Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

"Διχασμένη Αγάπη"

Όμηρος Αβρααμίδης
«Διχασμένη Αγάπη»                      
Διόπτρα, 2013
Μόλις τέλειωσα το μυθιστόρημα του Όμηρου Αβρααμίδη «Διχασμένη Αγάπη». Το αγόρασα, γιατί γνώρισα τον συγγραφέα σε μια επίσκεψή του στην Κύπρο, όταν παρουσίαζε ένα άλλο μυθιστόρημά του. Από τότε, νιώθω την ανάγκη να διαβάζω τα γραπτά του, γιατί είναι ένας πολύ ευπρεπής άνθρωπος, με σεμνότητα, ευγένεια και ήθος, και μου αρέσει ο τρόπος γραφής του.

Μου άρεσε, ομολογώ το νέο του μυθιστόρημα, διαβάζεται πολύ εύκολα, παρόλο που είναι μια αλυσίδα από κακοτυχίες και αναποδιές, σκαμπανεβάσματα της μοίρας, που μας φέρνουν στον νου τον μεγάλο Σκιαθίτη και τη ρήση του: «Σαν να’χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου». Στο τέλος, βέβαια, έρχεται η κάθαρση, με την εξομάλυνση των σχέσεων των ηρώων.

Ο συγγραφέας, ακολουθώντας μια ευθύγραμμη πορεία, παρακολουθεί τη ζωή της κεντρικής του ηρωίδας, της Ελπίδας, μιας κοπέλας από την Κρήτη, μοναχοκόρης ενός δασκάλου και μιας νοικοκυράς, που ερωτεύεται πλατωνικά τον νεαρό καθηγητή των Μαθηματικών της, κι αποφασίζει να γίνει καθηγήτρια κι αυτή. Στην Αθήνα, στη Φιλοσοφική Σχολή, θα γνωρίσει έναν φοιτητή της φιλολογίας, τον Παύλο, από μια αγροτική οικογένεια της Καρδίτσας, θα ζήσουν έναν παθιασμένο έρωτα, και θα μείνει έγκυος. Παρά τις αρχικές αντιδράσεις των οικογενειών τους, θα παντρευτούν, θα πάρουν τα πτυχία τους, και θα διοριστούν στα Χανιά, έχοντας μαζί τους τον γιο τους, τον Αντρέα.

Όμως, μοίρα κακή τούς φθόνησε, γιατί ο Αντρέας συγκαταλέγεται ανάμεσα στα θύματα του πολύκροτου ναυαγίου του επιβατηγού-οχηματαγωγού «Ηράκλειον» που βυθίστηκε στη βραχονησίδα Φαλκονέρα, 23 ν.μ. βορειοδυτικά της Μήλου, τα χαράματα της 7ης  Δεκεμβρίου του 1966, ταξιδεύοντας από τη Σούδα στον Πειραιά.

Μαύρισε η ζωή της Ελπίδας, αλλά είχε τους γονείς της που της συμπαραστάθηκαν, προσπαθώντας να πνίξουν τον δικό τους πόνο για να απαλύνουν τον δικό της και να της δώσουν κουράγιο. Σε εννιά μήνες από τον άδικο χαμό του άντρα που αγαπούσε, η Ελπίδα, βρίσκει και υιοθετεί ένα ορφανό παιδί του ναυαγίου, τον Μιχάλη, λίγο μικρότερο από τον Αντρέα της, κι έτσι τα δυο παιδιά μεγαλώνουν σαν αδέλφια, πολύ αγαπημένα.

Σιγά-σιγά η Ελπίδα ξαναβρίσκει τον εαυτό της, και ξαφνικά και αναπάντεχα στο σχολείο της διορίζεται ο παλιός της έρωτας, ο Πέτρος, που τον εγκατέλειψε η γυναίκα του και ζούσε με το κοριτσάκι του, τη Λεία. Μετά από ένα χρόνο, θα της εκμυστηρευτεί τον έρωτά του, και μια μέρα θα της προτείνει να παντρευτούν.

Δεν ήταν τυχερό τους, όμως, γιατί ο Πέτρος, γυρνώντας στο σπίτι του, έπαθε έμφραγμα, βλέποντας την κόρη του σε άσεμνη στάση με τον υιοθετημένο γιο της Ελπίδας, τον Μιχάλη. Τα παιδιά σοκαρίστηκαν, κι ένιωθαν υπεύθυνοι για τον θάνατό του. Τους πνίγουν οι τύψεις. Η Ελπίδα, βέβαια, δεν ξέρει τίποτα.

Η Λεία μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα της, θα πάει να ζήσει στο Ηράκλειο με τους παππούδες της, κι όταν πέθανε κι ο παππούς, θα μείνει με τη γιαγιά στη θεία της, την αδελφή του μπαμπά της. Ο θείος της, για το δικό του συμφέρον, θέλει να την παντρέψει με έναν πλούσιο, μεγαλύτερό της άντρα, ενώ αυτή θέλει να πάει στην Αθήνα, όπου ήδη έχουν πάει για σπουδές τα δυο αδέλφια, οι γιοι της Ελπίδας, που είναι κι οι δυο ερωτευμένοι μαζί της.

