Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Παρουσίαση Βιβλίου


Ευρυδίκης Περικλέους Παπαδοπούλου
«Ως αληθώς»
Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΑΣ ΜΑΝΤΟΛΕΣ
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2014
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc


«Ως αληθώς» είναι ο τίτλος του μυθιστορήματος της αγαπημένης μου φίλης Ευριδίκης Περικλέους Παπαδοπούλου, γνωστής ποιήτριας και θεατρικής συγγραφέως. Ο τίτλος παραπέμπει στον Αρχαγγελικό Ύμνο του Άξιον Εστίν: «Άξιον Εστίν
μακαρίζειν Σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών. Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, Σε μεγαλύνομεν!»
Αυτό το «Ως Αληθώς» είναι η αλήθεια για τη ζωή της Χαρίτας Μάντολες, της γυναίκας-θρύλος, της γυναίκας που έγινε σύμβολο αγωνιστικότητας, καρτερίας, υπομονής, επιμονής, αποφασιστικότητας, παρρησίας, ευπρέπειας, και εθνικής περηφάνιας.

Αυτό το «Ως Αληθώς» με την παραστατικότητα και τον ρεαλισμό του που γίνεται νατουραλισμός, είναι ένα μαχαίρι που μπήγεται στην καρδιά και τη ματώνει. Ομολογώ ότι διάβαζα κι έκλαιγα, πονούσα για τούτα τα αθώα πλάσματα που βίωσαν τον παραλογισμό του πολέμου, που γίνηκαν ο κυματοθραύστης για να ξεσπάσουν πάνω τους οι ανήκουστες θηριωδίες και κτηνωδίες των εισβολέων.
Ταυτόχρονα, διαβάζοντας και κλαίγοντας, κάποιες στιγμές με δάκρυα κι άλλοτε με ένα κλάμα βουβό, σαν αρχαία ελεγεία, ένιωθα τόσο ανάξια μπροστά στα μύρια δεινά που πέρασαν αυτές οι οικογένειες που έτυχε να βρεθούν στον δρόμο των θηρίων, των μαυριδερών απαίσιων σατανάδων που εκδικήθηκαν στα πρόσωπά τους όλο τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία μας.

Ένιωθα ανάξια, γιατί όλοι εμείς οι πρόσφυγες που απλώς φύγαμε από τους τόπους μας, μεμψιμοιρούμε για τα σπίτια και το βιος μας που χάσαμε, ενώ αυτοί οι άνθρωποι βίωσαν την κόλαση. Είναι ντροπή και να τα αναφέρουμε, μπροστά στο δράμα που βίωσαν αυτές οι υπάρξεις, γιατί είχαν την ατυχία να ζουν εκεί που ξέβρασε η θάλασσα της Κερύνειας τα τέρατα της Ανατολής που ήρθαν να διαγουμίσουν τον τόπο μας και να διαλύσουν τις ζωές των ανθρώπων.
Προσκυνώ το δράμα τους και το ψυχικό σθένος, την αρχοντιά, την αξιοπρέπεια με την οποία διάβηκαν τούτη την δύσκολη στράτα, μετά τη λαίλαπα, το τσουνάμι που παρέσυρε στο διάβα του ζωές, αγάπες, συναισθήματα, χρώματα, βιώματα, όνειρα, συνήθειες, μυρωδιές, εστίες και προγονικούς τόπους.

Το μυθιστόρημα ξεκινά στη μέση των πραγμάτων, In medias res, τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τη σφαγή, τη μέρα που η Χαρίτα Μάντολες, στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας στη Λευκωσία, «πενθηφορούσα, με περηφάνια ιδιόγραφη», με «θλίψη αρχοντική», καταθέτει στεφάνι στους μαρτυρικούς νεκρούς της, τους δώδεκα αδικοσκοτωμένους από το χωριό Ελιά της Κερύνειας, «που ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA και ενταφιάζονταν σήμερα και τα τελευταία μικρά-μικρά εναπομείναντα, μετά τις κηδείες, ακήδευτα λείψανα».
Η συγγραφέας διαζωγραφίζει με αγάπη περισσή μα και με ποιητικότητα και λυρισμό τη ζωή της οικογένειας της Χαρίτας, κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν από τα χρόνια του επικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, όπου ο πατέρας Νεόφυτος είπε στη μάνα Ειρήνη: «Χρωστούμε στον τόπο μας, Ειρηνού, τζιαι πρέπει να τον ξηχρεώσουμε».

Μέσα από την αφήγηση περνούν η ιστορία, ήθη και έθιμα του τόπου μας, τα φαγητά, τα γλυκά, τα λουλούδια, η κυπριακή χλωρίδα, οι συνήθειες, οι δοξασίες, η ανείπωτη ομορφιά της επαρχίας της Κερύνειας, οι λεμονανθοί του Καραβά, οι παραλίες στην ακτογραμμή από την Κερύνεια ως τα Λιβερά, τα κέντρα, τα ξενοδοχεία, οι εκκλησιές και τα ξωκλήσια, στιγμές από την ιστορία του Καραβά και της Λαπήθου, όπως η άφιξη του Κανάρη στο ακρογιάλι της Ασπρόβρυσης, τα αρχοντικά της Κερύνειας, και πολλά άλλα.
Η Χαρίτα σε ηλικία δώδεκα χρόνων χάνει τη μάνα της, και έτσι αναγκάζεται να ξεχάσει τα όνειρά της για να πάει στο Γυμνάσιο, αφού πρέπει να συντρέξει τα ορφανά της φαμίλιας της. Μαθαίνει ράψιμο και γίνεται μια πολύ καλή νοικοκυρά που ξέρει να πλάθει το ζυμάρι κατά το κέφι της. Πραγματικά, σε όλη τη ζωή της θα μοσχομυρίζει το σπίτι της, όπως και των αδελφών της, από τα παράγωγα του σιταριού.
Στη συνέχεια, περνά μέσα από την αφήγηση ο αρραβώνας και ο γάμος της με τον Αντρίκο Μάντολες, από την Αχερίτου, που ήταν  στρατιώτης και τη ζήτησε σε γάμο, θαμπωμένος από την ομορφιά της. Η ζωή όλης της οικογένειας του πατέρα Νεόφυτου είναι πολύ καλά τακτοποιημένη. Όλοι περνούν αγαπημένοι, με πειράγματα, αστεία, μουσική, διασκεδάσεις, χαίρονται τα παιδιά τους και ονειρεύονται το μέλλον τους.

Μέχρι τις 20 Ιουλίου του 1974! Όλα άλλαξαν άρδην. Αλλόφρονες φεύγουν για να κρυφτούν. Στιγμή προς στιγμή περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα η τραγωδία που πέρασαν. Ο χειρότερος εφιάλτης για το ανθρώπινο ον. Τα ανθρωπόμορφα κτήνη του Αττίλα σκότωσαν δώδεκα άντρες μπροστά στα γυναικόπαιδα που ούρλιαζαν και στρίγλιζαν από τον φόβο τους. Η Χαρίτα και άλλες δυο αδελφές της έχασαν τους άντρες τους, τον πατέρα τους, τον θείο, τον ξάδελφό τους…
Ακολουθεί όλη η περιπέτειά τους μέχρι που βρήκαν απάνεμο λιμάνι στον συνοικισμό του Αγίου Αθανασίου, τον συνοικισμό των οικογενειών των αγνοουμένων. Δουλειά σκληρή για τη Χαρίτα και τις αδελφές της που έμειναν προστάτες των ορφανών τους, τα οποία πρόκοψαν και σήμερα είναι πολύ καλά αποκατεστημένα. Σε όλη αυτή τη διαδρομή η Χαρίτα είχε για οδηγό και συμπαραστάτη της την Παναγία και τους Αγίους στους ο ποίους έκανε γιορτές και πρόσφορα.

