δυνατόν ν' ανακινηθεί ξανά...».
Στη συνέχεια, το 1928, οι Κύπριοι εκφράζουν την αντίθεσή τους στους εορτασμούς των πενηντάχρονων της αγγλικής κατοχής, ενώ το 1929 οι Άγγλοι απαντούν με τη λήψη δικτατορικών μέτρων, απαγορεύουν την αντιαγγλική δράση και, ταυτόχρονα, αποφασίζεται ο διορισμός των δασκάλων από τον κυβερνήτη.
Τα καταπιεστικά μέτρα συνεχίζονται. Οι Άγγλοι παρεμβάλλουν δυσκολίες στην έκδοση εφημερίδων. Η αντίδραση του λαού γίνεται όλο και πιο έντονη. Στις 26 Ιανουαρίου πραγματοποιείται στην Αρχιεπισκοπή μεγάλη συνέλευση η οποία αποφασίζει την ίδρυση της ΕΟΚ, της Εθνικής Οργάνωσης Κύπρου, με σκοπό την ένωση!
 Την ηγεσία της Ε.Ο.Κ. αποτελούσαν ο αρχιεπίσκοπος, τα μέλη της Ιεράς Συνόδου, ο ηγούμενος Κύκκου, αντιπρόσωποι των άλλων μοναστηριών, οι Έλληνες Κύπριοι βουλευτές και άλλοι παράγοντες. Η οργάνωση ίδρυσε και γραφείο διαφώτισης στο Λονδίνο.
Στις 25 Μαρτίου οργάνωσε σε όλο το νησί εκδηλώσεις υπέρ της ένωσης, κατά τις οποίες σχετικά ψηφίσματα υπογράφτηκαν από τον λαό και στάλθηκαν στο Λονδίνο. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου, εκλέχτηκαν βουλευτές όλοι, όσοι είχαν βάλει υποψηφιότητα με το σύνθημα ένωσις και μόνον ένωσις.
Τον Οκτώβριο του 1931 και με αφορμή την επιβολή δασμολογικού νόμου, εκδηλώθηκε το κίνημα των Οκτωβριανών που έφτασε μέχρι και την πυρπόληση του κυβερνείου.
Τελικά, το κίνημα καταπνίγηκε, οι Έλληνες κήδευσαν τους νεκρούς τους, και αναγκάστηκαν να επωμιστούν ένα μεγάλο οικονομικό βάρος που αντιπροσώπευε τις υλικές ζημιές.
Πολλοί από τους πρωταγωνιστές του κινήματος εξορίστηκαν και ανάμεσά τους οι μητροπολίτες Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς και Κυρήνειας Μακάριος, ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β'.
Η κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή σκληρά έκτακτα μέτρα που ισοδυναμούσαν με επιβολή στυγνού δικτατορικού καθεστώτος και που συνεχίστηκαν μέχρι και την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η περίοδος αυτή έμεινε γνωστή σαν Παλμεροκρατία
από το όνομα του κυβερνήτη Πάλμερ.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης αυτής η κυβέρνηση του Βενιζέλου βρέθηκε σε δύσκολη θέση έναντι της Μ. Βρετανίας, λόγω της ανάμειξης του προξένου της Ελλάδας στην Κύπρο Αλέξη Κύρου, που ήταν κυπριακής καταγωγής και φανατικός ενωτικός. Με υπερεπείγον τηλεγράφημα ανεκλήθη αμέσως στην Αθήνα από τον Βενιζέλο στις 22 Οκτωβρίου 1931, ενώ ο ίδιος ο πρωθυπουργός δήλωνε ότι η κυβέρνησή του είχε δεχθεί ράπισμα σημαντικόν.
Η στάση αυτή του Βενιζέλου που αποδοκίμασε τα γεγονότα που είχαν συμβεί στην Κύπρο, προκάλεσε θυελλώδεις αντιδράσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο. Ο ίδιος δήλωσε ότι η κατάσταση στην Κύπρο ήταν αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση της Μεγάλης Βρετανίας.
Το κίνημα του 1931 είχε απήχηση και σε άλλες χώρες του κόσμου, όπου υπήρχαν ακμάζουσες ελληνικές παροικίες, όπως στην Αίγυπτο. Εκεί, λόγω των εκδηλώσεων που έγιναν, οι Άγγλοι θορυβήθηκαν και άσκησαν πιέσεις για περιορισμό ενεργειών, όπως η διεξαγωγή εράνου και η αποστολή χρημάτων στην Κύπρο ή αξίωσαν να ματαιωθούν μνημόσυνα για τους νεκρούς της εξέγερσης.
Όλα αυτά τα χρόνια της Παλμεροκρατίας στην Κύπρο ουσιαστικά δεν υπήρχε ηγεσία. Μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Γ΄ το 1933, έμεινε τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου ο Μητροπολίτης Πάφου Λεόντιος, στον οποίο επέβαλαν αυστηρούς περιορισμούς και έσυραν πολλές φορές στα δικαστήρια. Παράλληλα, απαγορευόταν η λειτουργία κομμάτων, κι έτσι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κύπρου πέρασε στην παρανομία.
Η κατάσταση άλλαξε άρδην με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός με την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο που τα πλήθη ξεχύθηκαν στους δρόμους και ξεδίπλωσαν τις ελληνικές σημαίες που τόσα χρόνια ήταν απαγορευμένες.
Οι Άγγλοι κάλεσαν τους Έλληνες της Κύπρου να καταταγούν στον αγγλικό στρατό και να πολεμήσουν «για την Ελλάδα και την ελευθερία». Πάνω από 30,000 Κύπριοι πολέμησαν σε διάφορα μέτωπα της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.
Μόλις τελείωσε ο πόλεμος, το 1946, ο Μητροπολίτης Λεόντιος πήγε στο Λονδίνο για να θυμίσει στους συμμάχους μας τις υποσχέσεις τους και να ζητήσει ξανά την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Όμως, «οι φίλοι του άλλου πολέμου», ξέχασαν τις υποσχέσεις τους, γιατί «καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει τον βραχνά των άλλων».
Τότε, ακριβώς, συνειδητοποίησε κι ο σεπτός ιεράρχης ότι τη γνώμη των δυνατών κανείς δεν μπορεί να την αλλάξει και οι μικροί λαοί δεν ακούονται από τους μεγάλους, γιατί στις διεθνείς σχέσεις κυριαρχεί η αρπαγή, ο δόλος, η ιδιοτέλεια, «το στέγνωμα της αγάπης».
Ο Μητροπολίτης Λεόντιος, λίγες μόνο μέρες μετά την εκλογή του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, πέθανε στις 26 Ιουλίου 1947, χωρίς να λειτουργήσει ούτε μια φορά ως Αρχιεπίσκοπος,  και τον διαδέχθηκε ο Μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος, ο οποίος επέστρεψε από την εξορία. Τότε, η εθναρχούσα εκκλησία αναδιοργανώθηκε και στελεχώθηκε: Αρχιεπίσκοπος ο Μακάριος ο Β΄, Μητροπολίτης Πάφου ο Κλεόπας, Κιτίου ο Μακάριος και Κυρηνείας ο Κυπριανός.
Ακολουθώντας η εθναρχούσα εκκλησία τον ανένδοτο ενωτικό αγώνα, αποφάσισε στις 15 Ιανουαρίου του 1950 να διενεργήσει δημοψήφισμα για την Ένωση. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Ψήφισε το 96% του λαού, 215,108 και από αυτούς μόνο 5 άτομα ψήφισαν εναντίον της ένωσης.
Η ιδέα του Δημοψηφίσματος οφείλεται στον καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτριο Βεζανή, και την μετέφερε στην Κύπρο ο τότε Μητροπολίτης Κιτίου Μακάριος.