Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

Συνθήκη Σεβρών : Ένας θρίαμβος που κατέληξε σε τραγωδία

Δημοσιεύθηκε: 11 Αυγούστου 2015 Κατηγορίες: Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός
doφγξφγξκηγκwnloadΣτις 28 Ιουλίου του 1920 τερματίζεται και τυπικά για την Ελλάδα και την Τουρκία ο Πόλεμος. Σε μια αίθουσα του δημαρχείου των Σεβρών, κοντά στο Παρίσι, υπογράφεται η τελική συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στη σουλτανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης και τους συμμάχους της Αντάντ. Είναι η γνωστή συνθήκη των Σεβρών που έκανε το όραμα της “Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών” να μοιάζει εφικτό. Τελικά αποδείχτηκε εφιάλτης που ακόμη και σήμερα μας στοιχειώνει.
Πως φθάσαμε στη Συνθήκη
Με την ανακωχή του Μούδρου, ο δρόμος για την ουσιαστική διεκδίκηση μικρασιατικών περιοχών, όπου κατοικούν συμπαγείς ελληνικοί-χριστιανικοί πληθυσμοί είχε ανοίξει.
Κατά τη συνεδρίαση του ανώτατου συμμαχικού συμβουλίου στις 22 Απριλίου 1919, οι Αγγλογάλλοι και οι Αμερικανοί, εκμεταλλευόμενοι την απουσία του Ιταλού εκπροσώπου, δίνουν στην Ελλάδα την άδεια να καταλάβει την ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης με αποστολή -επισήμως- την τήρηση της τάξης και στην προστασία των χριστιανικών πληθυσμών, μέχρι να επιτευχθεί η σύναψη της τελικής ειρηνευτικής συμφωνίας. Ουσιαστικά, οι Αγγλογάλλοι χρησιμοποιούν τον ελληνικό στρατό εναντίον της Τουρκίας και επιπλέον να περιορίσουν τα ιταλικά επεκτατικά σχέδια.
Η επιχείρηση για τη στρατιωτική κατάληψη της Σμύρνης θα πραγματοποιηθεί, στις 2 Μαΐου 1919. Κατά την αποβίβαση τους οι ελληνικές δυνάμεις γίνονται δεκτές με ενθουσιασμό από τους Έλληνες κατοίκους,αλλά δέχονται επίθεση από ομάδες Τούρκων ενόπλων και απαντούν. Κατά τις συγκρούσεις χάνουν τη ζωή τους 2 Έλληνες και 5 Τούρκοι στρατιώτες.
Στις 28 Ιουλίου του 1920 σε μια αίθουσα του δημαρχείου των Σεβρών, κοντά στο Παρίσι, υπογράφεται η τελική συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στη σουλτανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης και τους συμμάχους της Αντάντ. Την Ελλάδα εκπροσωπούν (και υπογράφουν) ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Έλληνας πρεσβευτής στο Παρίσι Άθως Ρωμανός.
Η συνθήκη, γενικά, είναι άκρως καταδικαστική για την Τουρκία.
Οι όροι της Συνθήκης.
Η Ελλάδα, κατοχύρωνε επισήμως την Δυτική Θράκη ενσωμάτωνε την Ανατολική, μέχρι περίπου την Κωνσταντινούπολη Έπαιρνε τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο και επισημοποιούσε την παρουσία της στην περιοχή της Σμύρνης και στην ενδοχώρα της .
Η Ελλάδα φαινόταν να έχει ήδη εξασφαλίσει τα Δωδεκάνησα πλην της Ρόδου και την Κύπρο , ενώ συνεχίζονταν οι διαβουλεύσεις και για τη Βόρειο Ήπειρο.
Διχασμός ακόμη και τότε
Οι βενιζελικοί πανηγύρισαν την υπογραφή της συνθήκης και θεώρησαν ότι αυτή παγίωνε τα ελληνικά δίκαια.
Τον ενθουσιασμό αυτόν δεν συμμεριζόταν η κωνσταντινική αντιπολίτευση, πουεξακολουθούσε να καθορίζεται από τα διχαστικά σύνδρομα και να παρουσιάζει τη συνθήκη ως αποτυχία.
Και οι δύο, πάντως πλευρές, δεν φαίνονταν να εντοπίζουν τους πραγματικούς κινδύνους που δημιουργούσε για την Ελλάδα η ασταθής διεθνής κατάσταση και οι αυξανόμενες στρατιωτικές δυσκολίες στη Μικρά Ασία.
Στην Τουρκία κυρίαρχος των εξελίξεων ήταν πλέον ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο οποίος είχε ξεκινήσει το κίνημα αντίστασης εναντίον των Ελλήνων.
Για τον Τούρκο ηγέτη η Συνθήκη των Σεβρών δεν ήταν παρά ένα «κουρελόχαρτο» ανάλογο με εκείνο της Ανακωχής του Μούδρου (1918), που θα ακυρωνόταν στην πράξη με την ένοπλη αντίσταση του τουρκικού λαού εναντίον των ξένων εισβολέων. Κύριος στόχος ήταν φυσικά οι Έλληνες .
Στο πλευρό του και το νεαρό σοβιετικό καθεστώς της Ρωσίας, το οποίο είχε κάθε λόγο να αντιπαρατίθεται στην Αντάντ αλλά και ειδικά στην Ελλάδα (που είχε συμμετάσχει στην εκστρατεία της Ουκρανίας του 1919 εναντίον των μπολσεβίκων).
Οι …σύμμαχοι και οι συνέπειες
Οι σύμμαχοι δεν δείχνουν διατεθειμένοι να επιβάλουν στην Τουρκία όσα προέβλεπε η Συνθήκη. Άπαντες εμφανίζονται από ουδέτεροι εως εχθρικοί .
Όσα είχε κερδίσει η Ελλάδα έπρεπε να τα κατοχυρώσει στο πεδίο της μάχης, αντιμέτωπη με το εθνικιστικό κίνημα του Κεμάλ. Με τη Συνθήκη των Σεβρών η σουλτανική εξουσία κατέρρευσε και οι κεμαλικοί κυριάρχησαν.
Η πραγματικότητα αυτή οδήγησε τοσοβιετικό καθεστώς του Λένιν, στην υποστήριξη των Τούρκων με τους οποίους στις 3 Δεκεμβρίου 1920 υπογράφει την Συνθήκη του Αλεξαντροπόλ. Αναμενόμενη εξέλιξη , αν υπολογίσει κανείς τη στάση που είχαν κρατήσει οι σύμμαχοι της Αντάντ (αλλά και η ίδια η Ελλάδα) απέναντι στην επανάσταση του.
Ο δρόμος από τον θρίαμβο των Σεβρών στην τραγωδία της Μικράς Ασίας είχε ανοίξει.
Πηγή:  onalert.gr

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

Το κούρσεμα της Πολής

Δημοσιεύθηκε: 29 Μαΐου 2015 Κατηγορίες: Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός
1453_poliorkia_tis_polis_Σαν πατήθηκε πειά η πόρτα του Ρωμανού και σκοτώθηκε ο βασιλιάς, οι Τούρκοι γιουργιάρανε μέσα στην Πόλη σαν τ’ αγριεμένο ξεροπόταμο που κατεβαίνει στενεμένο ανάμεσα στ’ αψηλά βράχια, ύστερ’ από νεροποντή.
Δε μπαίνανε εκατό-εκατό, μηδέ διακόσιοι, μα χιλιάδα απάνω στη χιλιάδα. Τέτοια ήτανε η μανία τους μη δεν προφτάξουνε να κουρσέψουνε, που απ’ το στρίμωγμα λαβωνόντανε συναμεταξύ τους και πολλοί σκάσανε ποδοπατημένοι απ’ τους δικούς τους. Και σα μπαίνανε μέσα στο κάστρο, σκορπίζανε άλλος εδώ, άλλος εκεί, κοπάδια-κοπάδια, σφάζοντας όποιον βρίσκανε μπροστά τους, είτε γυναίκα, είτε παιδί, είτε άντρα.
Το μεγάλο μακελειό βάσταξε απ’ την ανατολή του ηλίου ίσαμε το μεσημέρι. Πολλοί χριστιανοί κρυφτήκανε μέσα σε λαγούμια και σε σπηλιές κ’ ύστερα τους βρήκανε και τους σκλαβώσανε.
Φτάνοντας οι Τούρκοι στην πλατεία, ανεβήκανε στον πύργο και κατεβάσανε τη βυζαντινή σημαία και τη σημαία τ’ άγιου Μάρκου και ισάρανε στον τόπο τους το σαντάρδο του σουλτάνου. Τα κάστρα από τη μιαν άκρη ίσαμε την άλλη πέσανε στα χέρια του Τούρκου. Μονάχα οι Κρητικοί, που βρισκόντανε μέσα στους πύργους του Λέοντα και του Βασιλείου, βαστήξανε τον πόλεμο ίσαμε το μεσημέρι. Ο σουλτάν Μεμέτης σαν τάκουσε θαύμασε την παλληκαριά τους και τους άφησε να φύγουνε στην πατρίδα τους, παίρνοντας μαζί τους ό,τι είχανε απάνω τους.
Όπως είπα πρωτύτερα, πολύς κόσμος έτρεξε στη θάλασσα να γλυτώση, μα έπεσε μαζεμένος στα καράβια και πολλά βουλιάξανε και πνιγήκανε πολύς λαός. Οι πορτιέρηδες, βλέποντας τον κόσμο που ωρμούσε από τις πόρτες, θυμηθήκανε ένα παλιό ρητό πώλεγε πως η πόλη θα ξαναπαιρνότανε απ’ τα χέρια των Τούρκων αν γυρίζανε πίσω οι Χριστιανοί, κλειδώσανε τις πόρτες και ρίξανε τα κλειδιά έξω απ’ το κάστρο. Τότε δα φούντωσε η σφαγή, που δε μπορεί να τη χωρέση το μυαλό του άνθρωπου. Όσοι γλυτώσανε χάσανε τα φρένα τους και τρέχανε να κλειστούνε στην Άγια-Σοφιά. Κείνη την ώρα ήτανε πώχαν’ η μάννα το παιδί και το παιδί τη μάννα. Θεέ μεγαλοδύναμε, απάνω σ’ αυτούς τους συμφοριασμένους έπεσε όλη η οργή σου! Μερμήγκια αμέτρητη πλημμύρισε την εκκλησιά, απάνω, κάτω, στο νάρθηκα, στ’ άγιο βήμα, σε κάθε μεριά. Σφαλίξανε τις πόρτες και παρακαλούσανε με μεγάλες φωνές το Θεό να τους λυπηθή. Οι κουμπέδες κ’ οι θεόρατες καμάρες αντιβουίζανε και ρίχνανε πιο πολλή τρομάρα στις καρδιές των κοριτσιών• τα μικρά παιδάκια ξεψυχούσανε απ’ το φόβο τους. Σε λίγο φτάξανε οι Τούρκοι και πιάσανε να βαράνε με τους μπαλτάδες τις πόρτες. Το κοπάδι, που ήτανε μαντρισμένο μέσα βέλαζε λυπητερά σε κάθε τσεκουριά.
Ποια γλώσσα μπορεί να πη τι γίνηκε σαν μπήκανε μέσα οι Τούρκοι, βαστώντας στα χέρια τους άλλοι ματωμένα μαχαίρια μια οργυιά μάκρος, άλλοι πελέκια ακονισμένα, άλλοι κοντάρια, π’ αστράφτανε οι σουβλερές μύτες τους. Η εκκλησιά πιτσιλίστηκε απ’ τα αίματα σε δυό μπόγια ύψος, πώλεγες πως ήτανε χασάπικο. Όσοι απομείνανε ζωντανοί είχανε τρελλαθή. Οι Τούρκοι δένανε τους άντρες με σκοινιά, τις γυναίκες με τις ζώνες τους. Έβλεπες αφεντάδες δεμένους πιστάγκωνα μαζί με τους υπηρέτες, κυράδες με τις δούλες, παπάδες με γρηές, δεσποτάδες, παλληκάρια βουτημένα στο αίμα. Ο ένας μπροστά στον άλλον βιάζανε τις γυναίκες, ανάμεσα σε κουφάρια και σε λαβωμένους που μουγκρίζανε. Άλλοι πάλι από κείνα τ’ αγρίμια ξεγυμνώνανε την εκκλησιά. Μέσα σε μια ώρα απομείνανε μονάχα οι τοίχοι. Δεν αφήσανε μηδέ καντήλι, μηδέ δισκοπότηρο, μηδέ βαγγέλιο, μηδέ εικόνα, μηδέ ρούχα, τίποτα! Πως περνά η ακρίδα από ‘να καταπράσινο περιβόλι κ’ ύστερα, σαν κάνη φτερά, αφήνει χώμα μοναχό, έτσι απόμεινε κ’ η Άγια-Σοφιά ξεγυμνωμένη.
Το μαχαίρι κ’ η φωτιά βάσταξε τρία μερόνυχτα, όπως είχε ταμένο στους στρατιώτες του ο σουλτάνος. Η απέραντη Κωνσταντινούπολη αντιλαλούσε μέρα νύχτα. Τι αίμα και τι δάκρυα χυθήκανε! Χιλιάδες καρδιές χτυπούσανε, τέτοια συμφορά δε μπορεί να τη συλλογισθή άνθρωπος. Άλλοι σφαζόντανε πριν πάνε στα σπίτια τους, άλλοι καταφέρνανε να φτάξουνε στα δικά τους μα δε βρίσκανε τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους. Αντρόγυνα χωριζόντουσαν, ο ένας Τούρκος έσερνε τον άντρα κι’ ο άλλος τη γυναίκα. Τα παιδιά τα ξεκολλούσανε απ’ το λαιμό της μάννας, τα κορίτσια τα σέρνανε απ’ τα μαλλιά μέσα στο δρόμο. Πεινασμένα σκυλιά πίνανε το αίμα π’ άχνιζε μέσα στα χαντάκια. Πειό πολλά ήτανε τα κομμένα κεφάλια, που κειτόντανε στο χώμα, παρά οι πέτρες της γης. Φρόνιμες νοικοκυράδες, που δεν τις είχε δη ο ήλιος, ατιμαζόντανε γυμνές μέσα στις πλατείες. Παπάδες περπατούσανε βιαστικά, φορτωμένοι με βαρειά σεντούκια, που τους τάχανε φορτωμένα οι ζεμπέκηδες και τους δέρνανε σαν γαϊδούρια και τους τραβούσανε με το καπίστρι πούχανε περασμένο στο λαιμό τους. «Και ην ιδείν ορμαθούς εξερχόμενους απείρους ώσπερ αγέλας».
Στα καράβια δεν είχε απομείνει μηδέ ένας Τούρκος, γιατί ριχτήκανε στο πλιάτσικο. Με μεγάλη μανία γυρεύανε να βρούνε τα γυναικεία μοναστήρια, τα πατούσανε και κουβαλούσανε τις καλογρηές μέσα στα καράβια κ’ εκεί ο διάβολος πειά μπορεί να πη το τι γίνηκε. Πολλές γυναίκες, για να ξεφύγουνε την ατιμία, πέσανε και πνιγήκανε στη θάλασσα και στα πηγάδια.
Οι Τούρκοι είχανε τούτη τη συνήθεια, άμα μπαίνανε μέσα σ’ ένα σπίτι για να κουρσέψουνε, στήνανε μια σημαία απάνω στα κεραμίδια. Οι άλλοι Τούρκοι, βλέποντας τούτη τη σημαία, δε μπαίνανε ποτέ μέσα, μα τραβούσανε πάρα πέρα, ναβρούνε άλλο σπίτι λεύτερο. Ίσαμε διακόσες χιλιάδες τέτοια κουρέλια σαλεύανε απάνω στην Πόλη, γιατί οι Τούρκοι βάζανε πολλές παντιέρες στο ίδιο σπίτι για να κάνουνε πανηγύρι.
Όλη τη μέρα σφάζανε. Τόσο μουσκεμένη ήτανε η γης, πώλεγες πως έβρεξε αίμα, κι’ όπου έβρισκε χαντάκι το αίμα έτρεχε σα νάτανε βροχονέρι. Τα κουφάρια τα ρίχνανε στο μπουγάζι του Βοσπόρου, και το ρέμα τα κατρακυλούσε σα νάτανε πεπόνια, Χριστιανοί-Τούρκοι ανακατεμένοι.
Ο σουλτάνος δε μπήκε μέσα στην Πόλη με το στρατό, παρά απόμεινε στο στρατόπεδο. Κατά το μεσημέρι οι πασάδες του πήγανε τα κλειδιά, σημάδι πως ήτανε πειά δική του η Κωνσταντινούπολη. Τότε καβαλλίκεψε και μπήκε με τη συνοδεία του μέσα στο κάστρο και τράβηξε ίσια στην Αγιά-Σοφιά. Δε μπήκε μέσα στην εκκλησιά με τάλογο, παρά ξεπέζεψε και μπαίνοντας μέσα θαύμασε πολλήν ώρα και περιεργάσθηκε το χτίριο. Ύστερα φώναξε έναν χότζα και τούπε ν’ ανεβή απάνω στον άμβωνα και να φωνάξη την προσευχή τους «Αλλάχου εκπέρ, Αλλάχου εκπέρ, Μουχαμετούλ ρεσούλ Ουλλάχ.» Σαν τελείωσε ο χότζας, ανέβηκε ο ίδιος στην Άγια Τράπεζα και το ξανάπε.
Την ώρα πώβγαινε έξω, είδε έναν Τούρκο που τσάκιζε τα μάρμαρα. Ο Μεμέτης τον βάρεσε με το καμουτσί λέγοντας του: «Κιοπέκ, σας άφησα το θησαυρό και τους ανθρώπους, μα τα χτίρια είνε δικά μου!»
Από κει τράβηξε με τους πασάδες και ρώτηξε για το βασιλιά της Πόλης, ζη ή πέθανε. Και σαν τούπανε πως σκοτώθηκε, πρόσταξε και πλύνανε πολλά κεφάλια στο μέρος που χάθηκε, για να τον γνωρίσουνε, μα δε μπορέσανε μέσα σε τέτοιο πλήθος. Σε λίγο όμως βρέθηκε το κορμί του και το γνωρίσανε απ’ τα κόκκινα ποδήματά του με τους κεντημένους αητούς. Κόψανε το κεφάλι και το βάλανε σε μια πλατεία κοντά στ’ άγαλμα του Γιουστινιανού και κει στάθηκε ίσαμε το βράδυ. Ύστερα το μπαλσαμώσανε και τώστειλε ο σουλτάνος στην ανατολή από χώρα σε χώρα, για να δη ο κόσμος τη νίκη του. Το σώμα το πήρανε οι Χριστιανοί και το θάψανε.
Τα πλιάτσικα κ’ οι σκλάβοι, άλλα στοιβαχθήκανε στις τέντες, άλλα φορτωθήκανε στα καράβια και τραβήξανε να τα πουλήσουνε, όπως έστερξε ο σουλτάνος. Κάθε Τούρκος ήτανε φορτωμένος. Τι μαλάματα, τι ασήμια, τι χαλκώματα, τι ρούχα μεταξωτά, τι βιβλία! Καράβια ολάκερα γεμίσανε καλόγερους και καλογρηές. Έβλεπες ζεϊμπέκια ψειριασμένα νάνε ντυμένα με ρούχα δεσποτικά, άλλοι φοράγανε χρυσά πετραχήλια, άλλοι κορώνες και καλυμμαύχια στο κεφάλι. Σκυλιά δεμένα με ζώνες κεντημένες, επιγονάτια και φελόνια για σαγή στ’ άλογα. Μέσα στους ασημένιους δίσκους βάζανε ντομάτες και κρέατα, πίνανε κρασί μέσα στα δισκοπότηρα. Φορτώσανε στις καρότσες βιβλία, που δεν είχανε μετρημό και τα σκορπίσανε σ’ ανατολή και δύση. Για ένα γρόσι πουλιόντανε ο Αριστοτέλης, ο Πλάτωνας κ’ οι άλλοι ξακουσμένοι σοφοί της αρχαιότητας, γραμμένοι σε πετσί, με χρυσοκοντυλιές και με χρυσά δεσίματα. Τα εικονίσματα τα σκίζανε με το τσεκούρι και βράζανε κρέας μέσα στα καζάνια.
Τη δεύτερη μέρα, δηλαδή στις 30 Μαγιού, ξαναμπήκε στην Πόλη ο σουλτάνος, με πολλή παράταξη, κι’ αφού τριγύρισε σε διάφορα μέρη, πήγε και στο παλάτι. Και βλέποντας το έρημο είπε έναν στίχο κάποιου Πέρση ποιητή για την ματαιότητα του κόσμου.
Ήτανε πειά πεθαμένη και θαμμένη η ξακουσμένη Κωνσταντινούπολη, η Θεοσκέπαστη, η Νέα Σιών, η Εφτάλοφη, το καμάρι της Ανατολής, πώβρισκε άνθρωπος και του πουλιού τα γάλα. Πούχε το κάστρο με τους τρακόσους πύργους, τα παζάρια, τα αρτοπρατεία, τα χαλκοπρατεία, τα αργυροπωλεία, τα βλατοπωλεία, τα κηροπωλεία, τα λουτρά, τα συντριβάνια, τις βρύσες, τις δεκαεννιά στέρνες, τα Ιπποδρόμια, τα παλάτια, τις τρακόσες εκκλησιές και τα διακόσια μοναστήρια, τ’ αμέτρητα τ’ αγάλματα κι’ ό,τι μπορεί να βάλη ο νους τ’ ανθρώπου. «Τη δεύτερη δε από της ημέρας εκείνης, εισελθών ο Μεχμέτης, περιόδευσε την πόλιν και ην η πάσα άοικος, ούτε άνθρωπος, ούτε κτήνος, ούτε όρνεον κραυγάζον ή λαλούν εντός.»
Κοντά στο παλάτι ετοιμάσανε ένα μεγάλο τραπέζι για το σουλτάνο, κι’ αφού έφαγε, ήπιε πολύ κρασί και μέθυσε. Τότε πρόσταξε να του πάνε το ναύαρχο Νοταρά με τα παιδιά του και να τους αποκεφαλίσουνε. Πρώτα σφάξανε τα παιδιά μπροστά στο συμφοριασμένον τον πατέρα, πώλεγε ολοένα «δίκαιος ει, Κύριε!», κ’ ύστερα τον ίδιον. Δεν περάσανε λίγες μέρες και πρόσταξε να κόψουνε και το Χαλίλ πασά, που τον υπωπτευότανε πως είχε προδώσει τα μυστικά του στους γραικούς.
Το τέλος της Πόλης φαίνεται ακόμα πειό λυπητερό άμα συλλογισθή κανένας πως χαλάσθηκε το μήνα Μάη, τις μέρες που μοσκοβολούσανε οι πασκαλιές κ’ οι τριανταφυλλιές. Ανήμερα που σκλαβώθηκε η Πόλη ήτανε της Αγίας Θεοδοσίας, που τη γιορτάζανε πάντα οι Πολίτες στις 29 Μαγιού με μεγάλη δόξα στην εκκλησιά της, που γίνηκε ύστερα τζαμί. Μ’ όλη την αγωνία που περνούσανε, οι γυναίκες την είχανε στολισμένη, κατά τα συνηθισμένα, με στεφάνια και με περιπλοκάδες από τριαντάφυλλα. Την ώρα, που μπήκανε μέσα οι Τούρκοι, ψέλνανε ακόμα οι ψαλτάδες. Τους περάσανε όλους απ’ το μαχαίρι, κι’ από τότε βαστά η ονομασία «Γκιούλ Τζαμί», δηλαδή «Το Τζαμί με τα τριαντάφυλλα», και μ’ αυτό τόνομα στέκει ως τα σήμερα. Μέσα σ’ αυτή την εκκλησιά λένε πως υπάρχει κ’ ένα μνημόρι, οπώχει απάνω στην πλάκα τούρκικα γράμματα, που λένε «Εδώ κείτεται ένας μαθητής του Χριστού» και πως αυτός είνε ο τάφος του βασιλιά Παλαιολόγου.
Τους Γενοβέζους του Γαλατά ο σουλτάνος δεν τους πείραξε, γιατί σταθήκανε φίλοι του στον πόλεμο, τους χάρισε μάλιστα και προνόμια. Το φιρμάνι που τους έδωσε αρχίξει με τούτα τα λόγια: «Εγώ ο μέγας αυθέντης και μέγας Αμηράς σουλτάνος ο Μεχμέτ Μπέης, ο υιός του μεγάλου αυθέντου Αμηρά Σουλτάνου του Μουράτ Μπέη. Ομνύω εις τον Θεόν του ουρανού και της γης και εις τον μέγαν ημών προφήτην Μωάμεθ, και εις τα επτά μουσάφια όπού έχομεν και ομολογούμεν, και εις τας ρκδ’ (124) χιλιάδας προφήτας του Θεού και προς τας ψυχάς του πάππου μου και του πατρός μου, και προς εμαυτόν και προς τα παιδιά μου, και στο σπαθί οπού ξώννομαι…».
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
ΤΟ ΠΑΡΣΙΜΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
Επιμέλεια: Διονύσιος Πυλαρινός