Μόλις, όμως, ο Μιχάλης εκμυστηρεύεται το μυστικό του στον αδελφό του, ο Αντρέας θα καταπνίξει για χάρη του αδελφού του, τα αισθήματά του, και στο τέλος, θα πέσει από μια σφαίρα που έριξε ο θείος της Λείας, όταν έμαθε τυχαία από ένα γράμμα τον έρωτα της ανιψιάς του με τον Μιχάλη.
Η Ελπίδα, σ’ αυτή την τρίτη αναποδιά της μοίρας, ράκος πια, θεωρεί υπεύθυνους για τον θάνατο του Αντρέα, τον Μιχάλη και τη Λεία.

«Και τότε, για πρώτη φορά στη ζωή της, ένιωσε να κυριεύεται από ασίγαστο μίσος. Μίσος για τον θετό της γιο και την αγαπημένη του που έγιναν η αιτία για τον θάνατο δυο ανθρώπων που αγαπούσε. Οργή γι’ αυτή την αγάπη που σκορπούσε γύρω της τον θάνατο. Θυμό με τον εαυτό της που κάποτε υιοθέτησε ένα παιδί που μόνο καταστροφή έφερε στο σπίτι της».

Τους διώχνει κακήν κακώς:

«Φύγετε από μπροστά μου και να μη σας ξαναδώ στα μάτια μου. Δεν θέλω να σας ξαναδώ στα μάτια μου»

 Στη συνέχεια, αυτοί θα ζήσουν αυτοεξόριστοι για είκοσι χρόνια στην Αγγλία με τις τύψεις τους, μέχρι που ο χρόνος που απαλύνει τις πληγές, και η καλύτερη φίλη της Ελπίδας, η Μαρίνα, συνάδελφός της, θα τους συμφιλιώσει. Το έπαθλο της συμφιλίωσης ο εγγονός της, ο μικρός Ανδρέας.

Ο συγγραφέας-παντογνώστης αφηγητής διεισδύει στην ψυχή των ηρώων του και μας αποκαλύπτει τις μύχιες σκέψεις, τους φόβους, τις αγωνίες, τα βάρη που κουβαλούν, τα μυστικά τους. Την αφήγηση του συγγραφέα που προχωρεί με πολύ γοργό ρυθμό από τη μια φάση της ζωής των ηρώων του στην άλλη, διακόπτουν ζωντανοί, έντονοι και ρεαλιστικοί διάλογοι που δίνονται από τον συγγραφέα με πολλή παραστατικότητα.
Η υπόθεση του μυθιστορήματος αυτού που χωρίζεται σε εννέα κεφάλαια και έναν επίλογο, δίνεται σε διακόσιες περίπου σελίδες(198). Μέγα προτέρημα, αν σκεφτούμε ότι σήμερα σαν να πουλούν τα βιβλία με το κιλό. Γλυκό και τρυφερό το εξώφυλλο του βιβλίου, αφού το θέμα του είναι ο έρωτας και ο θάνατος.
Ταυτόχρονα, διαζωγραφίζεται και η ζωή στην Κρήτη, με τις δικές της αξίες και τους δικούς της άγραφους νόμους, με τις ανθρώπινες αδυναμίες, αλλά και η φοιτητική ζωή στην Αθήνα εκείνα τα χρόνια, όταν υπήρχαν πολλές ελλείψεις, αλλά ο φοιτητόκοσμος διασκέδαζε με τον τρόπο του.

Το ναυάγιο του επιβατικού πλοίου «Ηράκλειον», μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες στην Ελλάδα των τελευταίων χρόνων, τέμνει κάθετα τη ζωή της κεντρικής ηρωίδας, αφού την ανατρέπει άρδην, τη χαράζει ανεπανόρθωτα, και ουσιαστικά την καταστρέφει. Είναι η περιπέτεια με την αριστοτελική έννοια του όρου, η στροφή των πραγμάτων στο εναντίον. Σαν ένας ανεμοστρόβιλος σάρωσε τα πάντα στο διάβα του.

Ο πολυδιαβασμένος συμπατριώτης μας συγγραφέας, έχοντας σπουδές στην ελληνική και γαλλική φιλολογία, με μεταπτυχιακό στη γλωσσολογία στη Σορβόνη,  μετά την εισβολή ζει στην Αθήνα και ασχολείται με τον χώρο του βιβλίου. Η «διχασμένη Αγάπη είναι το δέκατο τέταρτο βιβλίο του.


Επιλογικά, ο Όμηρος Αβρααμίδης, στο τέλος του μυθιστορήματός του, που διαρκεί κάποιες δεκαετίες, ξεκινώντας από το 1956, όταν ακόμη οι άνθρωποι στην Ελλάδα δεν είχαν τηλέφωνα και αντάλλασσαν επιστολές, κάποιες από τις οποίες μας παραθέσει αυτούσιες, μας υποβάλλει την έννοια της συγχώρεσης, πλάι στις έννοιες της αγάπης, της ανιδιοτελούς προσφοράς, του δοσίματος και της φιλίας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου