Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Ο Παππούς Παναής από τη Λύση

Το παρόν κείμενο το έγραψα και το δημοσίευσα στις 30 Δεκεμβρίου του 1993, τέσσερα χρόνια μετά την αποδημία του παππού μας. Του παππού Παναή από τη Λύση, του κοσμοκαλόγερου, που δεν ιερώθηκε, αλλά έμεινε λαϊκός και υπηρετούσε στη Λύση τον ναό της Παναγίας. Τον γνώρισα στην προσφυγιά μας στη Λάρνακα, τον αγάπησα, βίωσα τα χαρίσματα της ψυχής του. Πιστεύω ότι θα αγίασε.

Το ξαναδημοσιεύω τώρα, μια που τότε δεν είχαμε ιστολόγια.

«Ζωή σημαίνει ήλιο και νερό.
Αγάπη είναι προσφορά «άνευ όρων».
Πίστη μια αναμμένη λαμπάδα στην καρδιά
κι ελεύθερος ο άνθρωπος που μόνος του διαλέγει
πώς ν’ αγαπά, να ζει και να πιστεύει
χωρίς προσχήματα κι ενδοιασμούς».
Κλ. Αγγελίδου
Μα είναι δυνατόν να πέρασαν κιόλας τέσσερα χρόνια από τη μέρα που ο παππούς ο Παναής, ο παππούς ο δικός μας, μακαρίστηκε και μας άφησε σε πνευματική ορφάνια, χωρίς το φως που ακτινοβολούσε στο πρόσωπό του, το φως της Αιώνιας Αλήθειας, το φως της Δικαιοσύνης, το φως της Αγιότητας, το φως της Ωραιότητας;

«Και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Κατά Ιωάννην 1,5)

Γιατί μόνο ο άνθρωπος που αγίασε κατά χάριν Θεού μπορεί ν’ αγιάζει και τους άλλους. Μόνο όποιος έγινε ο ίδιος φως, μπορεί να φωτίζει τους άλλους.
Κι όλοι εμείς, που οι ψυχές μας ξαπόστασαν στην όαση του σπιτιού του, όλοι εμείς που η λάμψη της αγιότητάς του καταύγασε το είναι μας, που μεθύσαμε από το άρωμα της ψυχής του, όλοι εμείς τα πνευματικά του παιδιά θα τον ευγνωμονούμε και θα τον θυμόμαστε σ’ όλη μας τη ζωή. Τι κι αν δεν είχε δικά του παιδιά; Εμείς όλοι είμαστε παιδιά του.

Αναντίρρητα, κοντά στον παππού Παναή βιώσαμε τη Χάρη του Θεού. Ο παππούς Παναής μάς έμαθε ότι ο Χριστός είναι χαρά, γλυκύτητα, καλοσύνη, αγάπη, ταπείνωση, πνευματικός αγώνας, προσφορά προς τον άλλο, τον αδελφό μας. Μας έμαθε, επίσης, με τον δικό του ιδιόμορφο τρόπο των παραβολών ότι μέσα στην Αγάπη του Θεού θα βρούμε το νόημα της ζωής μας, θα σώσουμε την ψυχή μας, βέβαια μέσα από τον δύσκολο και δύσβατο δρόμο της Αρετής.
Τώρα, το σπίτι των παππούδων μας, του παππού Βασίλη και της αδελφής τους της Τρυφωνούς, δεν είναι σαν και πρώτα. Τα δύο αδέλφια του παππού Παναή, όπως και όλοι εμείς νιώθουμε τόσο πολύ την έλλειψή του, αν και η παρουσία του είναι εμφανής, λες και τον βλέπουμε να κάθεται πάντα στην ίδια καρέκλα, ένα κεφαλάκι κάτασπρο, γλυκό κι αγαπημένο, κουλουριασμένος στο πλεκτό του, με τα χέρια πλεγμένα ή σε εγρήγορση να πλέκουν, ή άλλοτε να κρατά ένα βιβλίο να διαβάζει και να μας αναλύει κάποιο χωρίο μ’ εκείνο το αστραφτερό βλέμμα που έβγαζε σπίθες- σπίθες της ομορφιάς του και σπίθες της αγάπης του.

Κάθε φορά που κίναγα για να πάω να τους δω πετάριζε η καρδιά μου κι άνοιγε σε μια γλυκιά προσμονή. Λαχταρούσε να την κανακέψουνε με λόγια αγάπης, ζεστασιάς, να τη σεργιανίσουνε σε κόσμους μαγικούς, παραμυθένιους, μέσα στον κόσμο μας. Εξάλλου, μαζί με τον παππού Παναή γελάσαμε πολύ. Λυτρωτικά. Ήταν ένα γέλιο κάθαρσης της ψυχής από καθετί μικρό. Ένα γέλιο γάργαρο, καθάριο, χορτάτο. Ένα γέλιο που μας έκανε όλους μικρά παιδιά που χαίρονταν.

Αυτή η παπαδιαμάντεια μορφή είχε το χάρισμα να μεταδίδει σ’ όλους μας, με το χιούμορ της , το κέφι, τη ζωντάνια, την καλοσύνη, την πληρότητα. Εμένα, με πείραζε που έλεγα: «μάνα μου».
Τι να πρωτοθυμηθούμε από τον παππού Παναή; Τον καφέ που πίναμε μαζί, τον «τρυφωνίσιμο», τα σισαμένια κουλούρια της ανιψιάς τους της παπαδιάς, το χαλλούμι που έφερνε ο ανεψιός τους ο γιατρός από τα Λεύκαρα, τη δική του εγκράτεια, τη λυσιώτικη φιλοξενία και το ήθος γενικά της Λύσης;

Στον «ηλιακό» του παππού Παναή γνωριστήκαμε με πολλούς φίλους του, κι αμέσως νιώθαμε ότι γνωριζόμαστε χρόνια, είχαμε τον ίδιο παππού, τον ίδιο πνευματικό καθοδηγητή, τον ίδιο στάρετς.
Ο παππούς Παναής μάς έμαθε να αγαπάμε και να βιώνουμε την Ορθοδοξία. Μας έκανε περήφανους για την ελληνορθόδοξη παράδοσή μας. Αν θέλουμε να βρούμε την ταυτότητά μας ως Νεοέλληνες, στο υπόβαθρο της Ορθοδοξίας θα βρούμε τη δημιουργική και συνεκτική εκείνη δύναμη που παρέμεινε αναλλοίωτη και πνευματικά κρυστάλλινη. Πρέπει συνειδητά να στραφούμε προς την Ορθοδοξία και να αναβαπτιστούμε στις αστείρευτες πηγές της. Επιπλέον, επιβάλλεται να έχουμε στην ψυχή μας ως πολύτιμο φυλακτό την εικόνα του παππού Παναή και να ζητούμε τη συνδρομή του στις προσευχές μας.

Αξίζει, ταυτόχρονα, να διαδίδουμε τις ιδέες και τα πιστεύω του και να τον θυμόμαστε πάντα. Ας είναι αιωνία η μνήμη του. Είμαι σίγουρη ότι τώρα θα χαμογελά πλατιά, γλυκά. Ας του ανταποδώσουμε κι εμείς τούτο το χαμόγελο…θα μας κάνει ευτυχισμένους.

Κυρίως, τούτες τις μέρες που το φως της φάτνης φωτίζει τις καρδιές και καταυγάζει τους ουρανούς των συνειδήσεων με την υπόκρουση του ύμνου των αγγέλων: «Επί γης ειρήνη και εν ανθρώποις ευδοκία».
Κυρίως, τούτες τις μέρες που ζούμε στην ατμόσφαιρα του παραμυθιού, στην ατμόσφαιρα του ονείρου. Τούτες τις μέρες χρειαζόμαστε το χαμόγελο του παππού Παναή.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

«Οι καιροί ου μενετοί»

Για τη χρεωκοπία της Ελλάδας μας
Αυτό τον καιρό πολύς κόσμος παρακολουθεί πολιτικές εκπομπές και από ιδιωτικά κανάλια, αλλά κυρίως από την κρατική τηλεόραση της Ελλάδας. Το παραδέχονται και οι συντονιστές των συζητήσεων αυτών ότι αυξήθηκε η τηλεθέασή τους θεαματικά από την ημέρα των εκλογών. Όλοι αγωνιούν για το αύριο. Η οικονομική κρίση δημιούργησε πολλά ψυχολογικά προβλήματα και ανασφάλεια στον κόσμο. Πώς, όμως, έφτασε ως εδώ η Ελλάδα;

Στο παρόν άρθρο δεν σκοπεύω να αναλύσω τις αιτίες της κρίσης, μόνο θα ήθελα να αναφέρω μια προσωπική μου εμπειρία που είχα πριν από είκοσι περίπου χρόνια στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, όταν ήμουν αποσπασμένη στο Γραφείο Δημοσίων Σχέσεων της Υπουργού κ. Κλαίρης Αγγελίδου.

Θυμάμαι τώρα πόση εντύπωση μου έκανε το γεγονός αυτό τότε, αλλά τώρα εξηγούνται κάποιες απορίες μας, γιατί η Ελλάδα μας οδηγείται σε χρεωκοπία. Βεβαίως, αυτό είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, δείχνει όμως το μέγεθος της ευθύνης κάποιων.

Πρόκειται για μια επίσκεψη του τότε Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων της Ελλάδας κ. Γιώργου Παπανδρέου στην Κύπρο. Υποδέχτηκα τον κ. Υπουργό στην είσοδο του Υπουργείου και τον συνόδευσα στο γραφείο της κ. Αγγελίδου. Καταρχάς, ομολογώ, ότι με εξέπληξε πολύ ευχάριστα η ευγένεια, η προσήνεια και η απλότητα του κ. Παπανδρέου. Στη συζήτηση που ακολούθησε, ένιωσα ότι είχαμε μπροστά μας έναν εξαίρετο άνθρωπο, καλοαναθρεμμένο, με ήθος, σεμνότητα και αρχοντιά ψυχής. Μάλιστα, έκανα τη σκέψη ότι η κ. Μαργαρίτα Παπανδρέου έδωσε πολύ καλή αγωγή στα παιδιά της και ενδόμυχα της απένειμα τα εύσημα για τις αρχές που τους μεταλαμπάδευσε. Όλα αυτά, βέβαια, αφορούν στο ανθρώπινο πεδίο.

Από την άλλη, όμως, μου έκανε αλγεινή εντύπωση, και με παραξένεψε, η πολυπληθής συνοδεία του κ. Παπανδρέου. Η κ. Αγγελίδου συνήθως ταξίδευε μόνη της, χωρίς κουστωδία. Νομίζω ότι αυτή η περίπτωση αποδεικνύει μια νοοτροπία που οδήγησε σε κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος. Αυτές οι υπέρογκες κρατικές δαπάνες ήταν ανεπίτρεπτες. Δεν υπήρχε κανένας έλεγχος; Τι χρειάζονταν όλοι αυτοί οι σύμβουλοι να έλθουν ταξιδάκι αναψυχής στην Κύπρο δωρεάν; Φαντάζομαι ότι αυτή την τακτική ακολουθούσαν και για μακρινά, πολυέξοδα ταξίδια.

Νιώθω, ειλικρινά, ότι επικρατούσε η νοοτροπία του «φάτε, να φάμεν», όπως λέμε στην Κύπρο. Φαίνεται ότι από το «Τσοβόλα, δώστα όλα», ξεκίνησε η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος κι έφτασε μέχρι των ημερών μας. Γι’ αυτό, έστω και στο χείλος του γκρεμού, ας γίνει κάποιο νοικοκύρεμα, ας σοβαρευτούν επιτέλους οι ταγοί του έθνους, γιατί «οι καιροί ου μενετοί».

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Π. Παΐσιος: "Θα έχετε κυβέρνηση και θα είναι σαν να μην έχετε"...

"Μετά θα ξεκινήσει ο πόλεμος με τη Τουρκία που θα γίνει Παγκόσμιος..."

"Θα σας δώσουν πολλά λεφτά και μετά θα σας βάλουν δυσβάσταχτους φόρους, αλλά δεν θα προλάβουν να τους πάρουν. Ο κόσμος θα σιχαθεί τους πολιτικούς και θα τους πάρει με τις πέτρες. Θα γίνει κάτι και θα φανεί πως φταίει η Ελλάδα, τότε η Τουρκία θα το εκμεταλλευτεί..." Διαβάστε τις συγκλονιστικές προφητείες του γέροντα Παΐσιου που γίνονται σήμερα πραγματικότητα...

Γέροντας Παΐσιος: «…Θα έχετε κυβέρνηση και θα είναι σα να μην έχετε» «…θα σας δώσουν πολλά λεφτά και μετά θα σας βάλουν δυσβάσταχτους φόρους, αλλά δεν θα προλάβουν να τους πάρουν» «…ο κόσμος θα σιχαθεί τους πολιτικούς και θα τους πάρει με τις πέτρες»… «…θα γίνει κάτι και θα φανεί πως φταίει η Ελλάδα, τότε η Τουρκία θα το εκμεταλλευτεί…»

Πραγματική μαρτυρία προσκυνητή (από βιβλίο «Μαρτυρίες Προσκυνητῶν»):

Ὁ Γέροντας τὸ 1983 στὴ Σουρωτὴ εἶχε ἀναφέρει συγκεκριμένα: «Θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ θὰ ἀνεβαινοκατεβαίνουν κυβερνήσεις, θὰ ἐναλλάσσονται τὰ κόμματα, θὰ ἀνακαλοῦνται διατάγματα, θὰ ψηφίζονται νόμοι καὶ θὰ καταργοῦνται ἄλλοι, καὶ θὰ ἐπικρατεῖ σύγχυση καὶ ταραχή. Τότε, ὅμως, θὰ ἀντιδράσουν λίγοι πιστοὶ Χριστιανοὶ ἀλλὰ καὶ τὸ Κ.Κ.Ε..» (τον ΣΥΡΙΖΑ θα εννοούσε).

Μᾶς ἔκανε πολλὴ ἐντύπωση ἐκεῖνο πού εἶπε γιά τό Κ.Κ.Ε. καὶ γελάσαμε, θυμᾶμαι. Εἶπε, ἐπίσης, ὅτι ἐμεῖς θὰ τὰ βλέπαμε ὅλα αὐτὰ ἐνῶ ἐκεῖνος ὄχι. Και ακολουθούν τα γεγονότα. (βλ. βιβλίο «Μαρτυρίες Προσκυνητῶν», 5η Ἔκδοση, σελ.396-453, γιὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα).

«…Κλείστηκα για βδομάδες ολόκληρες μέσα στην απεραντοσύνη της βιβλιοθήκης της Μονής Βατοπεδίου μελετώντας βυζαντινή λογοτεχνία και άλλα σπάνια αριστουργήματα. Κι εκεί, πρωτοάκουσα απο έναν άλλον παππούλη για έναν γέροντα με χαρακτηριστικά σύγχρονου Αγίου. Του γέροντα Παΐσιου. Οι περισσότεροι μοναχοί, όταν αναφέρονταν σε εκείνον, η μορφή τους άλλαζε απο την ευλάβεια και τον θαυμασμό που ένοιωθαν για κείνον.

Με τον πατέρα Ιωσήφ, η συναναστροφή είχε αρχίσει να γίνεται πραγματικά συναρπαστική. η θεματολογία των ατέρμονων συζητήσεών μας ήταν ασφαλώς η γαλήνια μορφή του Παισίου αφ ενός και τα …γραφόμενά του για τα μελλούμενα. Εκεί πρωτάκουσα για τις ρήσεις του περί Αντιχρίστου, για τις προφητείες του για τα ελληνοτουρκικά και – κυρίως – για τις συμφορές που περίμεναν την Ελλάδα!

Τα λόγια του ήταν σαν ήχος κεραυνού στο μυαλό μου, που κόντευε να εκραγεί κυριολεκτικά!
«Μα πως είναι δυνατόν παππούλη να γίνει μια παγκόσμια δικτατορία με τα σημερινά δεδομένα, όπως λές και όπως έλεγε κι ο Γέροντας Παΐσιος;» ρωτούσα με περισσή απορία, μιας και η στενομυαλιά μου δε με άφηνε να σκεφτώ πιο καθαρά, πιο ξάστερα.

Ο παππούλης χαμογελούσε, με ένα χαμόγελο όλο γαλήνη αλλά και συμπόνια απέναντι σε έναν νεαρό, που επειδή ήξερε πέντε γράμματα παραπάνω, νόμιζε πως μπορούσε και να διυλίσει και τον…κώνωπα.

«Μα δεν καταλαβαίνεις τις προθέσεις του; Δεν θα αναγκάσει ΚΑΝΕΝΑΝ να δεχτεί κανένα σφράγισμα παιδί μου! Τίποτε τρομαχτικό από αυτά που φαντάζεσαι. Θα το κάνει μέσω του ΧΡΗΜΑΤΟΣ. Το χρήμα θα εκλείψει απο τον κόσμο. Τα κράτη όλης της γής θα χρεοκοπήσουν και δεν θα έχουν χρήματα για να ταίσουν τους λαούς τους. Και τότε, οι τράπεζες που είναι όργανά του, θα δώσουν χρήματα στα κράτη και αυτά θα τον προσκυνήσουν ως μεγάλο ευεργέτη. Μέσω της τεχνολογίας θα σκλαβώσει τον κόσμο. Και δεν θα το κάνει με εξαναγκασμό. Εσύ μόνος σου θα πας να σκλαβωθείς. Θα πάρεις τις διάφορες τραπεζικές κάρτες για να κάνεις – υποτίθεται – τη δουλειά σου, ενώ θα κάνεις αυτό που θέλει αυτός. Θα σκλαβωθείς μόνος σου, για να εξακολουθείς να απολαμβάνεις τη ζωή που έχεις τώρα. Κατάλαβες;»

Ολα αυτά μου φαινόταν τρομερά υπερβολικά. δηλαδή δεν μπορούσα να κατανοήσω ακόμη το πώς θα μπορούσε κάποιος να σκλαβωθεί με τη …θέλησή του!

«Να πως θα γίνει… Σήμερα μαρκάρει όλα τα τρόφιμα που βλέπεις με το γραμμωτό κώδικα. Αυτός ο γραμμωτός κώδικας, που έχει και τους αριθμούς το ονόματός του, χωράει πολλές πληροφορίες για τα προιόντα. Πού κατασκευάστηκαν, απο ποιόν, απο ποιό κράτος, ποια παρτίδα, όλα όσα αφορούν το προιόν. Το ίδιο θα κάνει και για τον άνθρωπο. Θα τον καταντήσει έναν αριθμό. Εναν μοναδικό αριθμό, που να τον αναγνωρίζουν όλα τα κομπιούτερ της γής. Η Αγία Γραφή μας λέει πως θα «αναγκάσει». Δεν είναι έτσι ακριβώς. Εσένα σε ανάγκασε κανείς να βγάλεις αυτή τη τραπεζική κάρτα που έχεις; Οχι βέβαια! Μόνος σου πήγες και την έβγαλες, επειδή σε διευκολύνει για να βγάζεις τα λεφτά σου απο τη τράπεζα! Απλό δεν είναι; Ε, αυριο-μεθάυριο, αυτό που σου φαίνεται εσένα ως απλοικό, θα είναι αναπόφευκτο. Δεν θα σε υποχρεώνει κανείς να το κάνεις, αλλά αν δεν το κάνεις, δεν θα μπορείς να πάρεις εύκολα τα λεφτά σου, θα χρειάζεσαι μια διαδικασία που μπορεί να κρατήσει και βδομάδες! Γιατί όλα θα είναι αυτοματοποιημένα! Μέσω κομπιούτερ! Δεν θα υπάρχουν χαρτιά παρα μόνον αυτές οι κάρτες. εκεί μέσα θα σε έχουν μαρκάρει. Και μετά σιγά-σιγά, θα τις εξαφανίσουν τις κάρτες με τη δικαιολογία οτι μπορεί κάποιος να σου τις κλέψει και να σηκώσει τα λεφτά σου. Τότε, θα σου βάλουν το μαρκάρισμα στο χέρι σου ή στο μέτωπο. Το κεφάλι σου και το χέρι σου αποκλείεται να στο κλέψουν. Και αυτό θα είναι η ταυτότητά σου, ο αριθμός σου και ο λογαριασμός στην τράπεζά σου. Αυτό θα είναι όμως και το τέλος σου».
Ναί, ήταν ένα σενάριο που μπορούσα να το καταλάβω. Ενα σενάριο που «έστεκε». Αλλά και πάλι μου φάνταζε πολύ μακρινό, πέρα δηλαδή κι απ τον ίδιο ίσως τον 21ο Αιώνα, μιας και προϋπόθετε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις τέτοιες, που θα απαιτούσαν πολλά χρόνια για να αφομοιωθούν από τις κοινωνίες των κρατών. Ενα σενάριο, που δεν έμοιαζε και τόσο σαν επιστημονική ή μεταφυσική φαντασία.

Και για την Ελλάδα;

"Την Ελλάδα παιδί μου την περιμένουν πολλά. Καλά και άσχημα. Οπως έλεγε κι ο μακαριστός γέροντας Παίσιος, η πατρίδα θα πεινάσει… Θα πέσει πείνα στην Ελλάδα, θα την εκβιάζουν για να προσκυνήσει… Εκείνες τις μέρες, θα της βάλουν φόρους τόσο δυσβάχταχτους, που δεν θα μπορεί να τους πληρώσει ο κόσμος… Ο Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός μας λέει οτι θα βάλουν φόρους και στα παράθυρα! Αλλά δε θα προλάβουν να τους πάρουν… Και μετά, το κεφάλαιο θα αποσυρθεί και θα πέσει πείνα στον κόσμο, χειρότερη απο αυτή που ζήσαμε στη Κατοχή… Ο γέροντας Παίσιος μας λέει πως για όλα θα φταίνε οι πολιτικοί και η ασέβεια που έχουν σε όλα (ανατριχιαστικό)… Ο κόσμος θα τους πάρει με τις πέτρες… Θα τους κυνηγάει κι αυτοί θα κρύβονται, γιατί αυτοί θα παραδώσουν τη πατρίδα μας στον Αντίχριστο… Ο κόσμος θα υποφέρει πολλά, αλλά δε θα κρατήσει για πολύ αυτό… Κάποιους μήνες… Μετά θα ξεκινήσει ο πόλεμος με τη Τουρκία που θα γίνει Παγκόσμιος… Και η Ελλάδα θα μεγαλουργήσει! Ολα αυτά θα γίνουν γρήγορα… Θα τα δεί η δική σου γενιά… Γι αυτό να προσεύχεσαι και να ζείς όπως πρέπει, ενάρετα…"

Τον άκουγα αμίλητος, συγκλονισμένος. Μα το μυαλό μου δεν μπορούσε να δεχτεί οτι όλα αυτά που μου έλεγε, θα μπορούσαν να γίνουν γρήγορα, τόσο γρήγορα που η δική μου γενιά θα τα ζούσε κιόλας! Η Ελλάδα ήταν μέλος της Ε.Ε., με ισχυρή οικονομία, παρ όλο που οι – όντως διεφθαρμένοι – πολιτικοί την απομυζούσαν! Πώς ήταν δυνατόν να ζήσει τέτοιες εφιαλτικές στιγμές στα καλά καθούμενα; Θα έπρεπε να μεσολαβήσουν κατακλυσμιαία γεγονότα, ανατροπές που θα θύμιζαν τη ρήση «Θα κατέβει ο ουρανός κάτω και η γή θα ανέβει επάνω»! Μπορούσαν να γίνουν τέτοια πράγματα;

Έφυγα απο το Άγιο Όρος, γεμάτος ερωτηματικά. Μάζεψα ό,τι βιβλίο βρήκα για τον γέροντα Παίσιο και τα ξεσκόνισα στη κυριολεξία! (και το απίστευτο του πράγματος, είναι και το οτι δεν ήμουν ο μόνος που το… έκανε! Ακολούθησε μετά από πολλά χρόνια και η ίδια η CIA την ίδια μέθοδο!)».

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Το πρώτο σκαλί

Το πρώτο σκαλί
13 Μαΐου, 2012 — vatopaidifriend4
Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μιά μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυό χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
και απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ αναιβώ ο δυστυχισμένος».
Ειπ’ ο Θεόκριτος· «Αυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα».

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

ΠΩΣ ΕΙΔΕ Ο ΤΥΠΟΣ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΚΑΡΑΟΛΗ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

-

Αύριο, που θα΄ρθουν οι φωτεινές μέρες

θα πρέπει ν' αναρτήσουμε -οι ζωντανοί

απ' το λαιμό μας στολίδι

δίπλα από το χρυσό σταυρό μας

ένα μικρό ομοίωμα κρεμάλας

Θάναι χρυσό κι αυτό.

Και θα΄χει μια κλωστή θηλειά στην άκρη.

Θα το προσκυνάμε κι αυτό.

Κι όταν ξανακινδυνέψουν τα χώματά μας

θα προσκυνήσουμε το ομοίωμα

και δρασκελώντας την όχθη του φόβου

θα ρίξουμε γροθιά

στα μούτρα του Μήδου.

( Σπ. Παπαγεωργίου)

10 Μαίου 1956! Δυο λεβεντονιοί του νησιού μας κίνησαν για ν'ανταμώσουν την αθανασία. Ένα φως τους παρέσυρε τόσο γλυκά, με μιαν ακατάβλητη έλξη σ' αυτό το ταξίδι τους που γυρισμό δεν έχει. Μπροστά τους μόνο η αγχόνη και το ολόδροσο δέντρο της λευτεριάς, που άνθιζε και θέριευε. Γι΄αυτούς είχε αξία ο θάνατος, γιατί πέθαιναν για την Ελλάδα.

Κι ο δυνάστης το' ξερε καλά, γι΄αυτό έστησε τις αγχόνες, νομίζοντας πως θ' αλυσοδέσει τον ήλιο, πως θα κλείσει το στόμα τους που τραγούδαγε για λευτεριά κι Ελλάδα. Κι όμως, ξέχασε πως τούτη η γη είναι Ελληνική, κι οι Έλληνες ακούνε την καρδιά πιότερο απ' το μυαλό. Για τούτο και τ' αμούστακα παιδιά γίνανε ήρωες και βάψανε με το αίμα τους αυτή τη γη.

Καραολής και Δημητρίου! Οι πρώτοι αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α., που τους χάραξαν το λαιμό με το σκοινί της αγχόνης. Στην πρώτη άνοιξη της νιότης τους, πάγωσε το χαμόγελό τους.

Γλυκιά η ζωή, κι όμως ενσυνείδητα, κάνοντας τη μελέτη του θανάτου, διάλεξαν το «ευ ζην», πιστεύοντας στην αφθαρσία και την αθανασία της ψυχής. Η αιωνιότητα τούς υποδέκτηκε, καθώς δρασκέλιζαν την όχτη της ζωής. Κείνη τη νύκτα την αξημέρωτη, που ζύγιζαν τα χρόνια τους με τις χαρές που ζήσανε, μας μακάριζαν, γιατί μας σκέφτονταν μπροστάρηδες κατάματα στο ήλιο στο μεγάλο πανηγύρι της λευτεριάς.

Κι ο ποιητής Κώστας Μόντης σιγοψιθυρίζει:

«Αδελφέ της αγχόνης

Τι μας έκανε αυτή η νύκτα

Τι μας πήρε και τι μας έδωσε!».

Ήταν Πέμπτη μετά το Πάσχα του 1956. Πάσχα των Ελλήνων αλησμόνητο, αφού αμαυρώθηκε από τη θηριωδία και κηλιδώθηκε από τον σαδισμό εκείνων που ήθελαν να επιδείξουν την πυγμή τους, για να επιβάλουν την τάξη.

Θρασύδειλοι νοσταλγοί της «Πάλαι ποτέ» κοσμοκράτειρας Βρετανικής Αυτοκρατορίας, πίστεψαν πως, οδηγώντας στην αγχόνη δυο λυγερόκορμους νιους, θα ανάγκαζαν τούτο τον υπέροχο λαό να ποδηγετηθεί. Δεν αντιλήφθηκαν ότι το άλυκο αίμα τούτων των Ελλήνων, θα πυροδοτούσε τόσες εκρήξεις λεβεντιάς, αυτοθυσίας, πατριδολατρίας και ιερής τρέλας.

Μιχαλάκης Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου!

Δυο ονόματα τόσο δικά μας και τόσο αγαπημένα! Δυο βλαστάρια του νησιού μας, που μας καθοδηγούν στον δρόμο της τιμής και της λευτεριάς.

ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΡΑΟΛΗΣ

Κάθε φορά που μνημονεύω

«Μιχαήλ Καραολής»,

νιώθω να φτερουγίζουν περιστέρια

στο μουντό ουρανό της Κύπρου

Σκεπάζουν του Μαγιού τα ρόδα

τ' αχνό χαμόγελο του νιού

που βάδισε

κρατώντας δάδα δικαιοσύνης.

Ο Χάροντας έσκυψε το κεφάλι

να διαβεί το παλληκάρι

που΄χε τον ήλιο στα μαλλιά,

τα μάτια αστραφτερά

και το τραγούδι της πατρίδας

στην καρδιά.

Ένας λαός κι η μάνα του

έκλαψαν περήφανοι

για το λεβεντονιό.

Όμως,

Μια βασίλισσα έχασε το θρόνο της τιμής.

Έτσι ύμνησε πριν από λίγα χρόνια, τον Μάιο του 2001, τη θυσία του Μιχαλάκη Καραολή, η αγωνίστρια της Ε.Ο.Κ.Α., ποήτρια Κλαίρη Αγγελίδου.

Ο Μιχαλάκης Καραολής γεννήθηκε στο Παλαιχώρι το 1934. Απόφοιτος της Αγγλικής Σχολής Λευκωσίας, εργαζόταν στο Γραφείο Φόρου Εισοδήματος. Στη σύντομη ζωή του διακρινόταν για την ευαισθησία, τη φιλομάθεια, την ευσέβεια, το ήθος και τον πλούσιο ψυχισμό του. Καταδικάστηκε σε θάνατο στις 28 Οκτωβρίου 1955 για τον φόνο του αστυνομικού Πουλλή, ενός πράκτορα των Άγγλων, άνκαι δεν ήταν αυτός που διέπραξε τον φόνο, αλλά άλλος συναγωνιστής του.Μετά την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου, που βασίστηκε σε Τούρκους μάρτυρες, το Ελληνικό Ραδιόφωνο στις 15 Νοεμβρίου χαρακτήρισε αυτούς τους μάρτυρες ως «ανθρωπόμορφα τέρατα θανάτου», που λόγω της φιλοχρηματίας τους κατηγόρησαν «αυτόν τον σεμνόν νέον».

Γι' αυτό το παλληκάρι, ο ποιητής Κώστας Μόντης έγραψε το πιο κάτω ποίημα:

«Μην πάρετε οποιαδήποτε φωτογραφία του.

Υπάρχει μια όταν ήταν δεκαέξι χρονών

-στα χείλη το χαμόγελο των δεκαέξι χρονών-

Στα μάτια μια πρωινή πόρτα χωριού που άνοιγε.

Υπάρχει στο δωμάτιό του

μια φωτογραφία με την πρώτη του χρωματιστή γραβάτα.

Γύρω τριγύρω μεταξωτό πλαίσιο,

Κεντημένο από την αδελφή.

Αυτή ταιριάζει. Έτσι ήταν ξανά όταν πέθανε,

Αυτό το ίδιο τραγούδι τραγουδούσε

Χωρίς ίχνος ενδιάμεσης αλλαγής

Ούτε καν απ' την αγχόνη».

Ο άλλος ήρωάς μας της 10ης Μαίου του 1956, ο Ανδρέας Δημητρίου, γεννήθηκε στον Άγιο Μάμα Λεμεσού και βρισκόταν σε στρατιωτική βάση στο Βαρώσι. Καταδικάστηκε σε θάνατο στις 30 Ιανουαρίου του 1956, γιατί πυροβόλησε και τραυμάτισε τον Άγγλο έμπορο Σίντνευ Τέιλορ στο Βαρώσι. Τα τελευταία λόγια του Δημητρίου στο δικαστήριο ήταν αυτά:

«Λυπάμαι που δε θα δω την Κύπρο μας ελεύθερη. Όμως, δε με φοβίζει ο θάνατος, γιατί η ζωή είναι περιττή μέσα στη σκλαβιά. Γεια σας».

Μετροφυλλώντας τις εφημερίδες της εποχής, την Ελευθερία, τον Φιλελεύθερο, το Έθνος, τη Χαραυγή, την Κύπρο, το Φως, τις Αγγλικές CYPRUS MAIL, TIMES OF CYPRUS και άλλες, συλλαμβάνουμε την αδημονία του Κυπριακού Ελληνισμού μα και της παγκόσμιας κοινής γνώμης, που ευαισθητοποιήθηκε για την τύχη των δυο μαχητών της λευτεριάς.

Μετά την απόφαση του κυβερνήτη της Κύπρου Σερ Τζων Χάρντιγκ να μη δώσει χάρη στους δυο θανατοποινίτες, οι αντιδράσεις του λαού κορυφώνονται, εκκλήσεις για χάρη και ψηφίσματα συμπαράστασης καταφθάνουν από όλο τον κόσμο.Στην ίδια την Αγγλία επικρίνουν την αποικιακή πολιτική. Η επίσημη θέση της Αγγλικής κυβέρνησης ήταν: «Η ενέργεια του Χάρντιγκ επιδοκιμάζεται, ενώ ταυτόχρονα η Αγγλική κυβέρνηση δηλώνει αδυναμία της να επέμβει στις αποφάσεις του κυβερνήτη της Κύπρου».

Οι αποικιοκράτες στο νησί τρέμουν, φοβούνται αντίποινα, κινητοποιούν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις για προστασία, παίρνουν δρακόντεια μέτρα. Παρόλα αυτά ο κόσμος ελπίζει ότι θα μετατραπεί η ποινή. Ότι οι θύτες δε θα προχωρήσουν στο ανόσιο έργο τους. Ότι ο ανθρωπισμός θα επικρατήσει.

Μα αλίμονο. Ο ίδιος ο Καραολής δήλωσε στη μητέρα του: «Θα εκτελεστώ την Πέμπτη». Όπως είπαν οι συγγενείς του, ο Καραολής, όταν τον επισκέφτηκε η μητέρα του, ήταν ήρεμος και ψύχραιμος και προσπαθούσε να εμψυχώσει τη μητέρα και τις αδελφές του.

Μετά το οιχτρό συμβάν ένα μαύρο πέπλο πένθους, οργής, πόνου, αγανάκτησης, αποφασιστικότητας και συγκίνησης κάλυψε τη μεγαλόνησο. Οι Καραολής και Δημητρίου έγιναν τα παιδιά όλου του Ελληνισμού κι όλες οι μάνες τούς θρήνησαν σαν δικά τους παιδιά.

Πώς άντεξαν οι ηρωομάνες το χαμό των παιδιών τους;

Η μάνα του Καραολή λιποθύμησε και η αδελφή του έμεινε σε αφασία μια μέρα, ενώ οι συγγενείς του Δημητρίου αναλύθηκαν σε «γοερούς θρήνους».

Κείνες τις μέρες τα μάτια της πολιτισμένης ανθρωπότητας ήταν στραμμένα στους δυο αγωνιστές μας. Ενώθηκε ο κόσμος όλος γύρω στο κελί τους. Ένιωθε τους κραδασμούς της ψυχής τους και προσευχόταν για τη σωτηρία τους.
Σ'όλες τις εφημερίδες πουθενά δεν συναντούμε τη λέξη απαγχονισμός αλλά εκτέλεση. Πουθενά δεν αναφέρει ότι τούτα τα παλληκάρια ήταν μαχητές της Ε.Ο.Κ.Α., για ευνόητους λόγους. Τους ονομάζει νεαρούς Κυπρίους.

Την Τετάρτη, 9 Μαίου 1956, οι πηχυαίοι τίτλοι των εφημερίδων αναγγέλλουν το δυσάρεστο γεγονός:

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ: «Ο Κυβερνήτης απέρριψε τας αιτήσεις χάριτος των Μ. Καραολή και Α. Δημητρίου».

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ: «Ο Κυβερνήτης αποφάσισεν όπως εκτελεσθεί η θανατική ποινή των Μιχαήλ Σάββα Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου».

ΧΑΡΑΥΓΗ: «Θα εκτελεστεί ο Καραολής».

ΕΘΝΟΣ: «Η Αίτησις Χάριτος των Καραολή και Δημητρίου απερρίφθη και ούτοι θα εκτελεσθούν αύριον Πέμπτην».

TIMES OF CYPRUS " THE FIRST TWO HANGINGS".

CYPRUS MAIL " THE LAW MUST TAKE ITS COURSE".

H εφημερίδα «ΦΩΣ» της ίδιας μέρας, στην τελευταία ώρα αναφέρει ότι τριάντα εργατικοί βουλευτές, ανάμεσά τους και πρώην υπουργοί έστειλαν τηλεγράφημα από τη Βουλή των Κοινοτήτων προς τον Κυβερνήτη της Κύπρου Σερ Τζων Χάρντιγκ για απονομή χάριτος.

Να τι λέει το τηλεγράφημα:

«Προτρέπομεν όπως ανασταλεί εκτέλεσις Καραολή και Δημητρίου προς πρόληψη μεγαλυτέρας πικρίας...".
Όμως, ο απαγχονισμός των δυο παλληκαριών δεν συγκίνησε μόνο τον Ελληνισμό της Μεγαλονήσου μας αλλά και όλους τους Έλληνες της Οικουμένης. Στην Αθήνα, το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να στήσει ανδριάντες για τους δυο μάρτυρες της κυπριακής ελευθερίας και να μετονομάσει την οδό Λουκιανού, μπροστά από την Αγγλική Πρεσβεία σε οδό Καραολή -Δημητρίου. Επίσης, η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος αποφάσισε να παραχωρήσει συντάξεις εφ' όρου ζωής στις μητέρες των δυο ηρώων.

Στο Μπάρι, τριάντα Έλληνες σπουδαστές έκαναν απεργία πείνας για μια μέρα, και έξω από το Πανεπιστήμιο έβαλαν πινακίδα με την επιγραφή: «Όταν οι Έλληνες έκτιζον τον Παρθενώνα, οι Άγγλοι έζων εντός σπηλαίων».

Όπως φάνηκε από τα δημοσιεύματα, ο τύπος , κυπριακός και ξένος, έδωσε μεγάλη κάλυψη στο γεγονός του απαγχονισμού των δυο πρώτων παλληκαριών της Ε.Ο.Κ.Α. από τους Άγγλους.Τα παλληκάρια αυτά με το χριστιανικό ήθος, γαλουχημένα με την ελληνική παράδοσή μας, έμειναν άκαμπτα και απροσκύνητα. Τα λόγια και οι επιστολές τους είναι μνημεία θάρρους, αλτρουισμού και απέραντης αγάπης για την Ελλάδα και την Κύπρο μας.
Με τον τίτλο «Τελευταία Νύκτα», ο Καραολής γράφει το «κύκνειο άσμα» του:

Έχε γεια γλυκειά πατρίδα

Δουλωμένο μου νησί

Τρανή που΄χεις και μεγάλη

Την αδούλωτη ψυχή


Έχετε γεια λαγκάδια

Κάμποι, βουνά, βρυσούλες

Έχετε γεια Κυπριόπουλα

και σεις Κυπριοπούλες.

Επίσης, την παραμονή της εκτέλεσής του έγραψε το τελευταίο του γράμμα στον θείο του Δαμιανό Καμένο, ένα ιδιαίτερα συγκινητικό κείμενο αποχαιρετισμού:

«Με απόλυτον ψυχικήν γαλήνην σας απευθύνω τον λόγον του υστάτου αποχαιρετισμού, χωρίς όμως να αποκρύπτω την πικρίαν που μου επροκάλεσεν η στέρησις μιας αποχαιρετιστηρίου επισκέψεως εκ μέρους των πλέον στενών τουλάχιστων συγγενών. Ελπίζω ότι όλοι θα κρατήσουν την ψυχραιμίαν των και ότι το κουράγιο δε θα λείψει.Αν είναι κάτι που με στεναχωρεί είναι ότι δεν τα κατάφερα να γίνω εκείνο που ήθελα διά τους γέρους γονείς μου και τ' αδέλφια μου. Ας είναι όμως. Ο Θεός ας είναι γι'αυτούς και για όλους σας βοηθός και υπερασπιστής, κραταιός προστάτης και πονετικός πατήρ».

Και καταλήγει η επιστολή:

«Ούτε το θάρρος, ούτε οι ελπίδες μας εγκαταλείπουν, η δε ψυχική μου γαλήνη είναι ακμαιοτάτη. Χαίρετε, λοιπόν, και είθε ο Πανάγαθος Θεός να χαρίσει εις όλους σας κάθε ευτυχίαν.

Σε φιλώ και πάλιν θερμά

Μιχαλάκης»



Ο Ανδρέας Δημητρίου, ως μελλοθάνατος έζησε μαρτυρικές στιγμές μαζί με τον Καραολή. Γι'αυτό έγραψε στον Άγγλο διοικητή των κεντρικών φυλακών, ανακοινώνοντάς του την απαράδεκτη στάση των στρατιωτών:

«Διά της παρούσης έρχομαι να σας πληροφορήσω ότι από δυο νύκτες τώρα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ και δυο ημέρας δεν μπόρεσα να φέρω τον νουν μου από τους συνεχείς θορύβους τους οποίους προκαλούν οι στρατιώτες, οι οποίοι το κάνουν επίτηδες υπό την συνεχή υποστήριξιν του λοχία τους».

Τελικά, υποβάλλει τη δραματική έκκληση:

« Επιταχύνετε την εκτέλεσίν μου, για να απαλλαγώ από τις βάρβαρες ενοχλήσεις».

Οι Δημητρίου και Καραολής απαγχονίστηκαν μέσα σε μια κορύφωση διαμαρτυριών κι έναν πρωτοφανή ψυχικό συγκλονισμό, όχι μονάχα του Ελληνισμού αλλά και ολάκερης της φιλελεύθερης ανθρωπότητας για την επονείδιστη, τη βάρβαρη και βάναυση πράξη των Άγγλων αποικιοκρατών.
Γράφει ο μεγάλος Albert Camus για τον Μιχαήλ Καραολή:

«Εδώ και λίγες εβδομάδες η επαναστατημένη Κύπρος έχει αποκτήσει τον ήρωά της στο πρόσωπο του νεαρού Μιχάλη Καραολή, που καταδικάστηκε σε θάνατο με τη μέθοδο απαγχονισμού. Στο ευτυχισμένο αυτό νησί όπου γεννήθηκε η Αφροδίτη, οι άνθρωποι πεθαίνουν σήμερα- και μάλιστα με τρόπο φρικιαστικό. Για μια ακόμη φορά, η ταπεινή διεκδίκηση ενός λαού που παρέμεινε για χρόνια βουβή και αναχαιτίστηκε μόλις θέλησε να εκδηλωθεί, ξεσπά τώρα σε εξέγερση.Τώρα σήμανε η ώρα για τους μάρτυρες που, ακούραστοι όπως και οι κατακτητές, κατορθώνουν να κάνουν γνωστή σ' έναν αδιάφορο κόσμο τη διεκδίκηση ενός λαού που τον ξέχασαν όλοι εκτός απ' τον εαυτό του». Και τελειώνει το κείμενό του με τον τίτλο «Αποδώστε την Κύπρο στον Καραολή» με την πιο κάτω έκκληση:

«Η Βρετανική Κυβέρνηση έχει την ευκαιρία να εξοπλίσει με μια πιθανότητα επιτυχίας τις συζητήσεις που έχουν ήδη αρχίσει, με το να σεβαστεί τη ζωή του νέου καταδίκου».

Τα δυο παλληκάρια μας αντάμωσαν τη λευτεριά. Μέθυσαν τις καρδιές μας με το γλυκό νέκταρ της ψυχής τους. Στα βήματα τα ιερά των δυο αυτών Ελλήνων, π' ανάψανε της λευτεριάς τη δάδα, περπάτησαν μια ατέλιωτη στρατιά αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α., μερικοί από τους οποίους άφησαν τη στερνή πνοή τους στο ίδιο σκοινί της αγχόνης και τάφηκαν στις φυλακές δίπλα στους τάφους των Καραολή και Δημητρίου. Μπροστά μας κάθε 10 του Μάη αιωρούνται οι αγχόνες των ηρωομαρτύρων μας Μιχαλάκη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου, και με σφιγμένη την καρδιά ακολουθούμε τον ποιητή που μας καλεί.
Ελάτε ν΄αναπνεύσουμε λευτεριά

εκεί που άφησαν την τελευταία τους πνοή.

Ελάτε ν' ακουμπήσουμε τη ματιά μας

στο γαλάζιο κομμάτι τ' ουρανού

που προβάλλει απ' το σιδηρόφρακτο παράθυρο,

εκεί που ακουμπήσανε το τελευταίο τους βλέμμα

κι αφήσανε τόσο φως

να πλημμυρίζει τον ουρανό μας.


Πηγές: Οι Εφημερίδες της Εποχής

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Ο παππούς Χατζηφλουρέντζος από τη Μηλιά Αμμοχώστου.

Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου

Αφορμή για το παρόν άρθρο, μου έδωσε μια συνέντευξη του Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου στο ιστολόγιο των φίλων της Μονής Βατοπαιδίου για τον παππού τον Παναή του Ιλαμιού από τη Λύση. Ο παππούς ο Παναής είναι αγαπημένος μου, από τότε που νεαρή καθηγήτρια εργαζόμουν στη Λάρνακα και τον επισκεπτόμαστε στο προσφυγικό του σπιτάκι στους Αγίους Αναργύρους, όπου ζούσε μαζί με τα αδέλφια του, τον παππού Βασίλη και την Τρυφωνού.

Όμως, εκείνο που δεν ήξερα για τον παππού τον Παναή είναι ότι ήταν φίλος με τον παππού Χατζηφλουρέντζο, από τη Μηλιά της Αμμοχώστου, που τον ήξερα από τον καιρό που ήμουν στο Γυμνάσιο Λευκονοίκου. Μιλώντας με τον Άγιο Μόρφου μου είπε ότι έχει γραφτεί βιβλίο για τον Χατζηφλουρέντζο από μαρτυρίες δικών του ανθρώπων, και μου υποσχέθηκε να μου το φέρει. Όμως, ο πόθος μου να διαβάσω γι’ αυτόν τον άνθρωπο ήταν τόσο μεγάλος, που το ίδιο απόγευμα ο πατέρας της γειτόνισσάς μου, μου είπε ότι το έχει σε φωτοτυπία. Την επομένη μου το έφερε και το διάβασα απνευστί.

Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, διαβάζοντας για έναν άγιο άνθρωπο που είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε.. Θυμάμαι ότι ο θεολόγος μας ο κ. Παρασκευάς Παρασκευά τότε, και πατήρ Παρασκευάς σήμερα, μας μιλούσε γι’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο που ερχόταν συχνά με το ποδήλατό του στο Γυμνάσιό μας για να τον δει και να μιλήσει μαζί του για θεολογικά θέματα. Θυμάμαι πόσο απλά ήταν ντυμένος, με ρούχα φτωχικά, σαν ρακένδυτος ζητιάνος έμοιαζε, αλλά η μορφή του ήταν οσιακή, ασκητική, σαν τους ασκητές της ερήμου, έτσι ψηλόλιγνος που ήταν με την ατημέλητη λευκή γενειάδα του και το μαύρο μαντίλι στο κεφάλι. Μόλις τον βλέπαμε, σαν να μας καθήλωνε με την αυστηρότητα της μορφής του.

Θυμάμαι μια σκηνή που εμείς οι μικρές μαθητριούλες της Α΄ή Β΄Γυμνασίου τότε, σχολάγαμε, και έξω από το Γυμνάσιό μας τον συναντήσαμε να έρχεται με το ποδήλατό του σκυφτός και σκεφτικός. «Ώρα καλή», μας είπε, όπως συνήθιζε. Τότε, εμείς, τον χαιρετήσαμε με σεβασμό: «Χαίρετε» του είπαμε, κι εκείνος μας απάντησε με πολλή αγάπη: «Χαίρετε, λένε μόνο στην Παναγία». Φαινόταν να μη νοιάζεται για τον κόσμο τούτο, ότι ήταν δοσμένος στον ουρανό.
Ξέραμε ότι έμενε στο μοναστήρι της Παναγίας της Αυγασίδας, λίγο έξω από το χωριό του. Ξέραμε, επίσης, ότι ήταν ένας άνθρωπος του Θεού που προσευχόταν νυχθημερόν. Ως εδώ. Εξάλλου, τότε δεν ξέραμε για γέροντες, ήμασταν και μικρά κοριτσάκια, δεν πολυκαταλαβαίναμε από τέτοιες καταστάσεις.

Αυτή, λοιπόν, η εικόνα του παππού Χατζηφλουρέντζου, έμεινε καταχωνιασμένη στη μνήμη μου και κάποιες φορές την ανέσυρα, μέχρι τώρα που διάβασα γι’ αυτόν στη συνέντευξη του Πανιερωτάτου, τον οποίο και ευγνωμονώ γι’ αυτή την ευκαιρία να μάθω για έναν άγιο που ζούσε μαζί μας στα χωριά μας, αλλά οι περισσότεροι δεν είχαμε ιδέα για τον θησαυρό που κρυβόταν πίσω από την ατημέλητη εμφάνιση.

Ομολογώ ότι διαβάζοντας γι’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο, που ο κόσμος τον κοροΐδευε, τον ειρωνευόταν και τον έλεγε «τρελό», που τον αντιμετώπιζε περίπου ως γραφικό και θρησκόληπτο, κι ακόμα ίσως ενοχλητικό για πολλούς, συγκλονίστηκα από τα χαρίσματά του που επιμελώς τα απέκρυβε, και κυρίως από την προορατική του δύναμη. Όταν όλοι ανησυχούσαν το 1964 για μια ενδεχόμενη εισβολή της Τουρκίας, αυτός έβλεπε καθαρά ότι οι Τούρκοι θα έρθουν αργότερα κι εμείς θα φύγουμε, ενώ εκείνος θα έμενε. «Θα μαυροφορήσει όλη η Κύπρος και θα γυρεύετε την πιο μικρή σπηλιά, την πιο μικρή τρύπα να τρυπώσετε. Θα γίνει μεγάλο κακό στην Κύπρο. Εσείς θα φύγετε, εγώ όμως θα μείνω».
Σε άλλη περίπτωση τους ανέφερε: «Οι Τούρκοι θα έρθουν, αλλά δεν θα έρθουν τώρα, μετά θα έρθουν και θα πάρουν την Κύπρο τη μισή». Πραγματικά, είχε πληροφορίες πολλές από την Παναγία, όπως πληροφορήθηκε και για τον θάνατό του, στις 10 Οκτωβρίου 1969.

Εκείνο, όμως, που κέρδισα, διαβάζοντας γι’ αυτόν τον όσιο Γέροντα είναι η βεβαιότητα ότι θα επιστρέψουμε πίσω στον τόπο μας, όταν μετανοήσουμε και έρθουμε πιο κοντά στον Θεό. Εξάλλου, το είπε ξεκάθαρα στους δικούς του: «Και τότε θα αφήσετε τα σπίτια σας όπως είναι και θα φύγετε. Θα πέφτετε ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς να πειράζει όμως ο ένας τον άλλον. Μετά ο κόσμος θα αμαρτήσει. Θα αργήσετε λίγο να έρθετε πίσω. Όταν θα έρθετε πίσω, τότε θα είναι τα κλάματά σας. Τότε θα δώσει νόηση στον κόσμο ο Θεός, να καταλάβει τον δρόμο τον ορθό ποιος είναι. Πολλοί Τούρκοι από τα έργα τα καλά, θα γίνουν χριστιανοί. Ο κόσμος θα περπατά με το κεφάλι σκυφτό. Η Κύπρος θα ελευθερωθεί από μόνη της, χωρίς να τη βοηθήσει κανένας».
Σε κάποια άλλη ευκαιρία, τόνισε τα εξής: «Θα έρθει μια ώρα που θα τρέχετε σαν τις καμήλες, θα φοβάστε να κοιτάξετε πίσω σας. Εκεί που θα πάτε, θα νομίζετε πως πήγατε στο πανηγύρι. Ούτε θα πεινάσετε ούτε θα διψάσετε. Πολλά κράτη θα ενδιαφερθούν, αλλά οι Τούρκοι θα είναι ανένδοτοι. Όμως, θα έρθει η ώρα που θα ξαναρθείτε στα σπίτια σας. Την ώρα αυτή που θα έρθετε, θα πέσετε κατά γης, θα ταπεινωθείτε».
Και συνέχισε, απαντώντας στον γιο του Αντωνή: «Θα έρθετε. Θα το θελήσει η Παναγία και θα έρθετε, αλλά σας το ξαναλέω ότι θα ταπεινωθείτε, θα πέσετε καταγής. Ο Θεός γνωρίζει πότε θα σας ελευθερώσει, όταν θα είσαστε εντάξει μεταξύ σας».

Με εντυπωσίασε κάτι που είπε στον μεγαλύτερο γιο του: «Το χωριό μας μια μέρα θα δοξαστεί…Θα δοξαστεί το όνομα του Κυρίου». Αυτή η πρόβλεψη μού δημιουργεί πολλές σκέψεις. Ίσως θα πρέπει να περιμένουμε θαύματα από αυτόν τον άγιο άνθρωπο του θεού, που υπέμενε τους χλευασμούς και απαντούσε με προσευχή για τους υβριστές να τους ελεήσει ο Θεός, λέγοντας στον πατέρα Παρασκευά, τον θεολόγο μας: «Τον Χριστό τον κοροΐδευαν πάνω στον σταυρό αλλά και παντού, και όμως είναι ο Σωτήρας του κόσμου».
Στον ιερέα π. Αντρέα, τον νεαρότερο του χωριού, μια Κυριακή του 1968, είπε μετά το τέλος της θείας λειτουργίας: «Παπά, σύντομα θα μείνουν πολλές εκκλησιές ανοικτές και θα μπαίνουν κοπάδια μέσα».
Ένα στοιχείο από τη ζωή του που με στεναχώρησε είναι που του απαγόρευσαν από την Αρχιεπισκοπή να κοιμάται μέσα στην εκκλησία του μοναστηριού της Παναγίας της Αυγασίδας, όπως του υπέδειξε, όπως φαίνεται, η ίδια η Παναγία. Έτσι, του πήραν τα κλειδιά της εκκλησίας και κοιμόταν έξω από τον ναό. Όμως, από τη στενοχώρια του «δεν έπαιρνε ούτε φαΐ ούτε νερό, και ήταν εξαντλημένος». Έτσι, με το ζόρι τον πήγαν στο σπίτι για να τον περιποιηθούν. Όταν ήταν έξω από την εκκλησία, μόνο ένας Τουρκοκύπριος τον επισκέφτηκε και προθυμοποιήθηκε να του πάρει ό,τι χρειαζόταν, αλλά αυτός του ζήτησε μόνο νερό
Δεν θα μπορούσα να παραλείψω το οσιακό τέλος του Γέροντα αυτού που από τις 25 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 10 Οκτωβρίου που μακαρίστηκε, δεν έβαλε τροφή στο στόμα του, παρά μόνο τρία κουταλάκια τσάι, μετά από πολλές πιέσεις, για να τους κάνει το χατίρι. Η μόνη αξίωση που είχε από τα παιδιά του ήταν να τον πάρουν στο μοναστήρι να κάνει μπάνιο μέσα στο αγίασμα, γιατί ήξερε ότι ήρθε η ώρα του.

Γι’ αυτό ζήτησε από τον γιο του τον Αντωνή να του φέρει το κλειδί της Αυγασίδας από τον πατέρα Ανδρέα, ο οποίος, παρόλο που είχε ρητές εντολές από την Αρχιεπισκοπή να μην το δώσει το κλειδί, τελικά του το πήγε ο ίδιος, όπως διέταξε ο παππούς, λέγοντας: «Έλα Χατζή και σου το έφερα και ό,τι θέλεις να μου πεις να σου το κάνω». Τότε, ο παππούς του ζήτησε να το αφήσει μέσα στην κούπα με το νερό. Μετά από λίγο σκούπισε το κλειδί και είπε με τη χαμηλή κι αδύνατη φωνή του στον ιερέα: «Δάσκαλε, εγώ δεν μπορούσα να πάω και να μην πάρω το κλειδί τούτο. Αυτό είναι το κλειδί της Κύπρου». Είναι και αυτή μια φράση που δεν μπορούμε να την καταλάβουμε, όμως σίγουρα δεν έλεγε ποτέ άστοχα λόγια.
Στις 9 Οκτωβρίου, του Αγίου Ανδρονίκου, τον μετάφεραν στη μονή της Παναγίας της Αυγασίδας που τόσο επιθυμούσε και πέρασε τη νύκτα ξαπλωμένος μπροστά από την εικόνα της Παναγίας. Το πρωί τον κοινώνησαν και του έκαναν Άγιο Ευχέλαιο. Μόλις τελείωσε το Άγιο Ευχέλαιο μπήκε μέσα στην εκκλησία ο γιος του Γιακουμής που είχε πάει στην Αγγλία για θεραπεία και ο παππούς τους είπε να του τηλεφωνήσουν να έρθει και δεν έχει τίποτε. «Ο παππούς τότε έκανε να τον αγκαλιάσει, πέρασε το χέρι πάνω από τον ώμο του, και όπως το προείπε ξεψύχησε, αφού περίμενε να δει τον γιο του. Ήταν το πρωινό της Παρασκευής, 10 Οκτωβρίου του 1969».

Ο θεολόγος μας πατήρ Παρασκευάς, τότε είπε στον επικήδειό του: «Έχει έναν Άγιο η Μηλιά…»

Έγραψα αυτό το κείμενο για να μοιραστώ τη συγκίνηση που ένιωσα, διαβάζοντας για έναν σύγχρονο Γέροντα, που έμαθε σαν άλλος Μακρυγιάννης λίγα γράμματα σε μεγάλη ηλικία για να διαβάζει τα θρησκευτικά βιβλία, που έζησε ζωή πολύ ασκητική, ζωή μεγάλης εγκράτειας, νηστείας, προσευχής και αγρυπνίας. Η μεγάλη αγάπη του στον Χριστό και η αφοσίωσή του στην Παναγία μας, τον έκαναν άνθρωπο μεγάλης άσκησης και πνευματικού αγώνα, που προφήτευε τα μέλλοντα και με την όλη βιοτή του έγινε πρότυπο χριστιανού. Γι’ αυτό και οι σύγχρονοί του δεν μπορούσαν να τον καταλάβουν και τα σοφά λόγια του τους φαίνονταν εξωπραγματικά.

Επιπλέον, νιώθω ότι εδώ έχουμε το παράδειγμα ενός πολύ πνευματικού ανθρώπου που ζούσε μέσα στον κόσμο, απέκτησε έξι παιδιά, κι όμως έγινε σκεύος εκλογής του θεού, έγινε Άγιος. Έτρωγε πολύ λίγο, λίγα χόρτα και ψωμί, μαζί με φρούτα, κοιμόταν ελάχιστα, και εργαζόταν πολύ. Μάλιστα, βοηθούσε και τους άλλους στις δουλειές τους αμισθί. Όσο ζούσε, ένιωθε θλίψη για την απομάκρυνση του κόσμου από τον Θεό, ενώ ο ίδιος είχε το πένθος της μετάνοιας και την αίσθηση ότι ήταν αμαρτωλός. Γι’ αυτό και είχε συνέχεια δάκρυα και συμβούλευε τους ανθρώπους και στα γύρω χωριά να μετανοήσουν και να έρθουν κοντά στον Χριστό. Κυρίως, τόνιζε σε όλους να πηγαίνουν την Κυριακή στη Θεία Λειτουργία, ενώ ο ίδιος καθημερινά καθάριζε τις εκκλησίες και βοηθούσε με προθυμία τους ιερείς στα καθήκοντά τους.
Ας έχουμε την ευλογία του παππού Χατζηφλουρέντζου, αυτού του Αγίου της Μηλιάς και ας πιστέψουμε στα λόγια του ότι θα μας λυπηθεί ο Θεός και θα γυρίσουμε πίσω στα σπίτια μας. Φτάνει να ακολουθούμε τον δρόμο του θεού και να αγαπούμε τον άλλο άνθρωπο.
Αιωνία η μνήμη του!

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Ο παππούς Παναής από τη Λύση

Συνέντευξη Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου με θέμα τον όσιο Γέροντα Παναή από την Λύση
30 Απριλίου, 2012 — vatopaidifriend4
Συνέντευξη Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου που παραχώρησε στον π. Ανδρέα Αγαθοκλέους, τη Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2012, στην Μητρόπολη Μόρφου στην Ευρύχου, με θέμα τον όσιο Γέροντα Παναή από την Λύση.

Πανιερώτατε, μέχρι την χειροτονία σας σε επίσκοπο ήσαστε στη Λάρνακα. Πολύ φυσικό να γνωρίζατε τον παππού Παναή. Πότε και πώς τον γνωρίσατε; Πέστε μας λίγα λόγια, για να μπούμε μετά και στ’ άλλα.

Στη Λάρνακα πρωτοπήγα την 17η του μηνός Ιανουαρίου το 1987 ή, πιο συγκεκριμένα, τη 16η στον εσπερινό του αγίου Αντωνίου, για να εγκαταβιώσω ως μοναχός στο προσκύνημα του αγίου Γεωργίου του Κοντού, εκεί όπου ζούσε ο π. Συμεών. Ο π. Συμεών ως άνθρωπος, ο οποίος πίστευε και πιστεύει στη δύναμη της λαϊκής ευσέβειας της Κύπρου κι ότι αυτή η ευσέβεια μπορεί να γεννά ακόμα και σήμερα ανθρώπους του Θεού, ενάρετους και αγιασμένους ανθρώπους, και ότι όλα αυτά δεν είναι απλώς μία λαϊκή ευσέβεια, η οποία έχει σχέση με δεισιδαιμονίες και υπερβολές διαφόρων γραφικών γραϊδίων, αλλά, εάν κάποιοι άνθρωποι αυτήν την λαϊκή ευσέβεια την κρατήσουν σε όρια εκκλησιαστικά και έχουν πνευματική σχέση με κάποιους πατέρες, αυτή μπορεί να καρποφορήσει αρετήν και αγιότητα. Αυτό το πίστευε ο π. Συμεών και το πιστεύει, ιδιαιτέρως για τους παλαιούς Κυπρίους αλλά, από ό,τι βλέπω, ισχύει και για τους νεότερους Κυπρίους. Στο λέω έτσι μ ένα αίσθημα αισιοδοξίας που έχω μέσα μου. Ο π. Συμεών, λοιπόν, ήθελε να μ’ εγκλιματίσει και με την Κυπριακή αγιότητα, όταν ήρθα από την Ελλάδα κουβαλώντας μαζί μου μονάχα την Ελλαδική εμπειρία, του γέροντος Πορφύριου, του γέροντος Παίσιου, τoυ π. Ιάκωβου, του π. Ευμένιου και πολλών άλλων. Αυτούς τους αγίους ανθρώπους γνώρισα και είναι αλήθεια ότι αυτοί εκόμιζαν ένα υψηλού επιπέδου ασκητισμό και γεροντισμό της εποχής εκείνης. Εγώ αισθανόμουν ότι στην Κύπρο ήρθα σ’ ένα φτωχό συγγενή, μπροστά σ’ αυτή την παράδοση που εκόμιζαν αυτοί οι μεγάλοι ασκητές, οι πιο πολλοί της Μ. Ασίας και της Κρήτης, όπως ο Γέρο-Ευμένιος.

Εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι είχα λάθος. Ότι η Κύπρος, δηλαδή, δεν ήταν ένας φτωχός συγγενής αλλά ότι ήταν μια άλλη εκδοχή της ίδιας παράδοσης, αφού ο γέρο-Παίσιος ήταν από τα Φάρασσα. Όταν ανακάλυψα πού ήταν τα Φάρασσα, διαπίστωσα ότι ήταν στην γειτονιά της Κύπρου. Είναι λίγο πιο πάνω από την Κιλικία, στον Αντίταυρο. Από πού ήταν ο γέρο- Ιάκωβος; Από το Λιβίσι της Μ. Ασίας, δίπλα ακριβώς από τη Ρόδο. Αν σκεφτούμε, λοιπόν, ότι από τα Φάρασσα ήταν και ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, διαπιστώνουμε ότι αυτή η περιοχή, της καθ’ ημάς Ανατολικής Μεσογείου, έχει μία ενιαία παράδοση γύρω από το τι είναι άσκηση, τι εκκλησιαστικό φρόνημα και τι είναι αγιότητα. Αυτά, βέβαια, τα αντιλήφθηκα ύστερότερα.

Ο γέρο-Παναής ήταν ο πρώτος στο πρόσωπό του οποίου είδα την κυπριακή ευσέβεια, όταν με έπιασε ο π. Συμεών από το χέρι και μου είπε: «έλα να πας να δεις κι έναν δικό μας γέρο». Ενώ, λοιπόν, εγώ του μιλούσα μονάχα για τον π. Ιάκωβο και τον π. Ευμένιο, ήταν εν ζωή τότε όλοι οι γνωστοί σήμερα γέροντες, «έλα μου λέει να δεις κι ένα δικό μας γέρο», δεν μου είπε γέροντα, αλλά γέρο, χωρίς να μου βάλει φωτοστέφανα γύρω απ’ αυτόν τον άνθρωπο και θαυμαστικά πολλά. Πήγα, λοιπόν, και συνάντησα το γέρο Παναή, τον Ιανουάριο του 1987.

Τι σας έκαμε εντύπωση από την προσωπικότητα του;
Πρωτίστως, μου έκαμε εντύπωση το μάτι του. Το μάτι του είχε φως. Κι ήταν φως που έμπαινε μέσα σου και επειδή είχα εμπειρία από τέτοιους ανθρώπους – από τους προαναφερθέντες που γνώρισα εν Ελλάδι -, αντιλήφθηκα ότι ήταν ένας άνθρωπος που έβλεπε μέσα σου. Τώρα θυμήθηκα και ποια ήταν η πρώτη μου αίσθηση, η πρώτη μου όραση για το Παναή. Δεν ήταν αυτή που προανάφερα, όταν δηλαδή με πήρε ο π. Συμεών. Προηγήθηκε μια αγρυπνία, ήταν η πρώτη αγρυπνία που πήγαινα ως λαϊκός – δόκιμος στη Μονή. Εγώ αγαπούσα πολύ τις αγρυπνίες, είχα συνηθίσει στην Ελλάδα να πηγαίνω. Ο π. Συμεών μού είπε: «εμείς δεν κάναμε ποτέ εδώ αγρυπνία αλλά, αν θες να πηγαίνεις, κάμνει η Φανερωμένη και ο Άγιος Γεώργιος ο Μακρής».
Έτσι ανακάλυψα και τη δική σας ύπαρξη. Επήγα με το Νώνη Αντωνιάδη – ένας από τους πρώτους φίλους που γνώρισα – ποδοσφαιριστής του Πεζοπορικού από την Τερσεφάνου, έκανε τον ψάλτη, και πήγαμε στη Φανερωμένη. Εκεί γνώρισα και τον π. Μιχαήλ, πρόσφυγα παπά από τον Άγιο Νικόλαο Λευκονοίκου. Κι αυτός κομμάτι της λαϊκής ευσέβειας της Κύπρου. Κι εκεί θυμούμαι το γέρο Παναή, όταν όλοι παραμέρισαν, ήλθε να διαβάσει τον εξάψαλμο. Η πρώτη μου, λοιπόν, αίσθηση, ήταν η αίσθηση του ανθρώπου που ζωγραφίζει τον εξάψαλμο, που εικονίζει τον εξάψαλμο. Ήταν πολύ συγκλονιστικό για μένα. Θυμούμαι που τα μάτια μου «έτρεχαν»! Είδα εκείνο το κλίμα μέσα στο ναό, ήταν το 1987, με τις μαυροφορημένες γυναίκες της Κύπρου, τις μητέρες των αγνοουμένων, ήταν η Ελλού, η πιο χαρούμενη από τις μάνες των αγνοουμένων, η λεγόμενη εκατομμύριο, η Δέσποινα, η Κυριακού, οι οποίες είχαν πολύ πόνο, ήταν Λυσιώτες, Κοντεάτες, Καρπασίτες, κόσμος της Μεσαορίας. Στην ουσία τι ήταν όλοι αυτοί; Ήταν ο προσφυγόκοσμος, που είχε μετασχηματίσει τον πόνο του σε προσευχή και αγρυπνία. Δεν είδα πολλή παρουσία Λαρνακέων, γηγενών δηλαδή Λαρνακέων, πλην της κ. Αντωνιέττας που κι αυτή κόμιζε μίαν άλλου είδους αστική ευσέβεια. Κι εκεί μέσα ξεχώριζε ο Παναής. Οπόταν επιστρέφω πίσω στο μοναστήρι και το πρωί μεταφέρω αυτές τις εμπειρίες μου στον π. Συμεών.
Για τον π. Συμεών ο Παναής ήταν ένας γέρων του γεροντικού, όχι μια γραφικότης, ένας ευσεβής βρακάς. Ένας γέρων του γεροντικού, σε Κυπριακή όμως εκδοχή. Οπόταν κανονίσαμε να τον επισκεφτούμε το απόγευμα. Πηγαίναμε στη συνέχεια διάφορα απογεύματα και γνωρίσαμε έτσι όλη τη συνοδεία του: Το Βασίλη, την Τρυφωνού, τη Θεωρού, που έμενε σε παρακείμενο σπιτάκι, και αργότερα συναντώ ξανά τον Παναή, στο κλίμα το δικό σας, στον Αγ. Γεώργιο Μακρή. Έτσι γνωριστήκαμε λοιπόν. Εντύπωση, όπως προανάφερα, μου έκανε το μάτι του, το οποίο ήταν εποπτικό, μου θύμισε το μάτι του π. Ιάκωβου κι αισθανόσουν έναν άνθρωπο που έβλεπε μέσα σου, με σεβασμό όμως, όχι με κρίση και κατάκριση, αλλά με αγάπη, με έλεος. Η εξυπνάδα του όμως και η ευστροφία του, το χιούμορ του, η δυνατότητά του να δίνει άμεσες απαντήσεις, γεμάτες φως, ήταν κάτι που μου θύμιζε πάρα πολύ το γέρο Παίσιο. Ο γέρο Παίσιος είχε αυτό το ιδίωμα της αγιασμένης εξυπνάδας. Αλλά είχε και το άλλο κομμάτι που είπα, του π. Ιακώβου, μια πατρότητα, μια γλυκύτητα, ένα έλεος.

Τούτη η γνωριμία έγινε το ’87;

Ναι, τους πρώτους μήνες του 1987.

Τέλος του χρόνου, 27 Δεκεμβρίου χειροτονείστε διάκονος.

Ναι, είμαστε φίλοι πια.

Αυτό διακρίνεται και στη φωτογραφία που έχετε κι εσείς κι εγώ. Όταν πάει να σας συγχαρεί, δείχνει ένα ενθουσιασμό, μια χαρά , μιαν αγάπη. Φαίνεται ότι είχατε μια ιδιαίτερη σχέση.

Ίσως προετοιμάστηκα από τους ανθρώπους που προανέφερα, τον γέρο Ιάκωβο ιδιαίτερα, τον π. Ευμένιο και τον π. Παίσιο και από την Κύπρο, από τον π. Συμεών και τον γέροντα Αθανάσιο του Σταυροβουνίου. Πλέον έχω με τον Παναή μία σχέση, «πιάνω» δηλαδή τις συχνότητές του και αυτός «πιάνει» τις δικές μου .

Πάντως, στη φωτογραφία δείχνει να ’χει κι ο ίδιος – εσείς βέβαια χαίρεστε – ένα ενθουσιασμό …
Εκεί μου είπε κάτι, το οποίο ίσως να ήταν προφητικό.

Μπορείτε να μας το πείτε;

Έσκυψα να μου ευχηθεί, εγώ είμαι πανύψηλος, αυτός ήταν κοντός άνθρωπος, ήρθε με τη βρακούδα του, επαραμέρισαν όλοι – δείγμα του σεβασμού που ετύγχανε σε όλη τη Λάρνακα - και έσκυψα, φαίνεται στη φωτογραφία, για να τον ακούσω. Και μου είπε με αυτή τη στεντόρεια φωνή του «ά ξ ι ο ς! και σ ’ανώωωτερα …» κι όπως έδειξε, «και εις ανώτερα», εγώ γύρισα το κεφάλι και είδα τον Κιτίου που έδινε δίπλα το αντίδωρο.

Ώστε κάτι πράγματι έλεγε η φωτογραφία

Ναι , ναι είναι φωτογραφία με νόημα αυτή.

Μπορείτε να μας πείτε και κάποια άλλα περιστατικά;

Ναι, θυμούμαι επίσης όταν έβαλα τα ράσα για πρώτη φορά. Πριν γίνω διάκος, έγινα ρασοφόρος, την ημέρα της Σταυροπροσκυνήσεως, όπως χθες δηλαδή. Μετά, όταν έφυγε ο κόσμος, απόγευμα πάλι, με έπιασε ο π. Συμεών «να πάμε, μου είπε, να ευλογήσει τα ράσα σου, που έβαλες για πρώτη φορά, ο γέρο Παναής». Φαίνεται, λοιπόν, με ποιο τρόπο με εισήγαγε ο π. Συμεών σ’ αυτή την παράδοση της Κύπρου. Μου έκανε εντύπωση, όταν μου είπε ο γέρο Παναής: «άλλος άνθρωπος, Όμηρε, με τα ράσα, μεταμορφωμένος. Λέω κι εγώ, ποιος είναι αυτός ο ψηλός, ο φωτεινός άνθρωπος;». Δηλαδή, σ’ έκανε να αισθάνεσαι τιμή να φορείς ράσο και πόσο έπρεπε να το τιμήσεις, διότι το ράσο είναι ένα φωτεινό ένδυμα – «χιτώνα μοι παράσχου φωτεινόν»- ότι είναι ένα βάπτισμα η ρασοφορία. Και σου το έλεγε αυτός που δεν ρασοφόρησε ποτέ…

Ναι, ήταν άλλες οι συνθήκες τότε.

Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τον παππού ως οσιακή μορφή; Ως έναν Άγιο των ημερών μας;

Βεβαίως, βεβαιότατα, χωρίς υπερβολή. Αλλά θέλω να πω κάτι, π. Ανδρέα. Όταν μου είπατε να μιλήσουμε για το γέρο Παναή, είπα τι να πω πέρα από κάποιους χαρακτηρισμούς; Όμως ο γέρο Παναής δεν είναι ένα φυτό, το οποίο βλάστησε στη Λύση και μεταφυτεύτηκε στη Λάρνακα λόγω προσφυγιάς. Είναι κι αυτό. Ένα φυτό εννοώ αγιότητας, ένα δέντρο ευσκιόφυλλο. Ο γέρο- Παναής ανήκε σε μία παρέα ανθρώπων του Θεού. Κι αυτή η παρέα φαίνεται ότι ήταν μια παρέα που υπήρχε από το ’60 στην Κύπρο. Αυτό που θα πω είναι πολύ βαρύ. Τώρα που διάβασα τον Χατζη-Φλουρένζο, που γνώρισα κι έναν ανάλογο άνθρωπο εδώ στην Ευρύχου όλα αυτά τα χρόνια που είμαι επίσκοπος εδώ, ζει ακόμα, γέρος πια και ξέροντας επίσης για έναν ψάλτη του χωριού μου, το Δημήτρη του Πρωτόπαπα τι κοινόν είχαν, λοιπόν, αυτοί οι ανθρώποι; Ο ένας στη Μηλιά Αμμοχώστου, ο άλλος στη Λύση, ο άλλος στη Ζώδια, κι ο άλλος εδώ στην Ευρύχου.

Που δεν γνωρίζονταν βέβαια.

Οι δύο γνωρίζονταν .

Ναι, ο Χατζηφλουρέντσος και ο Παναής. Ήταν και φίλοι μάλιστα.
Το κοινόν που είχαν ήταν ότι τους αποκάλυψε και τους τέσσερις η Παναγία ότι θα γίνει η εισβολή. Αυτό είναι πολύ δυνατό σημείο. Τους αποκάλυψε η Παναγία ότι έρχονται μεγάλα κακά στην Κύπρο και «πρέπει να επιστρατευτείτε» κατά την έκφραση ενός εκ των τεσσάρων, «με αγρυπνίες, νυχτερινές προσευχές, μετάνοιες». Μετάνοια. Και στους τέσσερις το είπε αυτόν η Παναγία.

Ο παππούς ο Παναής σάς είπε ποτέ αυτό το πράγμα; Εμένα δεν θυμούμαι να μου είχε πει.

Ο Παναής έλεγε στους Λυσιώτες: «τι κρίμα που χτίζετε μεγάλα σπίτια, Τούρκοι θα τα κατοικήσουν». Άρα, είχε αίσθηση ότι έρχεται κακό στον τόπο. Το ίδιο, αυτός ο χωριανός μου ο ψάλτης, λίγο πριν την εισβολή, ξεκίνησε να κλαίει. Κι όταν η κόρη του η Μηλού τον ρώτησε γιατί κλαίεις, αυτός είπε: «Αχ κόρη μου, Τούρκοι θα ’ρθουν στο χωριό μας και θα γίνουμε πρόσφυγες». «Τι λες πατέρα, θα μείνουμε για πάντα πρόσφυγες»; «Όχι, της είπε, όταν ακούσετε ότι ιδρύθηκε στην Τουρκία μία καινούρια χώρα που θα λέγεται Κουρδία τότε να ξέρετε ότι θα επιστρέψουμε όλοι πίσω. Αλλά μέχρι τότε, πολλοί θα πεθάνουν με την πίκρα της επιστροφής και θα μείνουν πρόσφυγες».

«Και μέχρι πού θα ’ρθουν οι Τούρκοι, πατέρα»; «Μέχρι τον Αστρομερίτη» της απάντησε.

Αυτό ήταν αδιανόητο τότε. Είναι σαν να έλεγες κάποιου ότι θα πιάσουν την Αραδίππου οι Τούρκοι, όχι όμως και τη Λάρνακα. Αυτή είναι η γεωγραφική σχέση Ζώδιας – Αστρομερίτη. Εδώ στην Ευρύχου τα ίδια. Σ’ ένα άνθρωπο που ζει ακόμα, άνθρωπο του Θεού, είπε η Παναγία τα ίδια, από το 1964. Παναγία μου, της λέει «γιατί να μην κοιμούμαι τη νύχτα και να κάμνω αγρυπνίες, αφού θα ’ρθουν οι Τούρκοι»; Και του λέει η Παναγία: «Για να ’ρθει το κακό λιγότερο». Πόσο προληπτικά, προνοητικά ενεργεί ο Θεός! Θα μπορούσε να γίνει μεγαλύτερο κακό από αυτό που συνέβηκε.

Άρα δεν μπορούμε να πούμε ότι πήγαιναν χαμένες οι προσευχές.

Καθόλου χαμένες οι προσευχές. Αντίθετα ήρθε μικρότερο κακό. Τι θα γινόταν αν δεν είχαμε αυτούς τους ανθρώπους; Και υπάρχουν κι άλλοι σε διάφορα χωριά που δεν τους συγκρατά τώρα η μνήμη μου, που επιστρατεύτηκαν τότε για να προσεύχονται. Άλλοι από κάποιο άγγελο, άλλοι από κάποιο άγιο, άλλοι από την Παναγία. Ενας εξ αυτών ήταν και ο γέρο Παναής. Και το ξέρω αυτό μέσα από τη μαρτυρία, που έλεγε στους Λυσιώτες: «χτίζετε μεγάλα σπίτια, Τούρκοι θα ’ρθουν να κατοικήσουν». Άρα ήξερε ο Παναής πριν το 74 ότι το χωριό του θα γίνει κατεχόμενο.

Κάποτε του είπε ο π. Συμεών: «θα βγάλουμε πολλούς αγιογράφους». Αυτός απάντησε: «Εν να χρειαστούν, Συμεών, εν να χρειαστούν. Αύριο που θα ’ρθει εποχή να πάμε στα χωριά μας- όσοι πάνε- ποιος θα ζωγραφίσει αυτές τις εικόνες; Θα θέλουμε πολλούς αγιογράφους». Ο Παναής ήταν μια συγκλονιστική προσωπικότητα. Το διαπίστωσα, επειδή γνώρισα τον π. Ιάκωβο, που είχε μέγα διορατικό και προορατικό χάρισμα αλλά το έκρυβε. Αυτοί οι άνθρωποι, όταν μιλάς μαζί τους, αυτοί μιλούν σε διάφορα επίπεδα την ίδια ώρα. Ένα επίπεδο είναι αυτό που βλέπουν απέναντί τους , ένα είναι αυτό της μνήμης, γεμάτης φως, κι ένα το επίπεδο του μέλλοντος που βλέπουν την ίδια ώρα. Αυτό το είχα μάθει, ότι με αυτούς τους ανθρώπους οι κουβέντες δεν είναι τυχαίες, δεν τους πέφτουν κουβέντες, έχουν γρήγορο νούν, «καρδίαν νήφουσαν». Λοιπόν, έβλεπα στον γέροντα Παναή αυτά τα κοινά και οι κουβέντες του για μένα ήταν όλες σημαντικές.

Επιστρέφω στο ίδιο ερώτημα. Αφού θεωρείτε, όπως και άλλοι βέβαια, μια κοινή αντίληψη του λαού του Θεού, ότι ο παππούς ο Παναής ήταν ένας σύγχρονος άγιος, γιατί η Σύνοδος της Κύπρου δεν τον ανακηρύσσει άγιο; Ξέρουμε ότι έχει αιώνες να ανακηρύξει άγιο. Γιατί άραγε, δεν θα μπορούσε να γίνει;

Διότι δεν έχουμε στην Κύπρο την εμπειρία της αγιοκατάταξης, κάτι που το επιτρέπουν βέβαια οι κανόνες. Η σύνοδος των Ιεροσολύμων έκαμε αγιοκατάταξη του αγίου Φιλουμένου. Τώρα για το γέροντα Παναή, ακόμα πρέπει να περιμένουμε την ελευθερία της Κύπρου.

Τι σχέση έχει ;

Έχει σχέση. Αυτό που είπα προηγουμένως, ότι αυτοί οι τέσσερις άνθρωποι είχαν αυτήν την αίσθηση, αυτή την πίστη. Πρώτον ότι οδηγούμαστε σε διχασμό, μιλώ προ του 74 και προ της ΕΟΚΑ Β, και ότι αυτός ο διχασμός θα φέρει τους Τούρκους και οι Τούρκοι θα προκαλέσουν κατοχή και μίαν παρατεταμένη διχοτόμηση, πράγμα που ζούμε τώρα και 38 χρόνια. Τώρα εναπομένουν τα επίλοιπα να πραγματοποιηθούν. Αν αυτά γίνουν, που θα γίνουν κατά την άποψή μου, τότε η Εκκλησία, όποιοι κι αν είναι τότε οι ιεράρχες θα είναι μπροστά σ ένα φοβερό γεγονός. Αυτά που θα γίνουν δεν θα αφορούν μόνο την Κύπρο. Θα είναι οικουμενικά πράγματα. Οι απλοί καλόγεροι, όπως ο π. Παίσιος, ο π. Ιάκωβος, ο γέρο Πορφύριος είχαν αυτά τα έκτακτα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Και δεν είναι μόνο το προορατικό και διορατικό, είναι μικρότερα χαρίσματα αυτά μπροστά στην πατρότητα, την οποία εξέπεμπαν σ’ αντίθαση με πολλούς άλλους, ακόμα και κληρικούς και αρχιερείς.

Ένα χάρισμα που δεν τονίστηκε, το χάρισμα του Αγίου Πνεύματος.

Ναι κι εγώ θεωρώ αυτό το χάρισμα της πνευματικής πατρότητας, το ύψιστο χάρισμα.

Πράγμα που σημαίνει ότι παρ όλο που ο παππούς ήταν λαϊκός, είχε το χάρισμα της πνευματικής πατρότητας.

Μα το απέδειξε ο γέροντας του Σταυροβουνίου. Πώς τον απεκάλεσε, όταν έγινε ο επικήδειός του . Αυτός που ήταν ο πνευματικός των πνευματικών, ο γέροντας των γερόντων της Κύπρου, ο ηγούμενος της μονής Σταυροβουνίου, τον απεκάλεσε «ΠΑΤΕΡ Παναή» και μας επέρασε όλους ρεύμα ηλεκτρικό. Τι γίνεται εδώ; Πώς ένας ηγούμενος Σταυροβουνίου, ο οποίος είναι φειδωλός σε επαίνους και σε λόγους, τον αποκαλεί έτσι; Και ήταν εκεί 25 ιερείς, 3 διάκονοι και ένας ηγούμενος όταν τον εκηδεύσαμε μέσα σε μία παράγκα. Ήταν η, λυόμενη τότε, εκκλησία της Αγίας Θέκλας.
Τι σήμαινε να τον αποκαλεί πατέρα; Ήταν κατ’ αρχήν πατέρας όλων εκείνων των παπάδων που πήγαιναν να βρουν παρηγοριά κοντά του, να βρουν νόημα ζωής , νόημα θανάτου. Ήταν πατέρας σε όλες της μάνες των αγνοουμένων, σε όλους τους εγκλωβισμένους σε όλους τους χαμένους . Ο γέρο-Παναής έμαθε τη Λάρνακα να κάμνει αγρυπνίες, η Λάρνακα μέχρι τότε ήταν το προκεχωρημένο φυλάκιο του φραγκολεβαντινισμού. Κακά είν’ τα ψέματα. Αν το Σταυροβούνι έμαθε τη Λάρνακα να εξομολογείται και ύστερα ο π. Αντώνιος, που το κράτησε μέχρι σήμερα και το αύξησε και το μετέδωσε και σε άλλους πνευματικούς, ο π. Συμεών την έμαθε να αγαπά την εικόνα. Αυτή είναι η αλήθεια της Λάρνακας. Ο γέρο Παναής ήταν ένας σημαντικός γέροντας της Λάρνακας. Από τους σημαντικότερους. Κι αυτό θα το δείξει η ιστορία. Άρα για την αγιοκατάταξή του νομίζω να το αφήσουμε. Θέλουμε ακόμα χρόνο. Χρόνο τι; Να εισπράξουν αυτήν την προσφορά του, αυτοί που την δέχτηκαν και να την καταθέσουν επίσημα στην εκκλησία. Τώρα αν αυτό θα το κάνει η εκκλησία της Κύπρου, η Σύνοδος της Κύπρου, ούτε το αποκλείω ούτε το επιδιώκω. Και η αγιοκατάταξη, για να γίνει, ιδιαίτερα σε οσιακής μορφής ανθρώπους, πρέπει να μιλήσει κι ο ουρανός πιο έντονα, με θαύματα!

Το θεωρείτε αναγκαίο η Σύνοδος να κάνει την αγιοκατάταξη;

Όχι δεν είναι αναγκαίο, ούτε στην ιστορία της εκκλησίας ήταν αναγκαία η θαυματοποιία. Ο Αγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος π.χ. δεν άφησε φήμη θαυματουργού αλλά η θεολογία του κάνει θαύματα. Τώρα στους οσίους, όπως έζησε ο γέρο Παναής ως όσιος, είναι κάπως έτσι, μία απάντηση.

Ούτε κι εμείς που γνωρίσαμε κάποιους οσίους ανθρώπους πρέπει να αγωνιούμε για την αγιοκατάταξή τους. Μάλλον να αγωνιούμε για τη μίμησή τους. Τώρα αν τον γέροντα Ιάκωβο τον κατατάξει το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε άγιο ή όχι, για μένα είναι άγιος. Τι σημαίνει είναι; Έχω πατέρα μετά θάνατον . Και δεν έχω πατέρα, γιατί τον εγνώρισα εν ζωή. Ξέρω ανθρώπους που έμαθαν για τον γέροντα Ιάκωβο από μένα. Και είναι πιο έντονη η παρουσία του, η πατρική, στη ζωή τους, από ό,τι σε μένα.

Χρειάζεται όμως και η γνωριμία του πατέρα εν ζωή.

Ναι, ο δικός μου ο ρόλος ήταν τούτος. Να μιλήσω γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Ότι υπάρχουν άνθρωποι θεοφόροι, ότι υπάρχουν άνθρωποι που το Άγιο Πνεύμα το γνωρίζουν και συνοικεί μαζί τους . Ο γέρο Παναής ήταν ένας τέτοιος. Βλέπεις, ενώ μιλώ για το Γέρο Παναή, πάω στο γέρο Παίσιο, πάω στο γέρο Ευμένιο, στο Γέρο Ιάκωβο κλπ. Είναι τυχαίο αυτό; Για μένα είναι το ίδιο. Οι μεν είναι μικρασιάτες, οι δε Κύπριοι.
Εκαθάρισε τον εαυτό του ο Γέρο Παναής, εφώτισε τον εαυτό του . Και οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του ήταν κι αυτοί σημαντικοί: Η Τρυφωνού, ο Βασίλης. Μας έδωσαν ένα ρυθμό από τότε. Κάτι που έκαμνε, αλλά αργότερα κατάλαβα την αξία του, κι ο γέρο Ιάκωβος και ο γέρο Ευμένιος. Εκείνοι, βέβαια, το έκαμναν καθηκόντως ως παπάδες, αυτός δεν ήταν παπάς. Τι έκαμνε; Μνημόνευε ονόματα. Κάθε μέρα μνημόνευε γύρω στις δυόμισι χιλιάδες, νομίζω. Είχε παράκληση κάθε μέρα στις μία η ώρα και κατά τη διάρκεια της παράκλησης, γονατιστός κι αυτός και η συνοδεία του μνημόνευε από ένα δεφτέρι ονόματα πολλών ανθρώπων. Δείγμα μιας λαϊκής ευσέβειας το ότι λαϊκοί μνημονεύουν ονόματα. Και νεκρών και ζωντανών. Ξέρω ανθρώπους στη Λάρνακα που μου είπαν πως εμείς μάθαμε να μνημονεύουμε ονόματα από το γέροντα Παναή. Αυτό δείχνει μια λαϊκή ιεροσύνη. Και αυτό δεν ήταν κάτι μονάχα του Γέροντος Παναή. Ο Γέρο Παναής το παρέλαβε από την παράδοση. Διότι υπήρχε στην Κύπρο, στη Μολδαβία, στη Μικρασία . Εξομολογώ διαφόρους ανθρώπους τώρα και τους λέω να μνημονεύετε ονόματα τις νύκτες και ζωντανών και νεκρών. Μου λέν ότι το κάνουν. Πού το μάθετε; Μας το είπε η γιαγιά μας, ο παππούς μας. Άρα είναι παράδοση αυτό, παράδοση της Ανατολής.

Εκτός από το χάρισμα αυτό της πατρότητας, ποιο άλλο χάρισμα είχε;

Σας είπα, ήταν άνθρωπος που είχε συναίσθηση του πνευματικού πατέρα , του δασκάλου, ήξερε να διδάσκει κάποιον και να τον πείθει ν ’αγωνιστεί. Γιατί μπορεί κι εγώ κι εσύ να μπορούμε να διδάξουμε, όμως να μην μπορούμε να πείσουμε. Αυτός ήταν παθών και μαθών, καλός μαθητής και κατ’ επέκταση καλός δάσκαλος. Αυτό το ένιωθες, ότι σε έπειθε, σε μάθαινε να μετανοείς, να μην απελπίζεσαι από τα χάλια σου. Έμπαινε σ’ αυτή τη διαδικασία άμα έβλεπε ότι είχες διάθεση μαθητείας. Επίσης είχε μια λαϊκή ιεροσύνη. Άλλο χάρισμά του ήταν αυτό που είπα πιο πάνω και φαινόταν στη μνημόνευση, η λαϊκή ιεροσύνη. Και λέω δεν ήταν μεμονωμένο χάρισμα τούτο. Ήταν κάτι που καλλιεργείτο από πολλούς Κυπρίους και καλλιεργείται και σήμερα.

Αυτό είναι αποδεχτό βέβαια από την εκκλησία.

Βεβαίως, όχι μόνο είναι αποδεχτό, αλλά το παροτρύνουμε να γίνεται. Από κάποια μικρά δείγματα επίσης φαίνεται ότι ήταν άνθρωπος που είχε μία διόραση, μια προόραση κάποιων γεγονότων , μια σχέση με το τι συνέβηκε στην εισβολή και με το τι προσδοκούμε να γίνει με την ελευθερία του τόπου. Θέλουμε κι άλλα;

Ο Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος είχε γέροντά του, πνευματικό του πατέρα , ένα μοναχό, το Συμεών τον Ευλαβή. Ο παππούς ο Παναής ως λαϊκός ήταν πνευματικός πατέρας . Αναλύστε μας λίγο, εξηγήστε μας το ρόλο του εξομολόγου ιερέα και αυτό του λαϊκού πνευματικού πατέρα και πώς αυτό μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη;

Εγώ ξέρω ότι και σήμερα εφαρμόζεται. Εξομολόγος είναι ο ιερέας που θα πας να εξομολογηθείς τις αμαρτίες σου και να σου διαβάσει τη συγχωρητική ευχή. Ο πνευματικός, είτε είναι ιερέας, αρχιερέας , διάκος , είτε είναι μοναχός, όπως ο π. Παίσιος , είτε είναι λαϊκός όπως ο γέρο Παναής και ξέρω σημερινούς λαϊκούς, είναι πνευματικοί πατέρες, με την έννοια ότι μπορούν να διδάξουν την μετάνοια. Ζουν τη μετάνοια και μπορούν να διδάξουν τη μετάνοια, κι αυτό γίνεται, διότι είναι μαθητές πρώτα, γι αυτό μπορούν και να τη διδάξουν. Και η μετάνοια είναι έργο του Αγίου Πνεύματος. Κι αυτό δεν είναι σχήμα λόγου, αφού ακούουν στην καρδία τους το Χριστό και το Αγιο Πνεύμα να μιλούν. Και μπορούν έτσι να γεννήσουν ανθρώπους, να καθοδηγήσουν ανθρώπους, με ασφάλεια. Όχι με διαλεχτική, όχι με κηρυγματική, όχι με ρητορική νοησιαρχική παιδεία όπως συμβαίνει σήμερα σε πολλούς παπάδες, που είναι εξομολόγοι από τον επίσκοπό τους, αλλά δεν έχουν μέσα τους την πληροφορία του Αγίου Πνεύματος.

Πόσο απαραίτητο είναι τότε να πηγαίνει ένας σε τέτοιους πνευματικούς και για ποιο λόγο, εφ όσον ο πνευματικός πατέρας είτε ως μοναχός είτε ως λαϊκός που έχει το Άγιο Πνεύμα μπορεί να αναγεννήσει τον άνθρωπο; Εάν ο πνευματικός ιερέας δεν αναγεννά, πόσο απαραίτητο είναι να προσέρχεται κανείς κοντά του;

Εάν δεν αναγεννά, θα πηγαίνει τότε μόνο για την εξομολόγηση.

Μόνο για μια ευχή;

Όχι μόνο για ευχή, αλλά και για συμβουλές, να του πει τις εντολές του Χριστού.

Ναι, αλλά αυτές τις συμβουλές μπορεί να τις πει κι ο άλλος που ενεργεί ως πνευματικός πατέρας και δεν είναι ιερέας.

Βεβαίως! Και σιγά-σιγά θα δεις ότι ο πνευματικός – ιερέας που δεν έχει μέσα του την πληροφορία του Αγίου Πνεύματος δεν θα γεννά πνευματικά τέκνα, αλλά συγχυσμένους ανθρώπους. Και θα του δημιουργούν και του ιδίου πρόβλημα. Ίσως καταλάβει ότι φταίει κι αυτός τελικά και πει «μήπως φταίω κι εγώ; Μήπως οικειοποιούμαι ένα χάρισμα το οποίο δεν το έχω μόνο και μόνο επειδή ο Δεσπότης μου έβαλε το χέρι του στο κεφάλι μου και με έκανε εξομολόγο;».

Αυτό όμως που θέλω ακριβώς να ρωτήσω είναι κατά πόσο είναι αναγκαίο να πηγαίνω σ’ έναν πνευματικό ιερέα που δεν έχει το χάρισμα εκ Θεού, εφ όσον όμως έχω πνευματικό πατέρα, ο οποίος είναι όντως πνευματικός πατέρας.

Είναι αναγκαίο, όπως πάμε στον ιερέα να κοινωνήσουμε. Ο ένας μαθαίνει τη μετάνοια, τη συγχώρεση. Από πού όμως θα την πάρει την συγχώρεση; Από τον ιερέα ασφαλώς.

Η οποία όμως επενεργεί κατά ένα μαγικό τρόπο. Εφ όσον η συγχώρεση σημαίνει θεραπεία.

Μα ο ιερέας είναι άνθρωπος που χορηγεί Πνεύμα Άγιο. Ο άλλος πληροφορεί περί Πνεύματος Αγίου, αλλά δεν χορηγεί.

Εξ αιτίας της χάριτος της ιεροσύνης λέτε, αλλά την καθοδήγηση και τη θεραπεία βασικά θα την κάμει ο όντως πατέρας . Εάν δε αυτά τα δύο συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, καλύτερα βέβαια.

Δεν ξέρω αν είναι καλύτερα. Εγώ έχω ζήσει αυτό το γεγονός. Είναι και ζήτημα φύσεως, χαρακτήρων ίσως. Δηλ., ενώ είχα εξομολόγο το γέροντα Ευμένιο, πήγαινα και συμβουλευόμουν πνευματικά τον γέροντα Ιάκωβο κι ο λόγος του ήταν δεσμευτικός για μένα.

Ήταν όμως και οι δύο ιερείς. Γιατί χρειαζόταν να πάτε αλλού για εξομολόγηση;

Ο χαρακτήρας μου ήταν πιο κοντά στον γέροντα Ιάκωβο. Παίζει ρόλο η φύση του ανθρώπου. Όλες είναι γυναίκες όμως μία γυναίκα παντρεύεσαι. Είναι έργο φύσεως νομίζω. Αυτό, βέβαια, δεν πρέπει να το σχηματοποιούμε . Τα παλαιά χρόνια, πάτερ, πήγαιναν να ακούσουν ένα λόγο πνευματικό στον αββά Αντώνιο . Μια φορά μονάχα πήγαιναν. Κι αυτός ο λόγος ήταν αρκετός, για να κρατηθούν μια ζωή. Τώρα με τις πολλές ερωτήσεις και τα πολλά πρέπει συγχύσαμε τα πράγματα. Εγώ βλέπω λαϊκούς που έχουν ωραία «κατάσταση» και τους χαίρομαι.

Υπάρχει μια ελπίδα δηλαδή. Βλέπω ότι έχετε αυτή την ελπίδα.

Βεβαίως. Υπάρχουν αυτοί οι λαϊκοί που γνωρίζουν τη μετάνοια, η οποία έτρεφε την οικουμένη και θα την τρέφει εσαεί. Κι εμείς οι ιερείς έχουμε μία διακονία, αλλά πρέπει να ’χουμε λίγη έγνοια εάν έχουμε γνωρίσει τη μετάνοια. Αυτό είναι το μήνυμά μου. Όταν βλέπουμε λαϊκούς να την έχουν γνωρίσει, να ταπεινωνόμαστε. Εγώ συμβουλεύομαι λαϊκούς πάντως. Δεν δίνω την εντύπωση του ανθρώπου που τα ξέρει όλα επειδή είμαι αρχιερέας. Βλέπω ότι δεν τα ξέρω, ότι κάμνω λάθη ενώ βλέπω ανθρώπους λαϊκούς με ταπείνωση και μετάνοια. Ρώτησα κάποτε κάποιον πώς ζει τη μετάνοια. Και μου είπε: «γονατώ κάθε βράδυ και φέρνω μπροστά μου τα αμαρτήματα της ημέρας, τα πάθη – για μένα τα πάθη είναι αμαρτήματα που έχουν χρονίσει μέσα μου κι επαναλαμβάνονται. Έστω κι αν προσπαθώ να τα μειώσω, να τα διώξω. Εν τούτοις δεν φεύγουν». Και το τρίτον «είναι τα γονίδια». Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση, πάτερ. «Υπάρχουν γονίδια μέσα μου, μου είπε, που μπαίνουν από παππού σε παιδί κι από παιδί σε εγγόνι, και πρέπει εγώ να βρω αυτά τα γονίδια της μάνας μου, του πατέρα μου, του παππού μου, αφού βλέπω ότι επενεργούν και μέσα σε μένα. Μετανοώ για τα λάθη εκείνων και τους σώζω και με σώζουν, γιατί μ’ αυτό τον τρόπο ταπεινώνομαι και γι’ αυτούς». Όταν βλέπεις, λοιπόν, ένα τέτοιο λαϊκό , αυτός είναι πλανεμένος;

Φωτισμένος είναι!

Φωτισμένος, βέβαια! Σου είπα προηγουμένως για το γέροντα Παναή ότι υπήρχε μια παρέα στην Κύπρο που τους ένωνε το ένα πνεύμα, το Άγιο Πνεύμα. Αυτοί οι άνθρωποι για να έχουν αυτή τη φώτιση και να βλέπουν τα μέλλοντα, σημαίνει ότι είχαν μετάνοια. Γιατί τους διάλεξε αυτούς η Παναγία; Δηλαδή, εάν όντως πιστεύουμε στο γέροντα Παναή ως θεοφόρο άνθρωπο, τότε γιατί να μην πιστέψουμε στους σημερινούς ανθρώπους, που είναι κι αυτοί λαϊκοί, αλλά δεν είναι βρακάδες; Φορούν παντελόνια, γιατί άλλαξε η μόδα, ή φούστες, αν είναι γυναίκες.
Ο γέρο Παναής έχει αφήσει στον τόπο μας ανθρώπους, που μπορεί να μη γνώρισαν το γέροντα Παναή, όμως γνώρισαν τη ζωή του μέσα από την μετάνοια.

Ευλογία μεγάλη και ευθύνη για μας που τον γνωρίσαμε, τον ζήσαμε.

Κυρίως ευθύνη.

Μακάρι η ευχή του να μας στηρίζει και η ευχή σας να μας δυναμώνει.

Αμήν, για όλους.

Ευχαριστούμε πολύ.

Παρακαλώ.



Πηγή: http://isagiastriados.com/index.php?option=com_content&view=article&id=139&Itemid=296