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Ενωτικό Δημοψήφισμα

Ένωση και μόνον Ένωση με τη Μάνα Ελλάδα

15 Ιανουαρίου 2015
Επέτειος-σταθμός στις προσπάθειες των Ελλήνων της Κύπρου για εθνική αποκατάσταση: Ενωτικό Δημοψήφισμα 15ης Ιανουαρίου του 1950.
«Μεγάλη και ξεχωριστή η θέση της 15ηςΙανουαρίου 1950 στην κυπριακή ιστορία» αναφέρει ο μακαριστός Παπασταύρος  Παπαγαθαγγέλου, ο φλογερός αυτός ρασοφόρος και στρατολόγος της ΕΟΚΑ. «Τούτη τη μέρα η Νήσος των Αγίων ολόκληρη έπλεε στο γαλανόλευκο. Οι δρόμοι των πιο πολλών χωριών προς την εκκλησία, μα και οι αυλές των Εκκλησιών στρώθηκαν με μυρσίνια. Άνδρες και γυναίκες πρωί-πρωί με πηγαίο ενθουσιασμό, φλογερή πίστη και σωφροσύνη χαρακτηριστική έσπευδαν στην εκκλησία, για να εκτελέσουν το άγιο καθήκον. Πρώτα-πρώτα να παρακολουθήσουν τη Θεία Λειτουργία κι ύστερα να εκφράσουν με την υπογραφή τους σ’ ένα φύλλο χαρτιού τη θέλησή τους για το πολιτικό μέλλον τους. Για ένωση και μόνον Ένωση με τη Μάνα Ελλάδα».
enosis1
Όπως ήταν επόμενο, η κυβέρνηση απείλησε τους υπαλλήλους της ότι «οποιοσδήποτε θα τολμούσε να υπογράψει το σχετικό έγγραφο, θα ετιμωρείτο αυστηρά, και με απόλυση ακόμη ». Πολλοί, όμως, απ’ αυτούς, δημόσιοι υπάλληλοι, δάσκαλοι, μουκτάρηδες(κοινοτάρχες) όχι μόνο υπέγραψαν, αλλά και πρωτοστάτησαν στην κινητοποίηση του κόσμου.
Αξίζει να τονιστεί ότι η ατμόσφαιρα ήταν πολύ φορτισμένη συγκινησιακά. Παντού επικρατούσε ενθουσιασμός. Οι νέοι και οι νέες τραγουδούσαν πατριωτικά και χριστιανικά τραγούδια.
Στον Καθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννου στη Λευκωσία πρώτος υπέγραψε το ιστορικό έγγραφο του Δημοψηφίσματος ο σεπτός Εθνάρχης Μακάριος ο Β΄, ο από Κυρηνείας.
enosis5
«Ο ακάματος και αγέραστος αγωνιστής , αφού έκαμε το σημείο του Σταυρού με βαθιά ευλάβεια», αναφέρει ο μ. Παπασταύρος, «σήκωσε το χέρι κατασυγκινημένος, και ψιθύρισε:
«Η δύναμίς σου Κύριε, και να είναι η  ώρα η καλή!»
Μετά, με σταθερό χέρι έβαλε την υπογραφή του, κι αφού στράφηκε προς τους παρευρισκομένους, που με καταφανή συγκίνηση παρακολουθούσαν την κατανυκτική ιεροτελεστία, έδωκε το σύνθημα κι έψαλαν όλοι μαζί τον Εθνικό Ύμνο. Μετά τον Μακαριώτατο, υπέγραψε ο Θεοφιλέστατος Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος κ. Γεννάδιος, Ο Πανοσιολογιώτατος Έξαρχος της Αρχιεπισκοπής κ. Ιερώνυμος κι ύστερα ολόκληρον το εκκλησίασμα».
Οι Έλληνες Κύπριοι υπέγραφαν σε ειδικά φύλλα χαρτιού που έγραφαν στο πάνω μέρος με μεγάλα κεφαλαία γράμματα: ΑΞΙΟΥΜΕΝ ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Ο εθναρχικός σύμβουλος Σάββας Λοϊζίδης σημειώνει:
«Πραγματική ιεροτελεστία συνετελείτο εις τους ναούς των πόλεων και των χωρίων όπου οι Κύπριοι προσήρχοντο δακρύοντες. Και αφού προσεκύνουν τας ιεράς εικόνας, υπέγραφον την προς Ένωσιν αξίωσιν».
enosis2
Εκατοντάδες ξένοι δημοσιογράφοι και αντιπρόσωποι πρακτορείων ειδήσεων, έμειναν κατάπληκτοι μπρο -στά σε ένα τέτοιο θεαματικό αποτέλεσμα.
Η διεξαγωγή και το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος είχε συγκλονίσει το Πανελλήνιο. Τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού πανηγυρίστηκε με ακράτητο ενθουσιασμό. Παντού θεωρήθηκε σαν προμήνυμα Ένωσης και λευτεριάς.
Οι κατάλογοι-τόμοι του Δημοψηφίσματος, υπογράφηκαν εις τετραπλούν, ώστε να προκύψουν 4 σειρές. Η μία σειρά παρέμεινε στην Αρχιεπισκοπή Κύπρου, η δεύτερη θα απεστέλλετο στη Βουλή των Ελλήνων, η τρίτη στην αγγλική Κυβέρνηση και η τέταρτη στον Ο.Η.Ε.
 enosi6
Στο δημοψήφισμα πήραν μέρος και οι Κύπριοι των Αθηνών που ψήφισαν στον ιερό ναό του Αγίου Ελευθερίου, δίπλα στη Μητρόπολη, όπως και οι Κύπριοι στη Νέα Υόρκη που ψήφισαν στην εκεί ελληνική εκκλησία.
Στην Αθήνα, μετά τη Θεία Λειτουργία στον Μητροπολιτικό Ναό, την Κυριακή, 22 Ιανουαρίου, αναπέμφθηκε δέηση από τον Παπασταύρο, που βρισκόταν από τις αρχές Νοεμβρίου του 1949 στην Αθήνα ως υπότροφος της Σχολής Ιεροκηρύκων, Εξιμολόγων, Κατηχητών της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Μέχρι το απόγευμα της βροχερής εκείνης μέρας υπέγραψαν 935 άτομα, σχεδόν όλοι οι Κύπριοι των Αθηνών.
Πώς αντέδρασαν οι κυβερνώντες με το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος; Εξόρισαν από το νησί μας δυο εθνικούς αγωνιστές, τον Παντελή Μπίστη, διευθυντή της εφημερίδας «Έθνος» και του περιοδικού «Αγωνιστής», και τον Γενικό Γραμματέα της Παναγροτικής Ενώσεως Κύπρου(ΠΕΚ) Σωκράτη Λοϊζίδη. Επίσης, προσπάθησαν να παρουσιάσουν την κυπριακή υπόθεση ως «ταραχοποιόν κίνημα αναρχοκομμουνιστικών στοιχείων», για να προδιαθέσει τις χώρες της Δύσης δυσμενώς προς την εθνική μας υπόθεση.
Η ΣΕΚΑ, όμως, η Συντονιστική Επιτροπή Κυπριακού Αγώνα, έδωσε απάντηση στην κυβέρνηση, τονίζοντας ότι δεν έχουν καμίαν σχέση με τον κομμουνισμόν, αλλά «Ως Έλληνες ηρχίσαμεν τον Αγώνα, ως Έλληνες θα τον συμπληρώσωμεν, ως Έλληνες θα πραγματοποιήσωμεν την εθνικήν μας αξίωσιν και ως Έλληνες θα αποθάνωμεν».
enosi10
Μετά τη μεγάλη επιτυχία του Δημοψηφίσματος, η Εθναρχία αποφάσισε τον καταρτισμό Πρεσβείας η οποία θα πήγαινε στο εξωτερικό για να επιδώσει τους τόμους του Δημοψηφίσματος στις Κυβερνήσεις Ελλάδας και Μ. Βρετανίας, όπως και στον ΟΗΕ, και να διαφωτίσει τη διεθνή κοινή γνώμη για τη δικαίωση του ιερού Εθνικού Αγώνα του λαού μας.
Την Πρεσβεία αποτελούσαν ο Μητροπολίτης Κυρηνείας κ. Κυπριανός ως Πρόεδρος και οι κ.κ. Ν. Κλ. Λανίτης και Σάββας Λοϊζίδης, που διέμεναν στην Αθήνα ως μέλη, και ο δικηγόρος κ. Γεώργιος Ρωσσίδης, ως Γραμματέας.
Έτσι, στις 20 Μαΐου 1950 το πρωί το ατμόπλοιο «Ιωνία» κατέπλευσε στον Πειραιά, μεταφέροντας τα μέλη της Εθνικής Πρεσβείας στα οποία ο ελληνικός λαός επιφύλαξε μεγαλειώδη υποδοχή.Όταν έφτασαν στην Αθήνα σύσσωμος ο λαός της πρωτεύουσας με έντονο πατριωτικό ενθουσιασμό συνόδευσε την πρεσβεία από την πλατεία Ομονοίας μέχρι το Μητροπολιτικό Ναό. Εκεί εψάλη Δοξολογία παρουσία πολλών αρχιερέων με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σπυρίδωνα Βλάχο.
enosi9
Η Κυπριακή Πρεσβεία παρέδωσε στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων Γόντικα τους τόμους του Δημοψηφίσματος οι οποίοι βρίσκονται μέχρι σήμερα σε ειδική βιβλιοθήκη της Βουλής. Ταυτόχρονα, σε όλη την Ελλάδα συνεχίζονταν οι εκδηλώσεις υπέρ της Ενώσεως και σχηματίζονταν Επιτροπές Κυπριακού Αγώνος, με επικεφαλής τους κατά τόπους ιεράρχες. Κορωνίδα όλων των εκδηλώσεων ήταν τα πάνδημα συλλαλητήρια σε όλη την Ελλάδα, και ιδιαιτέρως το Εθνικό Συλλαλητήριο Αθηνών, στις 21 Ιουλίου 1950.
Στις 29 Ιουλίου η Κυπριακή Πρεσβεία αναχώρησε για το Λονδίνο για να επιδώσει την τρίτη σειρά των τόμων. Δυστυχώς, ούτε ο Πρωθυπουργός, ούτε ο υπουργός Αποικιών δέχτηκαν να παραλάβουν τους τόμους του Δημοψηφίσματος. Αλλά ούτε και σε ακρόαση δέχτηκαν τα μέλη της Πρεσβείας. Έτσι, οι τόμοι φυλάχτηκαν στον ιερό Ναό της Αγίας Σοφίας του Λονδίνου.
Τον Σεπτέμβριο του 1950 η πρεσβεία έφτασε στη Ν. Υόρκη για να επιδώσει την τελευταία σειρά των τόμων του Δημοψηφίσματος. Εκεί της επιφυλάχτηκε θερμή υποδοχή από τους ομογενείς.
Τελικά, παρά τις αντιδράσεις των Άγγλων, το Κυπριακό μεταφέρεται για συζήτηση στα Ηνωμένα Έθνη.
Αυτή η οκτάμηνη παραμονή στο εξωτερικό, έκανε τα μέλη της Πρεσβείας να συνειδητοποιήσουν ότι
δεν είχαν καμιά ελπίδα. Όλες οι πόρτες των Υπουργείων σε όλες τις χώρες ήταν ερμητικά κλειστές, επιβεβαιώνοντας τα λόγια του εθνικού μας ποιητή: «Δεν είναι εύκολες οι θύρες, όταν η χρεία τις κουρταλεί».
Παρ’ όλο τον αγώνα που έγινε με το Ενωτικό Δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950, οι Άγγλοι δεν συγκινούνται. Δεν έχουν σκοπό να φύγουν από το νησί. Τις διαθέσεις της αγγλικής πολιτικής εξέφρασε με ιταμότητα ο υφυπουργός Αποικιών Χόπκινσον τον Ιούλιο του 1954 στη Βουλή των Κοινοτήτων με την εξής δήλωσή του:
«Η Κύπρος ως στρατηγική περιοχή ουδέποτε (never) θα μπορούσε να τύχη αυτοδιαθέσεως».
enosis6
Οι Κύπριοι πλέον καταλαβαίνουν πολύ καλά ότι με τη διπλωματία είναι αδύνατο να πετύχουν την ελευθερία τους. Η λύση που απομένει είναι μία· η ένοπλη εξέγερση. Ως Έλληνες γνωρίζουν ότι η λευτεριά δε χαρίζεται, αλλά κερδίζεται με αγώνες και θυσίες.
Πολύ εκφραστικοί είναι οι στίχοι του ποιητή Γιάννη Παπαδόπουλου:
Το Γράμμα και η Οδός
«Όταν πια είδαμε κι αποείδαμε :
με τα τηλεγραφήματα και τες πρεσβείες,
κλείσαμε τη μικρή μας ζωή σ’ ένα φάκελλο μικρό
που να χωράει στη φούχτα μιας μαθητριούλας,
στον προβολέα ενός ποδηλάτου,
στη ράχη ενός βιβλίου
και γράψαμε με κόκκινο μελάνι τη διεύθυνση:
Αξιότιμον Ελληνικόν Κυπριακόν λαόν,
Οδόν Ελευθερίας η θανάτου
Χωριά και πόλεις,
Κύπρον».
«Έτσι αρχίζει ένας νέος αγώνας. Ο ηρωικότερος, ο ευγενέστερος, ο αγνότερος και συγκινητικότερος αγώνας που έχει να παρουσιάσει η κυπριακή ιστορία, ίσως και η πανελλήνια και παγκόσμια ιστορία· Ο αγώνας της ΕΟΚΑ, που άρχισε την 1η Απριλίου 1955».

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Πώς η Ρωσία πούλησε την Αλάσκα στους Αμερικάνους


ea176c3aa1212f484280876dc34a4432_MΤο 1867 η Ρωσία πούλησε στις ΗΠΑ την Αλάσκα αντί 7,2 εκατ. δολαρίων. Μόνο τα πρώτα 50 χρόνια, οι Αμερικάνοι κέρδισαν από αυτή τη γη 100 φορές περισσότερα. Πώς συνέβη, και η τσαρική εξουσία έχασε ένα τόσο προσοδοφόρο μέρος;
Το αναρτημένο στην ιστοσελίδα της κυβέρνησης «αίτημα» για «προσάρτηση» της Αλάσκας στη Ρωσία, μάζεψε ήδη περισσότερες από 35 χιλιάδες υπογραφές. Πολλοί, ακόμα και σήμερα, θεωρούν ότι οι Αμερικάνοι έκλεψαν την Αλάσκα από τους Ρώσους, ή την ενοικίασαν και δεν την επέστρεψαν. Σε αντίθεση με τους μύθους που κυκλοφόρησαν, η συναλλαγή ήταν «καθαρή» και οι δυο πλευρές είχαν σοβαρούς λόγους για να την πραγματοποιήσουν.
Τον 19ο αιώνα η Ρωσική Αλάσκα αποτελούσε ένα κέντρο του διεθνούς εμπορίου. Στην πρωτεύουσά της Νοβοαρχάνγκελσκ (σήμερα Sitka), γινόταν εμπόριο κινεζικών υφασμάτων, τσαγιού, ακόμη και πάγου, το οποίο χρειαζόταν ο αμερικανικός νότος πριν εφευρεθούν τα ψυγεία. Κατασκευάζονταν πλοία και εργοστάσια, εξορυσσόταν κάρβουνο. Είχε ήδη γίνει γνωστή ή ύπαρξη πολλών κοιτασμάτων χρυσού. Να πουλήσεις έναν τέτοιο τόπο, φαινόταν τρέλα.
Με τις «ευλογίες» των Τσάρων
Τους ρώσους έμπορους προσέλκυαν στην Αλάσκα οι οδόντες του θαλάσσιου ίππου (ή Οδόβαινου) που θεωρούνταν το ίδιο πολύτιμοι με το ελεφαντόδοντο, και η πολύτιμη γούνα του σαρκοφάγου υδρόβιου θηλαστικού ενυδρίδα, η οποία αποτελούσε προϊόν εμπορικής ανταλλαγής με τους ντόπιους. Συντονιστής αυτής της δραστηριότητας ήταν η λεγόμενη Ρωσο-Αμερικανική εταιρία την οποία είχαν ιδρύσει θαρραλέοι άνθρωποι, ρώσοι επιχειρηματίες του 18ου αιώνα, ταξιδιώτες, και γενικά άτομα με εμπορικό δαιμόνιο. Στην εταιρία ανήκαν όλες οι εμπορικές δραστηριότητες που σχετίζονταν με την Αλάσκα, και αυτή μπορούσε να συνάπτει ανεξάρτητα εμπορικές συμφωνίες με άλλες χώρες, είχε τη σημαία της και το δικό της νόμισμα, τα «μάρκα» από δέρμα ζώων.
Αυτά τα προνόμια είχε χορηγήσει στην εταιρία η τσαρική κυβέρνηση, η οποία δεν έπαιρνε μόνο τεράστιους φόρους από αυτή, αλλά διέθετε και μερίδιο στην εταιρία, καθώς μεταξύ των μετόχων της περιλαμβάνονταν οι Τσάροι και μέλη των οικογενειών τους.
Ο ρώσος Πισαρό
GettyImages_Fotobank_WU00-0081_468
«Βασικός άρχων» των ρωσικών συνοικισμών στην Αμερική ήταν ο προικισμένος έμπορος, Αλεξάντρ Μπαράνοφ. Αυτός, έκτιζε σχολεία και εργοστάσια, μάθαινε τους ντόπιους να καλλιεργούν γογγύλια και πατάτες, κατασκεύαζε φρούρια και ναυπηγεία, διεύρυνε την εκμετάλλευση των ενυδρίδων. Ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του «ρώσος Πισαρό» (γάλλος ζωγράφος, εκπρόσωπος του ιμπρεσιονισμού) και ρίζωσε στην Αλάσκα όχι μόνο για προσωπικό πλουτισμό, αλλά και για λόγους καρδιάς, μιας και πήρε για σύζυγό του την κόρη του φυλάρχου των Αλεούτιων (του αυτόχθονα πληθυσμού των Αλεούτιων νήσων της Αλάσκας).
Επί Μπαράνοφ η Ρωσο-Αμερικανική εταιρία είχε τεράστια έσοδα, κέρδος πάνω από 1000%! Όταν ο Μπαράνοφ στα βαθιά του γεράματα παραιτήθηκε από τις δραστηριότητές του, τη θέση του πήρε ο πλωτάρχης του ρωσικού ναυτικού, Λεόντι Χαγκεμάιστερ, ο οποίος έφερε μαζί του νέο προσωπικό και μετόχους από τους κύκλους του στρατού. Πλέον, σύμφωνα με το καταστατικό, την εταιρία μπορούσαν να διευθύνουν μόνο αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού. Οι εκπρόσωποι των Ενόπλων Δυνάμεων συγκέντρωσαν στα χέρια τους την κερδοφόρα επιχείρηση, αλλά οι ενέργειές τους ήταν αυτές που οδήγησαν την εταιρία στην κατάρρευση.
Αυτόχθονες, φτώχεια, εξέγερση, καταστολή
Τα νέα αφεντικά όρισαν για τους ίδιους αστρονομικές αμοιβές, δηλαδή στους απλούς αξιωματικούς από 1500 ρούβλια το χρόνο (ποσό συγκρίσιμο με τις αποδοχές των υπουργών και γερουσιαστών), ενώ στον επικεφαλής της εταιρίας 150.000 ρούβλια. Την ίδια ώρα, οι τιμές για την αγορά γούνας από τον ντόπιο πληθυσμό μειώθηκαν στο ήμισυ. Τελικά, τα επόμενα είκοσι χρόνια οι Εσκιμώοι και Αλεούτιοι εξολόθρευσαν σχεδόν όλες τις θαλάσσιες ενυδρίδες στερώντας από την Αλάσκα το πιο επικερδές βιοποριστικό και εμπορικό έργο. Οι αυτόχθονες άρχισαν να ζουν στην ανέχεια και οργάνωναν εξεγέρσεις τις οποίες οι Ρώσοι κατέστελλαν βομβαρδίζοντας με τα πολεμικά πλοία τα παράκτια χωριά.
Οι αξιωματικοί επιχείρησαν να βρουν άλλες πληγές κέρδους. Τότε άρχισε το εμπόριο πάγου και τσαγιού, ούτε αυτό όμως οι αδαείς επιχειρηματίες δεν μπόρεσαν να το οργανώσουν με σοφία και ταυτόχρονα, δεν προέβαιναν σε μείωση των προσωπικών αμοιβών τους. Τελικά η Ρωσο-Αμερικανική εταιρία κατέστη εξαρτώμενη από τις κρατικές επιχορηγήσεις, 200.000 ρούβλια το χρόνο, κάτι που όμως δεν έσωσε την κατάσταση. Σαν να μην έφτανε αυτό, άρχισε και ο Κριμαϊκός πόλεμος κατά τον οποίο εναντίον της Ρωσίας στράφηκαν Αγγλία, Γαλλία και Τουρκία. Τότε πια έγινε προφανές ότι η Ρωσία δεν μπορούσε ούτε να υποστηρίξει με χρήματα και άλλους πόρους την Αλάσκα, ούτε να την προστατέψει. Οι θαλάσσιες οδοί τέθηκαν υπό τον έλεγχο των συμμάχων. Ακόμη και η προοπτική εξόρυξης χρυσού κατέστη ένα προβληματικό εγχείρημα. Υπήρχε ο φόβος ότι η εχθρική Αγγλία θα μπορούσε να αποκλείσει την Αλάσκα και τότε η Ρωσία θα έμενε χωρίς τίποτα.
Η ένταση μεταξύ Μόσχας και Λονδίνου αυξανόταν, από την άλλη όμως, οι σχέσεις με την Αμερική ήταν πιο θερμές από ποτέ. Η ιδέα της πώλησης της Αλάσκας γεννήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα και στις δυο πλευρές. Και τότε ο επιτετραμμένος της Ρωσίας στην Ουάσιγκτον, Έντουαρντ Στιόκλ, άρχισε ύστερα από εντολή του τσάρου τις διαπραγματεύσεις  με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ουίλιαμ Σιούαρντ.
Η ρωσική σημαία δεν θα υποσταλεί
GettyImages_Fotobank_EQ01-3655_468
Ενώ οι αξιωματούχοι έκαναν τις διαπραγματεύσεις, η κοινή γνώμη και στις δυο χώρες τάχθηκε κατά της συναλλαγής. «Πώς θα παραδώσουμε μια γη, για την ανάπτυξη της οποίας καταθέσαμε τόσες δυνάμεις και χρόνο, μια γη στην οποία πέρασε ο τηλέγραφος και άνοιξαν χρυσορυχεία;», έγραφαν οι ρωσικές εφημερίδες. «Τι να το κάνει η Αμερική αυτό το “σεντούκι με πάγο” και 50 χιλιάδες άγριους Εσκιμώους που πίνουν ιχθυέλαιο για πρωινό;», ήταν η θυμωμένη άποψη του αμερικανικού Τύπου, ενώ κατά της συναλλαγής δεν τασσόταν μόνο αυτός, αλλά και η Γερουσία και το Κογκρέσο. Παρ’ όλα αυτά, στις 30 Μαρτίου 1867 υπεγράφη στην Ουάσιγκτον η συμφωνία για την πώληση 1,5 εκατομμυρίου εκταρίων ρωσικών κτήσεων στην Αμερική αντί 7,2 εκατ. δολαρίων, ένα ποσό καθαρά συμβολικό. Τόσο φτηνά δεν πωλούνταν ούτε άχρηστες ερημικές εκτάσεις στη Σιβηρία. Η κατάσταση όμως ήταν κρίσιμη και θα μπορούσε να μην ληφθεί ούτε αυτό.
Η επίσημη παράδοση της γης έγινε το 1867 στο Νοβοαρχάνγκελσκ. Τα αμερικανικά και ρωσικά στρατιωτικά τμήματα παρατάχθηκαν δίπλα από το κοντάρι της σημαίας, από τον οποίο άρχισε υπό τον ήχο κανονιοβολισμών να υποστέλλεται η ρωσική σημαία. Αυτή όμως μπλέχτηκε στο υψηλότερο σημείο του ιστού. Τότε εστάλη ένας ναύτης να σκαρφαλώσει στο κοντάρι και εφόσον δεν υπήρχε άλλος τρόπος την έσκισε στο σημείο που είχε μπερδευτεί, αλλά ο αέρας του την πήρε από τα χέρια και αυτή πέφτοντας κάλυψε τις παραταγμένες ξιφολόγχες των ρώσων στρατιωτών. Κακό σημάδι! Στη συνέχεια, οι αμερικανοί άρχισαν να επιτάσσουν τα κτίρια της πόλης, η οποία μετονομάστηκε σε Σίτκα. Μερικές εκατοντάδες Ρώσων οι οποίοι αποφάσισαν να μην πάρουν την αμερικανική υπηκοότητα υποχρεώθηκαν να αποχωρήσουν με εμπορικά πλοία και αφίχθησαν στην πατρίδα μόνο τον επόμενο χρόνο.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, που από το «σεντούκι με πάγο», άρχισε να ρέει σαν ποτάμι ο χρυσός. Στην Αλάσκα άρχισε ο λεγόμενος «Πυρετός του χρυσού του Κλοντάικ», που απέφερε στις ΗΠΑ εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Γεγονός που προκαλεί μελαγχολία βέβαια. Ποιος ξέρει όμως, πως θα είχαν εξελιχθεί οι σχέσεις των μεγαλύτερων παγκοσμίων δυνάμεων αν η Ρωσία δεν είχε απαλλαγεί έγκαιρα από μια προβληματική και ζημιογόνα περιοχή, από την οποία μπορούσαν να αποκομίσουν κέρδος μόνο οι ικανοί και τολμηροί έμποροι, και πάντως σε καμία περίπτωση οι γραφειοκράτες της διοίκησης του ναυτικού.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Ένα γράμμα από τον μελλοθάνατο Έλληνα Ανδρέα Παναγίδη
Με τον Χρίστο Ιακώβου

28/10/2013

Τα χαράματα της Παρασκευής, 21 Σεπτεμβρίου 1956, οδηγήθηκε στην αγχόνη από το βρετανικό αποικιακό καθεστώς ο 22χρονος αγωνιστής της ΕΟΚΑ Ανδρέας Παναγίδης, μαζί με τους Μιχαήλ Κουτσόφτα και Στέλιο Μαυρομμάτη. Ο Παναγίδης καταγόταν από το Παλιομέτοχο και καταδικάσθηκε για τη εκτέλεση του Βρετανού σμηναγού Πάτρικ Χέιλ. Είχε προηγηθεί ένα περιστατικό όταν Βρετανός στρατιώτης σε έλεγχο στον χώρο εργασίας του Παναγίδη στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, λίγο μετά τον απαγχονισμό των Καραολή και Δημητρίου, βρήκε στην τσάντα του την ελληνική σημαία και ζήτησε από τον Παναγίδη να του σκουπίσει τα παπούτσια.

Η ελληνική σημαία αποτελούσε το σύμβολο εθνικής αξιοπρέπειας και αγώνα για τον Παναγίδη και η προσβολή της είχε ως αποτέλεσμα να αντιδράσει και να κτυπήσει άγρια τον Βρετανό. Ήταν ο μοναδικός από τους απαγχονισθέντες ο οποίος ήταν παντρεμένος και άφηνε πίσω του τρία παιδιά και μια σύζυγο. Συγκλονιστικός ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε τον θάνατο και αποτυπώνεται στο γράμμα το οποίο έγραψε αμέσως μετά την ειδοποίηση για την εκτέλεση της θανατικής ποινής.

Το γράμμα είναι το ακόλουθο: «Aξιολάτρευτά μου παιδιά, πολυαγαπημένη μου γυναίκα, χαίρετε. Αυτήν την στιγμήν που σας γράφω είναι Τρίτη, 10 η ώρα βράδυ. Ακριβώς πριν τρία λεπτά μας ειδοποίησαν ότι χαράματα της Παρασκευής 21.9.1956, θα εκτελεσθούμε. Ίσως, όταν διαβάζετε αυτό το γράμμα, εγώ να μην υπάρχω αναμεταξύ στους ζωντανούς. Λατρευτά μου παιδιά, σας αφήνω για πάντα, στην τόσο νεαρή μου ηλικία. Στα 22 μου χρόνια πεθαίνω για χάρη μιας μεγάλης ιδέας. Σας εύχομαι, αγαπημένα μου παιδιά, να γινήτε καλοί Χριστιανοί και καλοί Έλληνες Κύπριοι. Ακολουθήστε πάντα τον δρόμο της αρετής. Να είσθε πάντα βέβαιοι ότι σας αγάπησα τόσο θερμά και με μια απέραντη πατρική αγάπη.