«Παναγιά μου, εσύ ξέρεις», της έλεγε και, ναι, ήξερε η Παναγιά, γιατί της τα έλεγε όλα, φόβους, ανησυχίες, αγωνίες και κείνο το μεγάλο της ευχαριστώ, που με αυτό τελείωνε πάντα την προσευχή που έβγαινε μέσα από την ψυχή της, το επανέλαβε δεκάδες φορές απανωτά, όπως και κάθε ημέρα.
«Σ’ ευχαριστώ, Άγιε Θεέ μου, για τα καλά που μερίμνησες να έχω» και εννοούσε πάντα τα παιδιά της που βγήκαν ζωντανά μέσα από κείνο το φονικό.
«Πώς να εξοφλήσω με ένα ευχαριστώ, Μεγαλόχαρή μου, που είσαι και φίλη και μάνα  και με παρηγοράς να αντέχω για ό,τι αγαπημένο είχα και έχασα. Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, που μου έστειλες γρήγορα παιδιά και που πρόλαβε και χάρηκε ο Αντρίκος μου. Τόσο λίγο, μα έγινε πατέρας».
Η ζωή της Χαρίτας μοιράζεται ανάμεσα σε δυο δουλειές για να τα βγάλει πέρα, σε ανείπωτες δυσκολίες και στερήσεις, σε πορείες γυναικών, όπου διαλαλούσε το δίκιο της και απαιτούσε από όλους να της δώσουν απάντηση για τους αγαπημένους της, σε συλλαλητήρια και στη διαφώτιση των ξένων στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας. Η ζωή τους είναι πολύ διαφορετική από των άλλων, που σαν να «ήτανε από άλλη χώρα κι ο πόλεμος έγινε μονάχα για τους λίγους».
Οι γάμοι των παιδιών κύλησαν «με την έλλειψη του αγνοούμενου να φιλήσει στέφανα, να συνοδέψει γιους και κόρες στα σκαλιά της εκκλησίας, να παραδώσει το παιδί του ανάλογα σε γαμπρό ή νύφη, να σύρουν έναν χορό λεβέντικο, να πιουν στην υγειά του αντρόγυνου, να τραγουδήσουν
«φωνάξετε του τζύρη τους να’ ρτει να τους ηζώσει
τζιαι να τους δώσει την ευτσιήν τζιαι να τους παραδώσει…».

Όλα αυτά τα χρόνια περιμένουν τον πατέρα να γυρίσει. Μέχρι που άνοιξαν τα οδοφράγματα, και πήγε στην Κερύνεια.
«Μα τι ήταν τούτο το ανεξήγητο, λαχτάραγε να φτάσει στον τόπο του φονικού; «Ίσως, ίσως τους ξαναβρώ», ψιθύρισε κι άκουσε μονάχα η ίδια τη φωνή της.
Μόλις, όμως, αντίκρισε τη θάλασσα της Κερύνειας από ψηλά, της φάνηκε νεκροταφείο. Ένα πέλαγο ακύμαντο, ασάλευτο, γεμάτο νεκρούς και αίμα μαύρο, σκοτεινό, πηκτό, να επιπλέει πάνω από τα πτώματα, κι εκείνη σφάλισε τα μάτια να μη βλέπει, σφράγισε το στόμα να μη μιλά, σφίχτηκε, πείσμωσε, αμπαρώθηκε».
Σαν έφτασαν στο σπίτι της «Εδώ, εδώ, σταματάτε, τούτον, τούτον εν το σπίτι μας, γιε μου, το σπίτι μας, Θεέ μου, το σπίτι μας».
«Εκεί ακριβώς, στον τόπο όπου υπέδειξε η Χαρίτα, έσκαψαν οι μπουλτόζες και βρήκαν δώδεκα λείψανα».
Το μυθιστόρημα της Ευριδίκης Περικλέους Παπαδοπούλου «Ως αληθώς», Η ζωή της Χαρίτας Μάντολες, τελειώνει  με το σχήμα του Κύκλου, όπως άρχισε, από τον Τύμβο της Μακεδονίτισσας. Η συγγραφέας ως τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής, παρακολουθεί την ηρωίδα της και τα άλλα πρόσωπα που την περιστοιχίζουν και παρουσιάζει ανάγλυφη την περιπέτεια που έζησαν με πολλή αμεσότητα, έγνοια, γλαφυρότητα, ζωντάνια, με κοφτό λόγο, σύντομο, λιτό, με ύφος ανεπιτήδευτο, με σεβασμό προς τα πρόσωπα και τον τόπο. Δεν παρουσιάζει μόνο τα συμβάντα και τα τοπία με ενάργεια και εικονοπλαστική μαεστρία, αλλά γνωρίζει και τις μύχιες σκέψεις τους, τα κινήματα του νου και της καρδιάς τους. Για πέντε χρόνια συνέλεγε τις ιστορίες και τις έδωσε με μυθιστορηματικό τρόπο.

Είναι ένα έργο αντιπολεμικό, που θα μείνει «κτήμα ες αεί», για να θυμίζει σε μας, μα και τις επόμενες γενιές, τη βαρβαρότητα του Αττίλα, τη δυστυχία και τις δυσκολίες που βίωσαν κάποιοι συμπατριώτες μας, όταν οι πιο  πολλοί «μπερδεύονταν μες στ’ αγαθά τους» και ξεχνούσαν ότι υπάρχει κατοχή και προσφυγιά και αγνοούμενοι. Είναι ένα έργο κατάθεση ψυχής! Της ψυχής της γυναίκας του αγνοούμενου, της Χαρίτας Μάντολες που έγινε το σύμβολο όλων των γυναικών των αγνοουμένων, αλλά και ολόκληρης της Κύπρου που ακόμα αιμορραγεί από την πληγή της που κακοφόρμισε για πάνω από σαράντα χρόνια.
Η Παναγία, όμως, και οι Άγιοι που τόσο πιστεύει η ηρωίδα δεν θα αφήσουν την Κύπρο να χαθεί. Η Κύπρος θα λυτρωθεί, γιατί αυτό επιβάλλει το δίκαιο και η αποκατάσταση της ηθικής τάξης που διασαλεύθηκε από την Ύβρη των κουβαλητών της Άγκυρας. Έσσεται ήμαρ!


Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Καλό παράδεισο, αδελφέ μας Σίμο Νησιώτη
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc

Έφυγε ο Σίμος μας. Ο αδελφός των φοιτητικών μας χρόνων, ο συνοδοιπόρος στα πετάγματα της ψυχής μας, ο μπροστάρης  των φοιτητικών αγώνων, ο πρόσχαρος, ο ευπροσήγορος, ο εκλεκτός φίλος, ο ανιδιοτελής, έντιμος, ακέραιος, ηθικός,  ο άνθρωπος με τη σπάνια καλοσύνη!
Έφυγε έτσι απλά, χωρίς προειδοποίηση. Μας ξάφνιασε το δυσάρεστο νέο. Μας συντάραξε. Δεν ξέραμε καν ότι ήταν άρρωστος. Πήγε να συναντήσει την πολυαγαπημένη του μανούλα, την μ. κυρία Στέλλα μας, με το μοναδικό ήθος, την ευγένεια και την αρχοντιά, την πραότητα και τη γλυκύτητα που τη μετέδωσε και στα παιδιά της, τον Σίμο της, τη Χρυστάλλα και τη Ρούλα της.
Μπροστά στο γεγονός του ξαφνικού θανάτου μένουμε ενεοί και εμβρόντητοι! Κι όμως, έπρεπε σε όλη μας τη ζωή να το περιμένουμε ως το μόνο σίγουρο γεγονός της ζωής μας. Να είμαστε προετοιμασμένοι. Μα πώς να περιμένεις να πεθάνει ένας άνθρωπος με τη δραστηριότητα και την ενεργητικότητα του Σίμου, με τη ζωντάνια και τη χαρά της ζωής που εξέπεμπε!
Τον Σίμο μας τον γνωρίσαμε στην Αθήνα ως αδελφό της φίλης μας της Ρούλας. Από εκείνη τη στιγμή έγινε ο μεγαλύτερος αδελφός μας, ο καλύτερός μας φίλος, ο μέντοράς μας, με την καθοδήγηση του οποίου αποκτήσαμε πολιτική συνείδηση, γι’ αυτό τον ακολουθούσαμε στις διαδηλώσεις για το πολιτικό ζήτημα του νησιού μας, όταν διεκδικούσαμε το δίκαιό μας!    Μέσα στην οδύνη της προσφυγιάς και τον πόνο για όσους και όσα χάσαμε, ο Σίμος ήταν το παιδί που έδινε σε όλους μας κουράγιο και αισιοδοξία με τον λόγο του τον παρηγορητικό, το αστείρευτο χιούμορ του, τον ορθολογισμό του που δεν τον εμπόδιζε να υστερήσει σε ευαισθησία, συμπόνια, ενσυναίσθηση και ανθρωπιά.
Ο καλός φίλος των φοιτητικών μας χρόνων, έγινε ύστερα ένας εξαίρετος σύζυγος και οικογενειάρχης. Νυμφεύτηκε την αγαπημένη του Σταυρούλα που ήταν πάντα στην καρδιά του από τα φοιτητικά του χρόνια, και απέκτησαν τις τρεις κορούλες τους για τις οποίες ήταν τόσο περήφανος και ευτυχισμένος.
Η φιλία και η αγάπη μας συνεχίστηκε όλα αυτά τα χρόνια, γιατί πια έγινε ο γιατρός μας για οποιοδήποτε ορθοπεδικό πρόβλημα, και κάθε φορά που συναντιόμασταν γελούσαμε με την ψυχή μας και συζητούσαμε για πολλά θέματα, κυρίως πολιτικά, αλλά αναθυμόμασταν και τα όμορφα φοιτητικά μας χρόνια.

Καλό παράδεισο, αγαπημένε μας Σίμο! Αφήνεις μνήμη αγαθή! Θα σε θυμόμαστε πάντα για την αφειδώλευτη αγάπη σου και την ποιότητα του χαρακτήρα σου

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

Το κούρσεμα της Πολής

Δημοσιεύθηκε: 29 Μαΐου 2015 Κατηγορίες: Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός
1453_poliorkia_tis_polis_Σαν πατήθηκε πειά η πόρτα του Ρωμανού και σκοτώθηκε ο βασιλιάς, οι Τούρκοι γιουργιάρανε μέσα στην Πόλη σαν τ’ αγριεμένο ξεροπόταμο που κατεβαίνει στενεμένο ανάμεσα στ’ αψηλά βράχια, ύστερ’ από νεροποντή.
Δε μπαίνανε εκατό-εκατό, μηδέ διακόσιοι, μα χιλιάδα απάνω στη χιλιάδα. Τέτοια ήτανε η μανία τους μη δεν προφτάξουνε να κουρσέψουνε, που απ’ το στρίμωγμα λαβωνόντανε συναμεταξύ τους και πολλοί σκάσανε ποδοπατημένοι απ’ τους δικούς τους. Και σα μπαίνανε μέσα στο κάστρο, σκορπίζανε άλλος εδώ, άλλος εκεί, κοπάδια-κοπάδια, σφάζοντας όποιον βρίσκανε μπροστά τους, είτε γυναίκα, είτε παιδί, είτε άντρα.
Το μεγάλο μακελειό βάσταξε απ’ την ανατολή του ηλίου ίσαμε το μεσημέρι. Πολλοί χριστιανοί κρυφτήκανε μέσα σε λαγούμια και σε σπηλιές κ’ ύστερα τους βρήκανε και τους σκλαβώσανε.
Φτάνοντας οι Τούρκοι στην πλατεία, ανεβήκανε στον πύργο και κατεβάσανε τη βυζαντινή σημαία και τη σημαία τ’ άγιου Μάρκου και ισάρανε στον τόπο τους το σαντάρδο του σουλτάνου. Τα κάστρα από τη μιαν άκρη ίσαμε την άλλη πέσανε στα χέρια του Τούρκου. Μονάχα οι Κρητικοί, που βρισκόντανε μέσα στους πύργους του Λέοντα και του Βασιλείου, βαστήξανε τον πόλεμο ίσαμε το μεσημέρι. Ο σουλτάν Μεμέτης σαν τάκουσε θαύμασε την παλληκαριά τους και τους άφησε να φύγουνε στην πατρίδα τους, παίρνοντας μαζί τους ό,τι είχανε απάνω τους.
Όπως είπα πρωτύτερα, πολύς κόσμος έτρεξε στη θάλασσα να γλυτώση, μα έπεσε μαζεμένος στα καράβια και πολλά βουλιάξανε και πνιγήκανε πολύς λαός. Οι πορτιέρηδες, βλέποντας τον κόσμο που ωρμούσε από τις πόρτες, θυμηθήκανε ένα παλιό ρητό πώλεγε πως η πόλη θα ξαναπαιρνότανε απ’ τα χέρια των Τούρκων αν γυρίζανε πίσω οι Χριστιανοί, κλειδώσανε τις πόρτες και ρίξανε τα κλειδιά έξω απ’ το κάστρο. Τότε δα φούντωσε η σφαγή, που δε μπορεί να τη χωρέση το μυαλό του άνθρωπου. Όσοι γλυτώσανε χάσανε τα φρένα τους και τρέχανε να κλειστούνε στην Άγια-Σοφιά. Κείνη την ώρα ήτανε πώχαν’ η μάννα το παιδί και το παιδί τη μάννα. Θεέ μεγαλοδύναμε, απάνω σ’ αυτούς τους συμφοριασμένους έπεσε όλη η οργή σου! Μερμήγκια αμέτρητη πλημμύρισε την εκκλησιά, απάνω, κάτω, στο νάρθηκα, στ’ άγιο βήμα, σε κάθε μεριά. Σφαλίξανε τις πόρτες και παρακαλούσανε με μεγάλες φωνές το Θεό να τους λυπηθή. Οι κουμπέδες κ’ οι θεόρατες καμάρες αντιβουίζανε και ρίχνανε πιο πολλή τρομάρα στις καρδιές των κοριτσιών• τα μικρά παιδάκια ξεψυχούσανε απ’ το φόβο τους. Σε λίγο φτάξανε οι Τούρκοι και πιάσανε να βαράνε με τους μπαλτάδες τις πόρτες. Το κοπάδι, που ήτανε μαντρισμένο μέσα βέλαζε λυπητερά σε κάθε τσεκουριά.
Ποια γλώσσα μπορεί να πη τι γίνηκε σαν μπήκανε μέσα οι Τούρκοι, βαστώντας στα χέρια τους άλλοι ματωμένα μαχαίρια μια οργυιά μάκρος, άλλοι πελέκια ακονισμένα, άλλοι κοντάρια, π’ αστράφτανε οι σουβλερές μύτες τους. Η εκκλησιά πιτσιλίστηκε απ’ τα αίματα σε δυό μπόγια ύψος, πώλεγες πως ήτανε χασάπικο. Όσοι απομείνανε ζωντανοί είχανε τρελλαθή. Οι Τούρκοι δένανε τους άντρες με σκοινιά, τις γυναίκες με τις ζώνες τους. Έβλεπες αφεντάδες δεμένους πιστάγκωνα μαζί με τους υπηρέτες, κυράδες με τις δούλες, παπάδες με γρηές, δεσποτάδες, παλληκάρια βουτημένα στο αίμα. Ο ένας μπροστά στον άλλον βιάζανε τις γυναίκες, ανάμεσα σε κουφάρια και σε λαβωμένους που μουγκρίζανε. Άλλοι πάλι από κείνα τ’ αγρίμια ξεγυμνώνανε την εκκλησιά. Μέσα σε μια ώρα απομείνανε μονάχα οι τοίχοι. Δεν αφήσανε μηδέ καντήλι, μηδέ δισκοπότηρο, μηδέ βαγγέλιο, μηδέ εικόνα, μηδέ ρούχα, τίποτα! Πως περνά η ακρίδα από ‘να καταπράσινο περιβόλι κ’ ύστερα, σαν κάνη φτερά, αφήνει χώμα μοναχό, έτσι απόμεινε κ’ η Άγια-Σοφιά ξεγυμνωμένη.
Το μαχαίρι κ’ η φωτιά βάσταξε τρία μερόνυχτα, όπως είχε ταμένο στους στρατιώτες του ο σουλτάνος. Η απέραντη Κωνσταντινούπολη αντιλαλούσε μέρα νύχτα. Τι αίμα και τι δάκρυα χυθήκανε! Χιλιάδες καρδιές χτυπούσανε, τέτοια συμφορά δε μπορεί να τη συλλογισθή άνθρωπος. Άλλοι σφαζόντανε πριν πάνε στα σπίτια τους, άλλοι καταφέρνανε να φτάξουνε στα δικά τους μα δε βρίσκανε τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους. Αντρόγυνα χωριζόντουσαν, ο ένας Τούρκος έσερνε τον άντρα κι’ ο άλλος τη γυναίκα. Τα παιδιά τα ξεκολλούσανε απ’ το λαιμό της μάννας, τα κορίτσια τα σέρνανε απ’ τα μαλλιά μέσα στο δρόμο. Πεινασμένα σκυλιά πίνανε το αίμα π’ άχνιζε μέσα στα χαντάκια. Πειό πολλά ήτανε τα κομμένα κεφάλια, που κειτόντανε στο χώμα, παρά οι πέτρες της γης. Φρόνιμες νοικοκυράδες, που δεν τις είχε δη ο ήλιος, ατιμαζόντανε γυμνές μέσα στις πλατείες. Παπάδες περπατούσανε βιαστικά, φορτωμένοι με βαρειά σεντούκια, που τους τάχανε φορτωμένα οι ζεμπέκηδες και τους δέρνανε σαν γαϊδούρια και τους τραβούσανε με το καπίστρι πούχανε περασμένο στο λαιμό τους. «Και ην ιδείν ορμαθούς εξερχόμενους απείρους ώσπερ αγέλας».
Στα καράβια δεν είχε απομείνει μηδέ ένας Τούρκος, γιατί ριχτήκανε στο πλιάτσικο. Με μεγάλη μανία γυρεύανε να βρούνε τα γυναικεία μοναστήρια, τα πατούσανε και κουβαλούσανε τις καλογρηές μέσα στα καράβια κ’ εκεί ο διάβολος πειά μπορεί να πη το τι γίνηκε. Πολλές γυναίκες, για να ξεφύγουνε την ατιμία, πέσανε και πνιγήκανε στη θάλασσα και στα πηγάδια.
Οι Τούρκοι είχανε τούτη τη συνήθεια, άμα μπαίνανε μέσα σ’ ένα σπίτι για να κουρσέψουνε, στήνανε μια σημαία απάνω στα κεραμίδια. Οι άλλοι Τούρκοι, βλέποντας τούτη τη σημαία, δε μπαίνανε ποτέ μέσα, μα τραβούσανε πάρα πέρα, ναβρούνε άλλο σπίτι λεύτερο. Ίσαμε διακόσες χιλιάδες τέτοια κουρέλια σαλεύανε απάνω στην Πόλη, γιατί οι Τούρκοι βάζανε πολλές παντιέρες στο ίδιο σπίτι για να κάνουνε πανηγύρι.
Όλη τη μέρα σφάζανε. Τόσο μουσκεμένη ήτανε η γης, πώλεγες πως έβρεξε αίμα, κι’ όπου έβρισκε χαντάκι το αίμα έτρεχε σα νάτανε βροχονέρι. Τα κουφάρια τα ρίχνανε στο μπουγάζι του Βοσπόρου, και το ρέμα τα κατρακυλούσε σα νάτανε πεπόνια, Χριστιανοί-Τούρκοι ανακατεμένοι.
Ο σουλτάνος δε μπήκε μέσα στην Πόλη με το στρατό, παρά απόμεινε στο στρατόπεδο. Κατά το μεσημέρι οι πασάδες του πήγανε τα κλειδιά, σημάδι πως ήτανε πειά δική του η Κωνσταντινούπολη. Τότε καβαλλίκεψε και μπήκε με τη συνοδεία του μέσα στο κάστρο και τράβηξε ίσια στην Αγιά-Σοφιά. Δε μπήκε μέσα στην εκκλησιά με τάλογο, παρά ξεπέζεψε και μπαίνοντας μέσα θαύμασε πολλήν ώρα και περιεργάσθηκε το χτίριο. Ύστερα φώναξε έναν χότζα και τούπε ν’ ανεβή απάνω στον άμβωνα και να φωνάξη την προσευχή τους «Αλλάχου εκπέρ, Αλλάχου εκπέρ, Μουχαμετούλ ρεσούλ Ουλλάχ.» Σαν τελείωσε ο χότζας, ανέβηκε ο ίδιος στην Άγια Τράπεζα και το ξανάπε.
Την ώρα πώβγαινε έξω, είδε έναν Τούρκο που τσάκιζε τα μάρμαρα. Ο Μεμέτης τον βάρεσε με το καμουτσί λέγοντας του: «Κιοπέκ, σας άφησα το θησαυρό και τους ανθρώπους, μα τα χτίρια είνε δικά μου!»
Από κει τράβηξε με τους πασάδες και ρώτηξε για το βασιλιά της Πόλης, ζη ή πέθανε. Και σαν τούπανε πως σκοτώθηκε, πρόσταξε και πλύνανε πολλά κεφάλια στο μέρος που χάθηκε, για να τον γνωρίσουνε, μα δε μπορέσανε μέσα σε τέτοιο πλήθος. Σε λίγο όμως βρέθηκε το κορμί του και το γνωρίσανε απ’ τα κόκκινα ποδήματά του με τους κεντημένους αητούς. Κόψανε το κεφάλι και το βάλανε σε μια πλατεία κοντά στ’ άγαλμα του Γιουστινιανού και κει στάθηκε ίσαμε το βράδυ. Ύστερα το μπαλσαμώσανε και τώστειλε ο σουλτάνος στην ανατολή από χώρα σε χώρα, για να δη ο κόσμος τη νίκη του. Το σώμα το πήρανε οι Χριστιανοί και το θάψανε.
Τα πλιάτσικα κ’ οι σκλάβοι, άλλα στοιβαχθήκανε στις τέντες, άλλα φορτωθήκανε στα καράβια και τραβήξανε να τα πουλήσουνε, όπως έστερξε ο σουλτάνος. Κάθε Τούρκος ήτανε φορτωμένος. Τι μαλάματα, τι ασήμια, τι χαλκώματα, τι ρούχα μεταξωτά, τι βιβλία! Καράβια ολάκερα γεμίσανε καλόγερους και καλογρηές. Έβλεπες ζεϊμπέκια ψειριασμένα νάνε ντυμένα με ρούχα δεσποτικά, άλλοι φοράγανε χρυσά πετραχήλια, άλλοι κορώνες και καλυμμαύχια στο κεφάλι. Σκυλιά δεμένα με ζώνες κεντημένες, επιγονάτια και φελόνια για σαγή στ’ άλογα. Μέσα στους ασημένιους δίσκους βάζανε ντομάτες και κρέατα, πίνανε κρασί μέσα στα δισκοπότηρα. Φορτώσανε στις καρότσες βιβλία, που δεν είχανε μετρημό και τα σκορπίσανε σ’ ανατολή και δύση. Για ένα γρόσι πουλιόντανε ο Αριστοτέλης, ο Πλάτωνας κ’ οι άλλοι ξακουσμένοι σοφοί της αρχαιότητας, γραμμένοι σε πετσί, με χρυσοκοντυλιές και με χρυσά δεσίματα. Τα εικονίσματα τα σκίζανε με το τσεκούρι και βράζανε κρέας μέσα στα καζάνια.
Τη δεύτερη μέρα, δηλαδή στις 30 Μαγιού, ξαναμπήκε στην Πόλη ο σουλτάνος, με πολλή παράταξη, κι’ αφού τριγύρισε σε διάφορα μέρη, πήγε και στο παλάτι. Και βλέποντας το έρημο είπε έναν στίχο κάποιου Πέρση ποιητή για την ματαιότητα του κόσμου.
Ήτανε πειά πεθαμένη και θαμμένη η ξακουσμένη Κωνσταντινούπολη, η Θεοσκέπαστη, η Νέα Σιών, η Εφτάλοφη, το καμάρι της Ανατολής, πώβρισκε άνθρωπος και του πουλιού τα γάλα. Πούχε το κάστρο με τους τρακόσους πύργους, τα παζάρια, τα αρτοπρατεία, τα χαλκοπρατεία, τα αργυροπωλεία, τα βλατοπωλεία, τα κηροπωλεία, τα λουτρά, τα συντριβάνια, τις βρύσες, τις δεκαεννιά στέρνες, τα Ιπποδρόμια, τα παλάτια, τις τρακόσες εκκλησιές και τα διακόσια μοναστήρια, τ’ αμέτρητα τ’ αγάλματα κι’ ό,τι μπορεί να βάλη ο νους τ’ ανθρώπου. «Τη δεύτερη δε από της ημέρας εκείνης, εισελθών ο Μεχμέτης, περιόδευσε την πόλιν και ην η πάσα άοικος, ούτε άνθρωπος, ούτε κτήνος, ούτε όρνεον κραυγάζον ή λαλούν εντός.»
Κοντά στο παλάτι ετοιμάσανε ένα μεγάλο τραπέζι για το σουλτάνο, κι’ αφού έφαγε, ήπιε πολύ κρασί και μέθυσε. Τότε πρόσταξε να του πάνε το ναύαρχο Νοταρά με τα παιδιά του και να τους αποκεφαλίσουνε. Πρώτα σφάξανε τα παιδιά μπροστά στο συμφοριασμένον τον πατέρα, πώλεγε ολοένα «δίκαιος ει, Κύριε!», κ’ ύστερα τον ίδιον. Δεν περάσανε λίγες μέρες και πρόσταξε να κόψουνε και το Χαλίλ πασά, που τον υπωπτευότανε πως είχε προδώσει τα μυστικά του στους γραικούς.
Το τέλος της Πόλης φαίνεται ακόμα πειό λυπητερό άμα συλλογισθή κανένας πως χαλάσθηκε το μήνα Μάη, τις μέρες που μοσκοβολούσανε οι πασκαλιές κ’ οι τριανταφυλλιές. Ανήμερα που σκλαβώθηκε η Πόλη ήτανε της Αγίας Θεοδοσίας, που τη γιορτάζανε πάντα οι Πολίτες στις 29 Μαγιού με μεγάλη δόξα στην εκκλησιά της, που γίνηκε ύστερα τζαμί. Μ’ όλη την αγωνία που περνούσανε, οι γυναίκες την είχανε στολισμένη, κατά τα συνηθισμένα, με στεφάνια και με περιπλοκάδες από τριαντάφυλλα. Την ώρα, που μπήκανε μέσα οι Τούρκοι, ψέλνανε ακόμα οι ψαλτάδες. Τους περάσανε όλους απ’ το μαχαίρι, κι’ από τότε βαστά η ονομασία «Γκιούλ Τζαμί», δηλαδή «Το Τζαμί με τα τριαντάφυλλα», και μ’ αυτό τόνομα στέκει ως τα σήμερα. Μέσα σ’ αυτή την εκκλησιά λένε πως υπάρχει κ’ ένα μνημόρι, οπώχει απάνω στην πλάκα τούρκικα γράμματα, που λένε «Εδώ κείτεται ένας μαθητής του Χριστού» και πως αυτός είνε ο τάφος του βασιλιά Παλαιολόγου.
Τους Γενοβέζους του Γαλατά ο σουλτάνος δεν τους πείραξε, γιατί σταθήκανε φίλοι του στον πόλεμο, τους χάρισε μάλιστα και προνόμια. Το φιρμάνι που τους έδωσε αρχίξει με τούτα τα λόγια: «Εγώ ο μέγας αυθέντης και μέγας Αμηράς σουλτάνος ο Μεχμέτ Μπέης, ο υιός του μεγάλου αυθέντου Αμηρά Σουλτάνου του Μουράτ Μπέη. Ομνύω εις τον Θεόν του ουρανού και της γης και εις τον μέγαν ημών προφήτην Μωάμεθ, και εις τα επτά μουσάφια όπού έχομεν και ομολογούμεν, και εις τας ρκδ’ (124) χιλιάδας προφήτας του Θεού και προς τας ψυχάς του πάππου μου και του πατρός μου, και προς εμαυτόν και προς τα παιδιά μου, και στο σπαθί οπού ξώννομαι…».
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
ΤΟ ΠΑΡΣΙΜΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
Επιμέλεια: Διονύσιος Πυλαρινός

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Επικήδειος στον Ήρωα συμμαθητή μας Άντρο Μακρίδη
Εκκλησία Αγίου Γεωργίου Κοντού, Λάρνακα
24 Μαϊου 2015, 11 π.μ.

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά, κι έχουν την όψη καμένη
από το πέρασμά τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.
Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο».
Καλωσόρισες στο σπίτι σου και στην οικογένειά σου, Ήρωα Άντρο Μακρίδη για να αναπαυτεί η ψυχή σου, μα και να γαληνέψει η ψυχή των αγαπημένων σου.
 Καλωσόρισες και στη μεγάλη σου οικογένεια, την κοινωνία του Λευκονοίκου, τους συμμαθητές και συμμαθήτριές σου, τους δασκάλους και καθηγητές σου, τους φίλους και τις φίλες σου, που όλοι πονάμε αλλά και ταυτόχρονα σεμνυνόμαστε, γιατί είσαι ένας από τους τέσσερις συμμαθητές μας, τους ήρωες, που σήμερα 41 χρόνια σχεδόν μετά θάβουμε με τις αρμόζουσες τιμές από την εκκλησία και την πολιτεία, μαζί με τον Ήρωα Καθηγητή μας Σωτήρη Μιχαήλ και τον τελειόφοιτο Μαθηματικό Πανίκκο Χατζηπαντελή.

Πόσο ταιριάζουν και για μας σήμερα οι στίχοι του νομπελίστα ποιητή μας, του μικρασιάτη Γιώργου Σεφέρη!
«ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται, γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙
Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος».

Μνησιπήμων πόνος, λοιπόν, ο πόνος που μας θυμίζει παθήματα. Τα παθήματα των φίλων μας, των ανθρώπων που ανατράφηκαν μαζί μας, που γέλασαν και έπαιξαν μαζί μας, όπως εσύ Άντρο μας, που ήμασταν μαζί από το νηπιαγωγείο της κ. Στέλλας. Μαζί στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο Λευκονοίκου. Μπροστάρης πάντα σε ό,τι εθνικό, σε ό,τι ωραίο και αληθινό.

Ήσουν ένα όμορφο παιδί, «αρχιλεβέντης», με τις αρετές του Έλληνα στον υπερθετικό βαθμό, ευθυτενής και ευσταλής νέος, ντυμένος πάντα σύμφωνα με τη μόδα της εποχής, χαμογελαστός, εύχαρις και προσηνής, με χιούμορ και διάθεση πάντα για δράση, κέφι, διασκέδαση, χαρά, γέλιο. Λες και ήθελες να προλάβεις να γευτείς τη ζωή. Αυτή τη ζωή που δεν χάρηκες. Λες και ψυχανεμιζόσουν το κακό που θα’ ρχότανε.


Μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον κοινωνικής προσφοράς, ενεργού δράσης και εμπλοκής στα κοινά, από μικρή ηλικία ζυμώθηκες με αυτά και γαλουχήθηκες με τις πιο όμορφες αξίες και τα πιο ευγενή ιδανικά. Με έναν πατέρα υψιπέτη και μια μάνα-θυσία για τα παιδιά της, μια μάνα-κουράγιο, βίωσες από μικρή ηλικία τον πόνο για τον χαμό του αγαπημένου σου Μιχαλάκη στο Μερσινίκι.

Αυτή η θυσία σε σφράγισε ως προσωπικότητα και χαλύβδωσε μέσα σου την αγωνιστικότητα. Θυμάμαι, στην τετάρτη τάξη του Γυμνασίου Λευκονοίκου, μας έβαλαν στην ίδια αίθουσα που ήταν ο Μιχαλάκης τη χρονιά της θυσίας του. Η φωτογραφία του ήταν στον τοίχο πίσω από τα θρανία μας. Ήταν σαν να είχες έναν φύλακα άγγελο στην τάξη, κι ολημερίς γυρνούσες πίσω και τον κοίταζες. Ποιος ξέρει ποιες σκέψεις αναδεύονταν στο μυαλό σου, πώς σε σφράγισε αυτή η εμπειρία! Μοιάζατε κιόλας τόσο πολύ, και στη μορφή και στην ψυχή. Το ίδιο σπινθηροβόλο βλέμμα, η ίδια ανυπότακτη ψυχή!

Όπως είπα και στους άλλους συμμαθητές μας, Άντρο μου, τον Πέτρο Βελούση, τον Έκτορα Κτωρή και τον Βασίλη Χατζησιεγκαλλή, προσωπικά σας βλέπω σαν μαθητές μου, αφού εσείς, όπως όλοι οι νεαροί ήρωες του νησιού μας σε όλους τους εθνικούς μας αγώνες, δεν προλάβατε να μεγαλώσετε, κι έτσι μείνατε πάντα νέοι, όπως μας θύμιζε συχνά η φιλόλογός μας η κ. Παρασκευά. Νέοι κι αμόλυντοι, αγνά παλληκαράκια γεμάτα με όνειρα και ελπίδες για μια υπέροχη ζωή, όπως όλοι οι νέοι σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.


Εμείς που σε ξέρουμε, Άντρο Μακρίδη, ήρωα της τάξης μας, είμαστε σίγουροι ότι πολέμησες λιονταρίσια ενάντια στους κατακτητές που σκορπούσαν τον όλεθρο και την καταστροφή. Στάθηκες αγέρωχος, στητός κι ολόρθος, με αυτοθυσία και λεβεντιά, γιατί ήσουν καμωμένος από εκείνη τη μαγιά που έρχεται από χιλιάδες χρόνια πριν, από τη γενιά του Ονήσιλου, του Ρε Αλέξη, του Γρηγόρη Αυξεντίου…
Είμαι σίγουρη ότι στο μυαλό σου εκείνη την ώρα είχες τη φράση του Αισχύλου:
«Μόνο εμείς (οι Έλληνες) αντίθετα από τους βαρβάρους, δεν μετρούμε ποτέ το πλήθος του εχθρού στη μάχη». 

Γιατί ήξερες καλά ότι ήρωες είναι οι «τρελοί της ιδέας». Ήρωες είναι όσοι «προχωρούν στα σκοτεινά». Όσοι αγωνίζονται χωρίς να ξέρουν το αποτέλεσμα, όσοι ανοίγουν δρόμους, όσοι δεν περιμένουν ανταπόδοση.
Κι εσύ, Άντρο Μακρίδη, είσαι ένας από τους «χωρικούς του απέραντου γαλάζιου» που από τα δεκαεννιά σου χρόνια χάθηκες. Όλα αυτά τα χρόνια που ήσουν αγνοούμενος, προσεύχονταν συνεχώς για την ανεύρεση των οστών σου και την ανάπαυση της ψυχής σου, όχι μόνο η οικογένειά σου, αλλά και οι συμμαθητές μας στο Άγιο Όρος, ο Γέροντας Εφραίμ ο Βατοπαιδινός και ο πατήρ Γαβριήλ της Μονής Διονυσίου.

Κι εμείς, που όλα αυτά τα χρόνια «μπερδευόμαστε μες στ’ αγαθά μας», που προσπαθούσαμε να επιβιώσουμε και να απαλύνουμε τις πληγές της προσφυγιάς, σήμερα μπροστά στο σεπτό κασελάκι που έκλεισε τη λεβέντικη κορμοστασιά σου και τα πετάγματα της ψυχής σου, θέλουμε να προσκυνήσουμε, ευλαβικοί προσκυνητές της ηρωικής σου θυσίας, μα νιώθουμε τόσο ανάξιοι! Εσύ έδωσες τη ζωή σου για τούτο το χώμα, για τούτο το πέτρινο καράβι που πορεύεται τη χρυσή μοίρα του ήλιου, κι εμείς είχαμε την ψευδαίσθηση ότι περάσαμε «κάβους» στη ζωή μας.

Στα αδέλφια σου, τον Ισίδωρο, τον Σωκράτη, τον Παύλο, τον Γιώργο και τη Σωτηρούλα, τις νύφες και τον γαμπρό σου Γιώργο, τα ανίψια σου, που για τόσα χρόνια υπέμεναν αγόγγυστα και κουβαλούσαν τον σταυρό του μαρτυρίου τους, μαζί με τους γονείς σου που πέθαναν με το μαράζι σου, εκφράζουμε τα συγχαρητήριά μας για την προσφορά της οικογένειάς τους στην πατρίδα μας. 

Αιωνία σου η μνήμη, Άντρο Μακρίδη! Τα οστά σου θα αναπαυτούν πλάι στους γονείς σου, μέχρι την άγια και ευλογημένη μέρα που θα σας πάρουμε όλους και θα σας θάψουμε πλάι στον Μιχαλάκη σας στο Λευκόνοικό μας.
 Ο Θεός μας θα σε κατατάξει, είμαστε σίγουροι, στη χορεία των αγίων και των μαρτύρων της πίστης και της πατρίδας. Στους παραδεισένιους τόπους που ζεις μαζί με τους άλλους γενναίους μας, ας αναπαυτεί η ψυχή σου! Εμείς θα σε θυμόμαστε και θα σε τιμούμε πάντα, και θα έχεις μια τιμητική θέση στο θησαυροφυλάκιο της καρδιάς μας. Θα είσαι ένα πρότυπο για μας και τις επερχόμενες γενεές. Η παρακαταθήκη που αφήνεις σε όλους μας είναι η ρήση του Περικλή στον Επιτάφιο: «Εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον»
Αιωνία σου η μνήμη και ακήρατος η δόξα σου, πολυαγαπημένε μας, Άντρο Μακρίδη.











Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

Περί ψευδαισθήσεων ο λόγος ή το τέλος της παπαγαλίας.
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη


Έχουν αφηνιάσει όλοι για το θέμα που μπήκε στις Παγκύπριες εξετάσεις. Για μένα το θέμα είναι απλό. Είναι ένα ελεύθερο θέμα και στην ουσία ζητούσε από τους μαθητές να κατανοήσουν ένα κείμενο, και με βάση αυτό να εκφράσουν τις απόψεις τους. Άρα, έπρεπε να σκεφτούν, να κρίνουν, να προβάλουν δικές τους σκέψεις.
Ψιλά γράμματα. Όταν οι πιο πολλοί, κυρίως τα μεγάλα φροντιστήρια, δίνουν έτοιμες εκθέσεις, και οι μαθητές μαθαίνουν στην παπαγαλία, έχει ευνουχιστεί το πνεύμα τους, και δεν μπορούν να αυτενεργήσουν. Καμία κριτική σκέψη.
Δεν είναι η πρώτη φορά που έχουμε αντιδράσεις, γιατί κάποιος τόλμησε να θίξει τα κακώς κείμενα. Επιτέλους, είναι καιρός να μη γράφουν όλοι τους ίδιους προλόγους και επιλόγους, να βάζουν τα ίδια παραδείγματα, τα ίδια συνδετικά, τις ίδιες και απαράλλαχτες παραγράφους. Έχω απαυδήσει τόσα χρόνια να διαβάζω τις ίδιες εκθέσεις.
Είναι καιρός να μάθουμε στα παιδιά μας να διαβάζουν κείμενα και να καταλαβαίνουν την ουσία τους. Να διδάσκουμε την έκθεση. Να μαθαίνουμε στα παιδιά μας πώς να αναπτύσσουν ένα οποιοδήποτε θέμα με βάση τις σφαιρικές τους γνώσεις, και όχι να μαθαίνουν απέξω  κάποια θέματα, και να νομίζουν ότι απέκτησαν ικανότητα να γράφουν και να παράγουν λόγο.
Φταίνε, λοιπόν, όλοι, όσοι διδάσκουν τη γλώσσα, και δίνουν μόνο έτοιμα σχεδιαγράμματα, αποσπάσματα από δοκίμια και έτοιμες εκθέσεις, αντί να τους δώσουν να διαβάσουν δοκίμια, κι από κει και πέρα, ως ιδεολήπτες που είμαστε οι πιο πολλοί άνθρωποι, να συγκεράσουν οι μαθητές τις δικές τους απόψεις με τις ιδέες που πήραν από τα δοκίμια.
Κι εδώ αναφύεται το κρίσιμο ερώτημα: μπορούν όλοι οι άνθρωποι να παράγουν επικοινωνιακό λόγο υψηλού επιπέδου; Τι γίνεται με τα παιδιά που δεν έχουν αυτές τις ικανότητες ή δεν τις έχουν καλλιεργήσει, αφού το μόνο που τους έμαθαν είναι να παπαγαλίζουν; Γι’ αυτά τα παιδιά που έχουν άλλα χαρίσματα και δυνατότητες, αλλά δυσκολεύονται στα μαθήματα, χρειάζεται να εγκύψει η πολιτεία και οι εκπαιδευτικοί με αγάπη, ανεκτικότητα και επιείκεια, για να τα βοηθήσουμε όλοι να βρουν τον δρόμο τους.
Όμως, ούτε και οι λεγόμενοι "άριστοι" μαθητές σήμερα, μέσα στον πληθωρισμό της αριστείας, δεν έχουν τέτοιες ικανότητες, αφού κανένας σε τούτη τη νήσο των αγίων, εκτός από κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις, δεν ασχολείται με την ελληνική γλώσσα, για να μην αναφέρω την υποτίμηση που υφίσταται από την ξενομανία, τον νεοπλουτισμό και τον αρχοντοχωριατισμό μας.
Χρειάζεται ως κοινωνία και ως εκπαίδευση να «ανακρούσουμε πρύμναν». Τέρμα οι ψευδαισθήσεις. Φταίμε όλοι. Καθηγητές, γονείς, φροντιστές, και τελευταία τα παιδιά. Θέλουμε να αναπτύξουμε κριτική σκέψη, συνδυαστική σκέψη, ικανότητα εμπεριστατωμένης επιχειρηματολογίας, όπως αυτά που διατυμπανίζουμε ως στόχους της εκπαίδευσής μας; Τέρμα η παπαγαλία. Να μπαίνουν θέματα που να μην είναι δυνατόν να προβλεφθούν, για να φαίνεται η πραγματική αξία του καθενός, και όχι η ικανότητά του στη στείρα απομνημόνευση.
Αυτό θα μου πείτε μοιάζει με επανάσταση. Ποιος επιθυμεί την aλλαγή του status quo, όταν , μάλιστα συνδέεται και με μεγάλα συμφέροντα; Οι μεγάλοι φροντιστές που αλιεύουν τα θύματά τους, υποσχόμενοι ότι ξέρουν τα θέματα, και τα δίνουν όλα έτοιμα, γιατί δεν υπάρχει χρόνος, ικανότητα και δύναμη για να τα διδάξουν και να τα μεταδώσουν; Οι μαθητές και οι γονείς τους που προτιμούν να αφιερώνουν χρόνο για τα μαθήματα της Τεχνοκρατικής Εκπαίδευσης, και θεωρούν χάσιμο χρόνο την ενασχόληση με τη γλώσσα, γι’ αυτό βολεύονται με τη νοοτροπία της «ήσσονος προσπάθειας», της έτοιμης τροφής;
Επιλογικά, χρειάζεται επειγόντως να εφαρμοστεί η εισήγηση του κ.Καδή για χωρισμό των Παγκυπρίων από τις Εισαγωγικές εξετάσεις για να μη θυματοποιούνται οι πιο πολλοί μαθητές. Στις Παγκύπριες τα θέματα να είναι βατά για να ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τις ικανότητες όλων των παιδιών, ενώ στις Προεισαγωγικές να μπαίνουν θέματα υψηλότερου επιπέδου, ούτως ώστε όσοι θέλουν να περάσουν σε δύσκολες σχολές να αποδεικνύουν την πραγματική τους αξία και τις δικές τους ικανότητες.