Αλλά δυστυχώς σας αφήνω, χωρίς να σας δω να μεγαλώνετε, όπως το ονειρευόμουν… Κι εσύ, πολυαγαπημένη μου Γιαννούλα, σου ζητώ για τελευταία χάρη να περνάς καλά με τα παιδιά μας. Αγάπα τα θερμά, τόσο πολύ, και για μένα. Και εγώ από ψηλά θα σας στέλλω τις πιο θερμές μου ευχές. Και να σεβαστής και το δικό μου όνομα. Βλέπεις ότι η μοίρα θέλησε να μας πικράνει στα πρώτα χρόνια του γάμου μας. Αυτή τη στιγμή που σου γράφω, ένα χαμόγελο γλυκύ στολίζει τα χείλη μου, γιατί είμαι ευτυχισμένος που αφήνω τα παιδιά μου σε μια καλή μητέρα. Η ψυχή μου είναι γεμάτη με αληθινή χαρά, γιατί είμαι υπερήφανος για σένα. Μη δώσεις καμιά ματιά στο παρελθόν, αλλά κοίταζε το παρόν. Σου ζητώ συγγνώμη και συγχώρεση για ό, τι σου έφταιξα Γιαννούλα. …’Έχετε γεια, μια και για πάντα, αγαπημένες μου υπάρξεις. Με φιλιά και αγάπη, ο σύζυγος σου και ο αγαπητός σας πατέρα Ανδρέας Παναγίδης».

Το γράμμα του μελλοθανάτου Ανδρέα Παναγίδη δεν αποτελεί πλέον μια ατομική επαφή του ήρωα με την οικογένειά του, αλλά μέρος της εθνικής κληρονομιάς που άφησε διηνεκώς ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ στις μεταγενέστερες γενεές. Αυτό είναι το αθέατο μεγαλείο των ηρώων του αγώνα για την Ένωση με την Ελλάδα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι ήρωες, αλλά και η πλειοψηφία των όσων στελέχωσαν την ΕΟΚΑ, προήλθαν από τις παραδοσιακές αγροτικές ελληνικές κοινότητες της Κύπρου και κατ’ επέκταση εξέφρασαν εκείνη την εθελούσια ηθική αυτοθυσίας εν ονόματι των αρχών μέσα στις οποίες κοινωνικοποιήθηκαν.

Κατά τους Pleiss και Feldhusen, (Mentors, Role Models, and Heroes in the Lives of Gifted Children. 1995), ήρωας εκλαμβάνεται ο άνθρωπος που εκφράζει πάνω από όλα μια ευρέως αποδεκτή ηθική και ο οποίος ξεπερνά τον εαυτό του, υπερβαίνει δηλαδή τα όρια του προσωπικού συμφέροντος παραμένοντας σταθερός στις ηθικές του δεσμεύσεις. Ήρωας μπορεί να είναι κάποιος επώνυμος θεσμικός αντιπρόσωπος ή κάποιος απλός πολίτης ο οποίος επιδεικνύει μια απαράμιλλη επιμονή να πράττει το ηθικά σωστό. Στον ήρωα ευδιακρίτως αναγνωρίζονται στις πράξεις του χαρακτηριστικά συμπεριφοράς όπως η ιεράρχηση σε ανώτατο επίπεδο του κοινού συμφέροντος, η ευαισθησία στις συλλογικές ανάγκες, η γενναιότητα, η αυτοθυσία. Στον εννοιολογικό ορισμό του ήρωα, πέραν των αξιών που εκφράζει, είναι αναγκαία και η αναφορά στην ιδιότητά του ως φορέα αλλαγής, πολιτικής, κοινωνικής, πολιτιστικής.

Σε κάθε εποχή η ηθική αποτελεί μια σημαντική κατάκτηση του πολιτισμού. Η ανάπτυξή της στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ικανότητα των ανθρώπων να αντιλαμβάνονται και να αξιολογούν ηθικά τόσο τη συμπεριφορά τους όσο και τη συμπεριφορά των άλλων. Συνεπώς, η ηθική προϋποθέτει αναφορά σε ένα σύστημα αξιολόγησης των ανθρωπίνων πράξεων και σε ποιό βαθμό κάποιος κατανοεί, ασπάζεται και εφαρμόζει τις συγκεκριμένες ηθικές αξίες, δηλαδή τι είναι ωφέλιμο και τι όχι, αποδεκτό ή κατακριτέο, είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο, με όλες τις ενδιάμεσες διαβαθμίσεις. Με άλλα λόγια η ανάπτυξη της ηθικής σχετίζεται πάντοτε με κάποιο σύστημα αξιών.

Σε κάθε κοινωνία τα ηρωικά πρότυπα τα οποία επικρατούν είναι εκείνα τα οποία αποδέχεται το μεγαλύτερο μέρος της, και πιο ειδικά οι νέοι. Αυτά τα πρότυπα συνδέονται με την έννοια της ηθικής της κοινωνίας μέσα από την οποία εκφράζονται. Στην εποχή μέσα στην οποία μεγάλωσε ο Ανδρέας Παναγίδης τα πρότυπα ανεδύοντο μέσα από την ελληνική ιστορία ή ήσαν ζώσες μαρτυρίες μέσα από την ελληνική παράδοση, του κληρονομικού δηλαδή πολιτισμού που μετεβιβάζετο από γενιά σε γενιά μέσω του παραδείγματος. Ήταν οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι ενάρετοι άνθρωποι της κοινότητας ή ακόμη, για τον Ανδρέα Παναγίδη, οι Μιχαήλ Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου που απηγχονίσθησαν λίγους μήνες πριν από αυτόν.  

Καθώς η κοινωνία αλλάζει, αναδιαμορφωμένη και μεταμορφωμένη, αλλάζουν και οι αξίες και κατ’ επέκταση το πρότυπο και το πάνθεον των ηρώων. Αλλάζει το νόημα και οι ιδιότητες που η κοινωνία, και ιδιαίτερα οι νέοι, αποδίδουν στην έννοια του ήρωα. Έτσι σήμερα οι ήρωες για τους νέους, με τους οποίους προθύμως ταυτίζονται, είναι οι εφήμερες διασημότητες, τα πρόσωπα ή τα δημιουργήματα δηλαδή που ευρίσκονται στο επίκεντρο της δημοσιότητας, τα επονομαζόμενα είδωλα ή stars, έστω κι αν αυτά έχουν ημερομηνία λήξεως.

Σήμερα για τους νέους υπάρχουν οι υπερεθνικοί και πολιτισμικοί ήρωες, ο Σούπερμαν, ο Σπάιντερμαν, ο Μπάντμαν, ο Μπεν Τεν, ο Ράμπο και τόσοι άλλοι υπεράνθρωποι των μαζών (κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό του Ουμέρτο Έκο) νιτσεϊκών ιδιοτήτων, υπερήρωες της μαζικής παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας και του εθνομηδενισμού. Το ερώτημα είναι: ποιες αξίες και ποιους στόχους προβάλλουν και, ακόμη περισσότερο, ποιάν αλλαγή ενθαρρύνουν και εκφράζουν, καθότι οι ήρωες είναι πρόσωπα εμπνευστές των οποίων μια κοινωνία αξίζει να θαυμάζει και να μιμείται τις πράξεις; 

Στην εξέλιξη των ανθρωπίνων κοινωνιών ο χρόνος καταξιώνει τους ήρωες στη συλλογική συνείδηση, ενώ αφήνει τις εφήμερες διασημότητες να εξατμιστούν. Οι κοινωνικοπολιτικές κρίσεις είναι ταυτοχρόνως και κρίση ηθικής και ως εκ τούτου οι διανοητικές μας συνήθειες αναζητούν αξίες δοκιμασμένες στον χρόνο. Η γοητεία των αξιών που εκφράζει ο Ανδρέας Παναγίδης παραμένει αναλλοίωτη, έστω και αν κάποτε ξεχνιούνται… έστω και αν διάφοροι προσπαθούν ματαίως να επιβάλουν τη θέση ότι η επιδίωξη της Αυτοδιάθεσης-Ένωσης από τους Έλληνες της Κύπρου ήταν άδικη και λανθασμένη.

28/10/2013

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης


μπροστά στον λευκό πύργοΑπό τις αρχές Οκτωβρίου του 1912 η Ελλάδα βρισκόταν σε πόλεμο με την παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας ως συμμάχους τη Βουλγαρία και τη Σερβία (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος). Θέατρο των επιχειρήσεων, η περιοχή της Μακεδονίας.

Ο ελληνικός στρατός βάδιζε από νίκη σε νίκη στη Δυτική Μακεδονία. Όμως, από την αρχή των εχθροπραξιών σοβούσε σοβαρή διαφωνία μεταξύ του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο διάδοχος επιθυμούσε πρώτα την κατάληψη του Μοναστηρίου προς Βορρά, ενώ ο Βενιζέλος, βλέποντας την πιθανότητα να καταληφθεί η Θεσσαλονίκη από το βουλγαρικό στρατό, πίεζε τον Κωνσταντίνο να κατευθυνθεί προς τη φυσική πρωτεύουσα της Μακεδονίας, μια περιοχή με στρατηγική σημασία, η απελευθέρωση της οποίας αποτελούσε διακαή πόθο του ελληνισμού. «Καθιστώ υμάς υπευθύνους διά πάσαν αναβολήν έστω και στιγμής» του τηλεγραφεί επιτακτικά.

Τελικά, ο Κωνσταντίνος πείθεται με τη μεσολάβηση του πατέρα του βασιλιά Γεωργίου Α’ και στις 25 Οκτωβρίου η εμπροσθοφυλακή του ελληνικού στρατού φθάνει προ των πυλών της Θεσσαλονίκης. Είχε προηγηθεί η καθοριστική νίκη στη Μάχη των Γιαννιτσών (19 – 20 Οκτωβρίου), που είχε κάνει ευκολότερη την προέλαση του ελληνικού στρατού. Ο Χασάν Ταξίν Πασάς που υπερασπιζόταν τη Θεσσαλονίκη δεν είχε άλλη δυνατότητα, παρά να ζητήσει μια έντιμη συμφωνία για την παράδοση της πόλης.

Στις 25 Οκτωβρίου οι απεσταλμένοι του ζήτησαν από τον Κωνσταντίνο να επιτραπεί στον Ταξίν να αποσυρθεί με το στρατό και τον οπλισμό του στο Καραμπουρνού και να παραμείνει εκεί μέχρι το τέλος του πολέμου. Ο Κωνσταντίνος, φυσικά, απέρριψε τον όρο του και του πρότεινε την παράδοση του στρατού του και τη μεταφορά του στη Μικρά Ασία με δαπάνες της ελληνικής κυβέρνησης.

Ο Ταξίν Πασάς υπογράφει τα πρωτόκολλα παράδοσης της Θεσσαλονίκης.
Ο Ταξίν Πασάς υπογράφει τα πρωτόκολλα παράδοσης της Θεσσαλονίκης.

Ο Οθωμανός αξιωματούχος δέχθηκε, τελικά, τους όρους του Κωνσταντίνου και στις 11 το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου, ανήμερα της εορτής του Αγίου Δημητρίου, οι πληρεξούσιοι αξιωματικοί Ιωάννης Μεταξάς (ο κατοπινός δικτάτωρ και ο άνθρωπος του «ΟΧΙ») και Βίκτωρ Δούσμανης μεταβαίνουν στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης και υπογράφουν τα σχετικά πρωτόκολλα παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό.

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο, παραδίνονταν ως αιχμάλωτοι 25.000 τούρκοι στρατιώτες και 1.000 αξιωματικοί. Στην κατοχή του ελληνικού στρατού περιέρχονταν όλος ο βαρύς και ελαφρύς οπλισμός του σχηματισμού (70 πυροβόλα, 30 πολυβόλα, 70.000 τυφέκια και πυρομαχικά). Το πρωί της 27ης Οκτωβρίου εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη δύο τάγματα ευζώνων και ύψωσαν την ελληνική σημαία στο Διοικητήριο, ενώ οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να λαμβάνουν θέσεις στα υψώματα γύρω από την πόλη.

Στις 11 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1912 ο Κωνσταντίνος εισήλθε με το επιτελείο του στη Θεσσαλονίκη και το μεσημέρι έγινε πανηγυρική δοξολογία στο ναό του Αγίου Μηνά. Την ίδια μέρα, κατέφθασαν έξω από τη Θεσσαλονίκη και οι Βούλγαροι, όμως για τους γείτονες ήταν ήδη αργά. Ο επικεφαλής της μεραρχίας τους στρατηγός Τεοντορόφ ζήτησε να εισέλθει στην πόλη για να στρατοπεδεύσει. Εισέπραξε την αρνητική απάντηση του Κωνσταντίνου και ύστερα από διαπραγματεύσεις, επιτράπηκε να μπουν στην πόλη για ολιγοήμερη ανάπαυση δύο τάγματα με επικεφαλής τους Βούλγαρους πρίγκιπες Βόρι και Κύριλλο. Επικράτησε, όμως, σύγχυση και τελικά εισήλθε στη Θεσσαλονίκη ένα ολόκληρο βουλγαρικό σύνταγμα, γεγονός που εκνεύρισε τον Βενιζέλο. Οι Βούλγαροι δήλωναν εμφαντικά παρόντες στις εξελίξεις στη Μακεδονία. Ο σπόρος του Β’ Βαλκανικού Πολέμου είχε ριχτεί.

Στις 29 Οκτωβρίου ήταν η σειρά του βασιλιά Γεωργίου Α’ να εισέλθει στην πόλη και να επισημοποιήσει την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους Έλληνες κατοίκους της, με απάθεια ανάμικτη με φόβο  από το μουσουλμανικό στοιχείο, ενώ οι Εβραίοι, που ήταν η πολυπληθέστερη πληθυσμιακή ομάδα της πόλης, δεν έκρυψαν την απογοήτευσή τους, καθώς προωθούσαν σχέδιο διεθνοποίησης της Θεσσαλονίκης.
 Πηγή:sansimera.gr 

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Παύλος Μελάς: Το 1904 έπεσε στον αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας


8DDE794D7133CE53DC3614945199FAFCΑποτέλεσε υπόδειγμα γενναιότητας και αυταπάρνησης για την απελευθέρωση της πατρίδας στην ελληνική ιστορία