Τρίτη 28 Απριλίου 2015

Lisa Genova
Κάθε στιγμή μετράει (Still Alice)
Λιβάνης, 2015
Μετ.
Χρήστος Καψάλης

Μόλις τελείωσα ένα υπέροχα συγκινητικό μυθιστόρημα, ένα βιβλίο-άγγιγμα καρδιάς, ένα βιβλίο που τρέχεις να το τελειώσεις, γιατί συμπάσχεις με την ηρωίδα του. Ένα βιβλίο στο οποίο συντελείται μια πραγματική μέθεξη ψυχής.
Αναντίρρητα, διαβάζοντας αυτό το μυθιστόρημα της Λίζας Τζενόβα, που είναι κάτοχος διδακτορικού στη νευροεπιστήμη από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο, μιλώντας για τη νόσο Αλτσχάιμερ, τις τραυματικές εγκεφαλικές κακώσεις και τον αυτισμό, δεν μπορείς να μην βιώσεις την ενσυναίσθηση, να μη βάλεις τον εαυτό σου στη θέση της ηρωίδας, της Άλις, και να αναρωτηθείς για τούτη την ασθένεια που λέγεται Αλτσχάιμερ, αυτό το εκφυλιστικό τέρας που διαλύει τις αναμνήσεις και την ύπαρξη του ανθρώπου. Παρά τους ιατρικούς όρους, όμως, το μυθιστόρημα δεν είναι  καθόλου βαρετό.
Η Άλις είναι μια πετυχημένη, δραστήρια επιστήμονας, πολύ ευφυής, με φοβερές κοινωνικές δεξιότητες. Είναι μια εξαίρετη καθηγήτρια Γνωστικής Ψυχολογίας στο Χάρβαρντ καθώς και γλωσσολόγος που μελετά τους μηχανισμούς της γλώσσας, και είναι παντρεμένη με τον Τζον, έναν εξίσου καταξιωμένο επιστήμονα βιολόγο, με τον οποίο έχουν τρία παιδιά, δυο κόρες και έναν γιο. Η μεγαλύτερη κόρη είναι νομικός, ο γιος γιατρός και η μικρότερη κόρη θέλει να γίνει ηθοποιός. Ζουν μια ευτυχισμένη ζωή, με μόνο μελανό σημείο το γεγονός ότι η μικρή κόρη τους αρνείται να πάει στο Πανεπιστήμιο, πράγμα που δυσαρεστεί την ακαδημαϊκό μητέρα της και προκαλεί κάποια δυσαρμονία στη σχέση τους.
Κι ενώ η ζωή της είναι τόσο γεμάτη και συναρπαστική, με συνέδρια, διαλέξεις, σεμινάρια σε όλο τον κόσμο, με φοιτητές που θαυμάζουν την εμπνευσμένη και χαρισματική καθηγήτριά τους που καθηλώνει όπου βρεθεί το ακροατήριό της με τις επικοινωνιακές δεξιότητες, τις γνώσεις και την ευγλωττία της, στα πενήντα της πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία η ανακοίνωση του γιατρού της ότι πάσχει από τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Γκρεμίζεται όλος ο κόσμος της.
Ασφαλώς, προϋπήρχαν κάποιες ενδείξεις απώλειας της μνήμης της, αλλά με την ευστροφία της κατάφερε να μην κινήσει υποψίες, ακόμα και στους δικούς της ανθρώπους. Ούτε η ίδια ανησύχησε ιδιαίτερα, όταν ξέχασε πού έβαλε τον φορτιστή της, ή όταν ξεχνούσε κάποια λέξη στις διαλέξεις της, γιατί το απέδιδε στην κούραση.
Μια μέρα, όμως, έχασε τον προσανατολισμό της. Για κάποια λεπτά δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς να πάει στο σπίτι της, σε μια διαδρομή που την έκανε για χρόνια, αφού καθημερινά έτρεχε οκτώ χιλιόμετρα. Από τη στιγμή της διάγνωσης αρχίζει η οδύσσεια και για κείνην και για την οικογένειά της. Παρακολουθούμε τα συμπτώματα της ασθένειας, την πορεία της, τα φάρμακα, τις αντιδράσεις της, τη συναισθηματική φόρτισή της.
Η ίδια η Άλις ξέρει ότι η αρρώστια της δεν έχει γιατρειά. Πιο πολύ, όμως, την ανησυχεί η κληρονομικότητα. Τα τρία παιδιά της έχουν πιθανότητα 50% να αναπτύξουν την ασθένεια. Τελικά, το μεταλλαγμένο γονίδιο το είχε η μεγάλη κόρη, η Άννα που είναι παντρεμένη.
«Μη στεναχωριέσαι, μαμά. Το είπες και μόνη σου, θα βρουν κάποια προληπτική θεραπεία», είπε η Άννα.
Η Άλις θα προτιμούσε χίλιες φορές να είχε καρκίνο, γιατί οι ασθενείς δεν χάνουν την αξιοπρέπειά τους, όπως με το Αλτσχάιμερ.
«Χίλιες φορές καλύτερα να είχε καρκίνο. Θα αντάλλαζε το Αλτσχάιμερ με τον καρκίνο χωρίς δεύτερη σκέψη», σκέφτεται και συγχρόνως ντρέπεται που κάνει αυτή τη σκέψη. 
«Η νόσος Αλτσχάιμερ, όμως, ήταν ένα ολότελα διαφορετικό θηρίο. Κανένα όπλο δεν ήταν ικανό να το σκοτώσει… Ο Τζων εξακολουθούσε να αναζητά περιπτώσεις φαρμάκων που βρίσκονταν στο στάδιο των κλινικών δοκιμών, όμως η Άλις αμφέβαλλε κατά πόσο κάποιο απ’ αυτά θα ήταν έτοιμο και ικανό να επιδράσει ουσιαστικά στην περίπτωσή της… Αυτή τη στιγμή όλοι όσοι νοσούσαν από Αλτσχάιμερ βρίσκονταν αντιμέτωποι με την ίδια κατάληξη, είτε ήταν ογδόντα δύο είτε πενήντα χρονών, ένοικοι του Μάουντ Όμπερν Μάνορ ή καθηγήτριες ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Η πυρκαγιά κατέτρωγε τα πάντα. Κανείς δεν έβγαινε ζωντανός».
Σιγά-σιγά εμφανίζονται διαδοχικά όλα τα συμπτώματα της ασθένειας. Όμως, πριν χαθούν όλα, όταν υπάρχουν ακόμη διαλείμματα διαύγειας, καταφέρνει και μιλά ενώπιον ακροατηρίου για την ασθένειά της. Σε μια πολύ φορτισμένη συναισθηματικά ατμόσφαιρα, εξηγεί πώς αισθάνονται οι ασθενείς με Αλτσχάιμερ:
«Εμείς, οι άνθρωποι που βρισκόμαστε στα πρώτα στάδια του Αλτσχάιμερ, δεν είμαστε ακόμα ολότελα ανήμποροι. Δεν έχουμε απολέσει την ικανότητα να μιλάμε ή να διαμορφώνουμε απόψεις με σημασία, ούτε στερούμαστε παρατεταμένες περιόδους διαύγειας. Κι όμως δεν είμαστε αρκετά ικανοί ώστε να συνεχίσουμε να επωμιζόμαστε τις απαιτήσεις και τις ευθύνες της προηγούμενης ζωής μας. Αισθανόμαστε ότι δε βρισκόμαστε ούτε στη μια ούτε στην άλλη πλευρά, θυμίζοντας ίσως χαρακτήρες ενός παραμυθιού που διαδραματίζεται σε κάποια αλλόκοτη χώρα. Είναι ένας τόπος όπου κυριαρχούν η μοναξιά και ο εκνευρισμός". Και καταλήγει μ' ένα εξαιρετικό επίλογο:
"Το χθες εξαφανίζεται και το αύριο είναι αβέβαιο, οπότε για ποιο λόγο συνεχίζω να ζω; Ζω για την κάθε ημέρα. Ζω για την κάθε στιγμή. Κάποια στιγμή, σύντομα, θα ξεχάσω ότι εμφανίστηκα μπροστά σας και έδωσα αυτή την ομιλία. Όμως το γεγονός πως αύριο θα ξεχάσω κάποια πράγματα δε σημαίνει πως δεν έζησα κάθε δευτερόλεπτο του σήμερα. Θα ξεχάσω το σήμερα, όμως αυτό δε σημαίνει ότι το σήμερα δεν είχε σημασία».
Κάποια στιγμή δεν μπορεί να ανοίξει ούτε τον υπολογιστή της.
Από ένα σημείο και μετά, στα δύο χρόνια που περιγράφεται η ζωή της στο βιβλίο, από τον Σεπτέμβριο του 2003 ως τον Σεπτέμβριο του 2005,  δεν ξεχωρίζει ούτε τα παιδιά της ούτε τον άντρα της. Χαίρεται πολύ, όταν αγκαλιάζει τα εγγονάκια της, τα δίδυμα της μεγάλης της κόρης Άννας.
Σε κάποιο διάλειμμα διαύγειας που έχει, συμβουλεύει τη μικρή της κόρη να ακολουθήσει τον δρόμο που εκείνη θέλει, κι εκείνη της ανακοινώνει ότι θα σπουδάσει υποκριτική τέχνη σε ένα Πανεπιστήμιο κοντά στο σπίτι τους. Παρόλο που η ίδια η Άλις δεν καταλαβαίνει ότι είναι η κόρη της, τουλάχιστον ικανοποιείται η μεγάλη επιθυμία της να δει την κόρη της να φοιτά σε Πανεπιστήμιο.
Κάποια στιγμή, βάλθηκε να φυλλομετρά ένα χοντρό βιβλίο που βρήκε σε ένα τραπεζάκι. Δεν καταλάβαινε τίποτα.
«Νομίζω πως το έχω ξαναδιαβάσει αυτό το βιβλίο», είπε στον άντρα της.
Ο άντρας γύρισε και κοίταξε το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια της, ύστερα κοίταξε την ίδια.
«Δεν το έχεις διαβάσει απλά. Εσύ το  έγραψες. Μαζί το γράψαμε αυτό το βιβλίο, εσύ κι εγώ»…
«Τζων», είπε.
«Ναι».
Άφησε κάτω το βιβλίο του και κάθισε με την πλάτη ολόισια στην άκρη της μεγάλης, λευκής πολυθρόνας του.
«Έγραψα αυτό το βιβλίο μαζί σου», είπε η «Αλις.
«Ναι».
«Το θυμάμαι. Σε θυμάμαι. Θυμάμαι πως κάποτε ήμουν πολύ έξυπνη».
«Πράγματι, ήσουν, ήσουν ο εξυπνότερος άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου».
Αυτό το βιβλίο με το γυαλιστερό μπλε εξώφυλλο αντιπροσώπευε σε μεγάλο βαθμό αυτό που ήταν κάποτε η Άλις».
Κι εδώ, εμφανίζεται ένα έξυπνο τέχνασμα της συγγραφέως που είναι ο παντογνώστης αφηγητής. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση δίνει τη θέση της στην πρωτοπρόσωπη. Παρεμβαίνει η ίδια η Άλις με τις σκέψεις της, όπως και πριν από λίγο που βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη και βλέπει μια άσχημη γριά.
«Δεν είμαι εγώ αυτή. Τι έπαθε το πρόσωπό μου;».
Έτσι, και στη θέα του βιβλίου της, αρχίζουν οι σκέψεις να την πολιορκούν, μόνο που δεν μπορεί να τις εκφράσει.
«Παλιά ήξερα πώς χειρίζεται τη γλώσσα ο ανθρώπινος νους και μπορούσα να διατυπώνω όσα ήξερα. Παλιά ήμουν ένας άνθρωπος που ήξερε πολλά πράγματα. Τώρα πια κανείς δε ζητάει τη γνώμη μου ή τη συμβουλή μου. Μου λείπει αυτό. Παλιά ήμουν φιλομαθής, ανεξάρτητη και σίγουρη για τον εαυτό μου. Μου λείπει η σιγουριά για κάποια πράγματα. Δεν μπορείς να ησυχάσεις, όταν αισθάνεσαι συνέχεια αβεβαιότητα για τα πάντα. Μου λείπει το να κάνω κάποια πράγματα άνετα. Μου λείπει το να συμμετέχω σε όσα συμβαίνουν. Μου λείπει η αίσθηση ότι με θέλουν οι άλλοι. Μου λείπουν η ζωή μου και η οικογένειά μου. Αγαπούσα τη ζωή και την οικογένειά μου».
Ήθελε να πει αυτά κι άλλα πολλά στον άντρα της, αλλά δεν μπορούσε. Το μόνο που κατάφερε ήταν:
«Μου λείπει ο εαυτός μου».
«Κι εμένα μου λείπεις, Άλι, πάρα πολύ».
«Ποτέ δεν είχα σκοπό να καταλήξω έτσι».
«Το ξέρω».
Το τέλος του λυρικού μυθιστορήματος «Κάθε Στιγμή Μετράει» της Λίζας Τζενόβα, μας αφήνει μια γλυκιά γεύση, καθώς η Άλις ζει πλημμυρισμένη από την αγάπη των δικών της που τη φροντίζουν με τη βοήθεια μιας νοσοκόμας. Νιώθουμε ότι είναι ένα αισιόδοξο τέλος, αφού αποπνέει πολλή αγάπη, δόσιμο, στέρεους οικογενειακούς δεσμούς.
Ένα μυθιστόρημα για τη ζωή και τις περιπέτειές της, τα αναπάντεχά της, τις δοκιμασίες της. Είναι ένα πολύ όμορφο μυθιστόρημα που μας ευαισθητοποιεί για αυτή την ασθένεια, και αξίζει να το διαβάσουν όλοι!