«Βούλγαρος να μη μείνει». Αυτή ήταν η τελευταία φράση του Παύλου Μελά, λίγο πριν ξεψυχήσει στις 13 Οκτωβρίου του 1904, θανάσιμα τραυματισμένος στη μάχη που δόθηκε στη Στάτιστα με Τουρκικό απόσπασμα 150 ανδρών ο ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα Παύλος Μελάς.
Γύρω από το σώμα του νεκρού Π. Μελά εκτυλίχθηκε μια διπλωματική επιχείρηση για την παραλαβή και ενταφιασμό του. Οι Έλληνες δεν ήθελαν να γίνει γνωστό στους Τούρκους ποιος ήταν ο νεκρός, και συγκεκριμένα ότι ήταν Έλληνας αξιωματικός, διότι αυτό θα δημιουργούσε διπλωματική κρίση.
Αρχικά ο νεκρός θάφτηκε από τους χωρικούς έξω από τη Στάτιστα, ενώ οι Τούρκοι δεν γνώριζαν την ταυτότητά του. Αργότερα ο προεστός της Σιάτιστας ονόματι Ντίνας απεσταλμένος της ελληνικής πλευράς (πιθανώς του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη ή του οπλαρχηγού Κύρου) επιχείρησε να ξεθάψει και να μεταφέρει αλλού τον νεκρό. Στο μεταξύ όμως ο θάνατος του Μελά είχε μαθευτεί στην Αθήνα και η Τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα ειδοποίησε τις Τουρκικές Αρχές της Θεσσαλονίκης να βρουν το πτώμα ώστε να το χρησιμοποιήσουν ως απόδειξη της Ελληνικής επέμβασης σε Τουρκική επικράτεια. Έτσι, ενώ ο Ντίνας έκανε την εκταφή εμφανίστηκε Τουρκικός στρατός. Τότε έκοψε βιαστικά το κεφάλι του νεκρού και έφυγε.
Το κεφάλι τάφηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ναού της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Πισοδέρι ενώ οι Τούρκοι πήραν το ακέφαλο σώμα και το πήγαν στην Καστοριά για αναγνώριση. Ο Γερμανός Καραβαγγέλης, που γνώριζε τα πάντα, κινητοποίησε τη νεολαία της Καστοριάς που περικύκλωσε το Διοικητήριο και απαιτούσε να τους δοθεί το σώμα “κάποιου Ζέζα” που ήταν Έλληνας. Ο Μητροπολίτης, προειδοποιώντας ότι μπορεί να συμβούν ταραχές που θα έβλαπταν την ειρηνική συμβίωση Τούρκων και Ελλήνων κατάφερε να του δοθεί το σώμα το οποίο και τάφηκε στο παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών κοντά στο Μητροπολιτικό Μέγαρο Καστοριάς. Ο Παύλος Μελάς αποτέλεσε υπόδειγμα γενναιότητας και αυταπάρνησης για την απελευθέρωση της πατρίδας στην ελληνική ιστορία.
Μετά το θάνατο του η δράση των Ελληνικών δυνάμεων έγινε πιο έντονη, περιορίζοντας τη δράση των Βούλγαρων κομιτατζήδων, και επιτυγχάνοντας την ένωση Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας με την Ελλάδα.
Σήμερα, το όνομα του Παύλου Μελά φέρει προς τιμή του το χωριό Στάτιστα ενώ πλήθος προτομών του στολίζουν πλατείες πόλεων μεταξύ των οποίων στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, την Κοζάνη και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Στη Θεσσαλονίκη, μετά το πρόγραμμα Καλλικράτης, οι τρεις δήμοι “Σταυρουπόλεως, Πολίχνης, Ευκαρπίας” ενώθηκαν σε ένα δήμο με την ονομασία Παύλος Μελάς.
Ο Παύλος Μελάς θεωρείται σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα, και πολλά προσωπικά του αντικείμενα εκτίθενται τώρα στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Θεσσαλονίκης και στο μουσείο Παύλος Μελάς στην Καστοριά.
Γεννήθηκε στη Μασσαλία της Νότιας Γαλλίας . Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Παρακάλαμο Πωγωνίου της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων. Μετά τη μετακίνηση της οικογένειας στην Αθήνα, σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων απ’ όπου αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού το 1891. Φέροντας τύψεις για την έκβαση του πολέμου του 1897 συμμετείχε από τους πρώτους στο ιδρυθέν το 1900 Μακεδονικό κομιτάτο για την εμψύχωση του απογοητευμένου ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας και σε αντίδραση στη δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων.
Έτσι από τον Φεβρουάριο του 1904 ο Παύλος Μελάς έσπευσε με άλλους τρεις αξιωματικούς, τους Α. Κοντούλη, Α. Παπούλα και Γ. Κολοκοτρώνη, προς επιτόπια μελέτη της κατάστασης. Αποτυγχάνοντας σε εκείνη την πρώτη προσπάθεια, επανήλθε τον Ιούλιο του ίδιου έτους οπότε και εισήλθε στη Μακεδονία ως ζωέμπορος με το όνομα “Πέτρος Δέδες”. Μετά 20ήμερη παραμονή συναντήθηκε με τον Λάμπρο Κορομηλά στη Θεσσαλονίκη ανταλλάσσοντας σκέψεις για ανάληψη επιχειρήσεων και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα.
Στις 18 Αυγούστου όταν όλα ήταν έτοιμα κατά το σχέδιο ο Παύλος Μελάς με το επιχειρησιακό όνομα Καπετάν Μίκης Ζέζας, επικεφαλής σώματος εκ 35 μόλις ανδρών, που το αποτελούσαν Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρητικοί, ανέλαβε την αρχηγία του Μακεδονικού αγώνα ενάντια στους Βούλγαρους και εισήλθε ένοπλα στα Μακεδονικά εδάφη με την εντολή να ασκεί καθήκοντα αρχηγού και στις μικρότερες ομάδες που δρούσαν εν τω μεταξύ στη περιφέρειες Μοναστηρίου και Καστοριάς. Πληροφορηθέντες οι Τούρκοι από διάφορους καταδότες περί της εισόδου και της δράσης του Παύλου Μελά έθεσαν προς καταδίωξή του πολυάριθμο τουρκικό απόσπασμα.
Παρά τις συνεχείς διώξεις του Οθωμανικού στρατού ο Παύλος Μελάς άρχισε ν΄ αποδεκατίζει τις βουλγαρικές ομάδες με βάση τα χωριά Λιγκοβάνη και Λίχυβο. Όμως στις 13 Οκτωβρίου 1904 βρισκόμενος στη Στάτιστα και προδομένος από την βουλγάρικη συμμορία του Μήτρου Βλάχου περικυκλώθηκε από Τουρκικό απόσπασμα 150 ανδρών. Μετά από δίωρη λυσσαλέα μάχη διέταξε αιφνίδια έξοδο τεθείς επικεφαλής των ανδρών του. Στην επιχείρηση αυτή τραυματίσθηκε θανάσιμα στην οσφυϊκή χώρα και πέθανε μετά από μισή ώρα στα χέρια του φίλου του, Γεώργιο Στρατινάκη.
Εις μνήμην του   Σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα
Του Νίκου Ι. Κωστάρα
 20131012-205447
«Ενός ανδρός το αίμα αν ποτίσει το χώμα της Μακεδονίας, θα ξυπνήσουν οι κοιμώμενοι, θα εγκαρδιωθώσιν οι τρομοκρατηθέντες, θα φυτρώσωσιν επί της γης εκδικηταί και σωτήρες». Αυτά πίστευε ο πρωτεργάτης του Μακεδονικού Αγώνα και με το αίμα του πότισε και ανέστησε το δέντρο του αγώνα στην Μακεδονία με την αναβίωση του κλεφταρματολισμού.
​Και πράγματι ο ηρωικός θάνατος του ανθυπολοχαγού Παύλου Μελά στις 13 Οκτωβρίου 1904 στα Στάτιτσα – σημερινό χωριό Μελάς – της περιοχής Καστοριάς, ήταν ένα γεγονός που συγκλόνισε τους Έλληνες και συνέγειρε τον Ελληνισμό. Κατά τις τελευταίες
δεκαετίες η ημερομηνία αυτή έχει καθιερωθεί να τιμάται ως η συμβολική ημέρα ενάρξεως του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908). Φέτος οι εορτασμοί αποκτούν μεγαλύτερη λαμπρότητα διότι έχει περάσει ένας αιώνας. Και είναι υποχρέωσή μας να θυμόμαστε και να τιμούμε αυτούς που αγωνίστηκαν για την ελευθερία των ελληνικών εδαφών. Διότι λαός που δεν τιμά τους μαχητές της ελευθερίας είναι καταδικασμένος να ξαναχάσει αυτή την πολύτιμη ελευθερία.
​Τότε από κάθε γωνιά της Ελληνικής γης άρχισαν να καταφθάνουν στη Μακεδονία γενναίοι άνδρες, που έγιναν δεκτοί από τους Μακεδόνες καπεταναίους με ενθουσιασμό. «Ποτέ στην ιστορία του Ελληνισμού τόσοι λίγοι δεν προσέφεραν τόσο πολλά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα» θα τονίσει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος για εκείνο τον Μακεδονικό Αγώνα.
​Το Έθνος έπλασε τους ήρωές του και τους προίκισε με τα γνωρίσματα της προτιμήσεώς του. Αποδέκτης και συνεχιστής αυτής της παραδόσεως υπήρξε και ο Παύλος Μελάς. Νέος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, γόνος «καλής» οικογενείας των Αθηνών. Γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στη Μασαλία. Ήταν γιος του Μιχαήλ και της Ελένης, κόρης του Κεφαλλονίτη μεγαλεμπόρου Βουτσινά από την Οδησσό. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1891. Από τα φοιτητικά του χρόνια αναμείχθηκε στο Εθνικό Κίνημα, που είχε υψώσει τη σημαία της απελευθέρωσης των σκλάβων αδελφών. Από το 1894 έγινε βασικό στέλεχος της Εθνικής Εταιρείας και αγωνίστηκε για την διάδοση των σκοπών της. Πήρε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ως ανθυπολοχαγός, υπό τον συνταγματάρχη Ζορμπά.
Ο Μακεδονικός Αγώνας, που ουσιαστικά είχε αρχίσει το 1899, θα πάρει δραματικό χαρακτήρα το 1903-1904 όταν οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες διεκδικούσαν την Μακεδονία και ο αγώνας τους στράφηκε κατά των Ελλήνων. Στην Αθήνα το κίνημα του αλυτρωτισμού ζωντανεύει σε νέα πια βάση: πρέπει να αντιμετωπισθεί ο βουλγαρικός κίνδυνος. Ο Παύλος Μελάς πρωτοστατεί σ’ αυτήν την κίνηση. Η γυναίκα του Ναταλία το γένος Δραγούμη, είναι Μακεδόνισσα. Γυναικαδελφός του ο Ίων Δραγούμης, η ακοίμητη συνείδηση της εποχής του. Παύλος και Ίων μοιράζονται την ίδια αγάπη για την πατρίδα.
​Στις πρώτες ελληνικές αντάρτικες ομάδες στη Μακεδονία, άρχισε η κινητοποίηση αποστολής εθελοντών από την Ελλάδα. Ο Παύλος Μελάς απέβη η ψυχή αυτής της κίνησης. Οι τρεις έξοδοί του στη Μακεδονία έχουν περάσει στη σφαίρα του θρύλου.
​Οι λοχαγοί Αναστάσιος Παπούλας και Αλέξανδρος Κοντούλης και οι ανθυπολοχαγοί Γεώργιος Κολοκοτρώνης και Παύλος Μελάς μπαίνουν μυστικά για πρώτη φορά στη Μακεδονία τον Φεβρουάριο του 1904 για να μελετήσουν την κατάσταση και να υποδείξουν πρακτικά μέτρα. Όμως τίθενται σύντομα στο στόχαστρο των Τούρκων και εξαναγκάζονται να αποχωρήσουν. Για δεύτερη φορά επιστρέφει τον Ιούλιο ως δήθεν ζωέμπορος Πέτρος Δέδες και για τρίτη φορά, κάνοντας χρήσιν της αδείας του, σταλμένος όμως επίσημα από το Μακεδονικό Κομιτάτο της Αθήνας «εξήλθεν εις Μακεδονίαν χωρίς να εννοηθή υπό των ημετέρων και τουρκικών αρχών. Εκεί συναντήθη μετά ενόπλου σώματος Ελλήνων Μακεδόνων, του οποίου μέλη ήσαν Κρήτες και Κύπριοι και Μακεδόνες και το οποίον αναγνωρίσαν τας υπερόχους αρετάς του τον ανεκήρυξεν αρχηγόν λαβόντα το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας. (Μίκης είναι το όνομα του μικρού του υιού, Ζέζε δε αλβανιστί μαύρος).
​Περνά τα σύνορα από τη μεριά της Κοζάνης με σώμα 35 ανδρών τη νύχτα της 27ης προς 28 Αυγούστου 1904. Από την είσοδό του στη Μακεδονία στο σύντομο διάστημα που μεσολάβησε ως το θάνατό του, φρόντισε να οργανώσει την τοπική άμυνα και να ενισχύσει το φρόνημα των κατοίκων. Προσπάθησε να εκφοβίσει τους Βουλγάρους και να επαναφέρει στο Πατριαρχείο πληθυσμούς που από φόβο είχαν προσχωρήσει στην Εξαρχία. Ήταν ουσιαστικός αρχηγός όλων των αντάρτικων σωμάτων που δρούσαν στις περιφέρειες Μοναστηρίου και Καστοριάς.
​Ο αγώνας του τερματίστηκε στο χωριό Στάτιτσα. Η συμμορία των Κομιτατζήδων του Μήτρου Βλάχου τον πρόδωσαν στις τουρκικές αρχές κι ένα τουρκικό απόσπασμα κύκλωσε σύντομα το χωριό. Μετά σύντομη ανταλλαγή πυρών κάποια σφαίρα τον βρήκε στη μέση και πέθανε έπειτα από μισή ώρα. Για να μην πέσει η σορός του καπετάν Μίκη Ζέζα στα χέρια των Τούρκων, οι σύντροφοι τον πήραν μαζί τους, του έκοψαν το κεφάλι για να μην τον αναγνωρίσουν οι Τούρκοι. Τελικά τα οστά του έθαψε ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης το 1907 στη Μητρόπολη της Καστοριάς. Εκεί έμειναν ως το 1950, οπότε μεταφέρθηκαν στο διπλανό παρεκκλήσι των Ταξιαρχών. Από την πρώτη στιγμή ο Παύλος Μελάς τροφοδοτεί όλα τα είδη του γραπτού λόγου. Ο Παπαντωνίου αποκαλεί τον Μελά αϊτό και ο Παλαμάς παλληκάρι: «Στον τόπο που σε πλάγιασε το βόλι, ω παλληκάρι! / πανάλαφρος ο ύπνος σου…» Τον θρύλο, όμως, του Μελά τον διατηρεί και τον γιγαντώνει η λαϊκή μούσα. Δημοτικά άσματα, κυρίως για τον θάνατό του, βρίσκουμε σε όλα τα μήκη και πλάτη του Ελλαδικού χώρου. «Ο μύθος του Παύλου Μελά δηλαδή η αλήθεια του Παύλου Μελά, γιατί ο μύθος είναι η αλήθεια, αυτό μένει όταν ξεχνάμε τα πάντα» γράφει ο Ν. Γ. Πεντζίκης, ενώ ο Μοναστηριώτης Γεώργιος Μόδης – χρονικογράφος του Μακεδονικού αγώνα – τόνισε «Υπήρξε αναμφιβόλος ιδανικός ήρωας, ευγενέστατος άνθρωπος και λαμπρός χριστιανός».
​Ο Παύλος Μελάς άφησε στα 34 χρόνια την τελευταία του πνοή και έγινε ήρωας και σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα. Ο θάνατός του συγκλόνισε την Ελλάδα και στάθηκε αφορμή για την ένταση του Μακεδονικού Αγώνα. Μάλιστα επιγραμματικά ο Ίων Δραγούμης τόνισε: «Ο Μελάς… με τη σπίθα του άναψε στον καθένα, πολλοί που ήταν τυφλοί ως τότε είδαν» Αυτό ισχύει και σήμερα, που πρέπει να γνωρίζουν οι νεώτεροι για να κρατηθεί η συνέχεια της Μακεδονίας και η ιστορική της ταυτότητα.
Πηγές:protothema.gr- olympia.gr - youtube.com

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Ένα μικρό αφιέρωμα στα Σεπτεμβριανά του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, με αφορμή την επέτειό τους (Για να μην ξεχάσουμε ποτέ!)

Δημοσιεύθηκε: 12 Σεπτεμβρίου 2013 Κατηγορίες: Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός

image002 (1)

Το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου 1955, όλα φαινόταν ήρεμα στήν
Πόλη. Μια μικρή ομάδα φοιτητών ήταν συγκεντρωμένοι στην Πλατεία του Ταξίμ, στην κορυφή του Πέρα, διαδηλώνοντας
εναντίον της Ελλάδος. Η Ελλάδα ήταν πάντα ό συντηρούμενος από τις Τουρκικές αρχές στό­χος του όχλου.
Οι πέντε μεγάλοι δρόμοι πού οδηγούσαν στην Πλατεία Ταξίμ γέμισαν ξαφνικά με ένα μαινόμενο όχλο οπλισμένο με τσεκούρια, φτυάρια, ρόπαλα, σκεπάρνια, σφυριά και σι­δερένιους λοστούς πού φώναζε «Kahrolsun giavourlar!» (Ανάθεμα στους γκιαούρηδες!) και «Yikin, kirin, giavourdur!» (Σπάστε, γκρεμίστε είναι γκιαούρης!).
Οταν μαζεύτηκαν 50.000 περίπου άτομα, αλαλάζοντος όχλου, μπήκε σε εφαρμογή η επόμενη φάση του σχεδίου: Καταστροφή όλων των ελληνικών περιουσιών και βεβήλωση όλων των Ιερών και Όσίων του Ελληνισμού της Πόλης. Οι οδηγίες πού είχαν δοθεί ήταν να μη μείνει τίποτα όρθιο.1955 (7)
Ακολούθησαν ώρες πραγματικής κόλασης. Ενα μέρος του όχλου κινήθηκε στο Istiklal Caddesi, το περίφημο Πέρα, πού στο ένα χιλιό­μετρο της διαδρομής
του είχε, σαν το πιο φημι­σμένο εμπορικό κέντρο της Πόλης, 700 περί­που
μαγαζιά πού το συντριπτικό τους ποσοστό άνηκε σε Ελληνες.
Χρυσαφικά μεγάλης αξίας λεηλατήθηκαν μέσα σ’ ελάχιστα λεπτά απ’ τους
συμπλεκόμενους μεταξύ τους διαδηλωτές. Οταν ο όχλος έφθασε στην Αγία
Τριάδα, ακούστηκαν οι κραυγές «Ανάθεμα στους άπι­στους!» και ο όχλος
εισέβαλε στην εκκλησία. Ο,τι κινητό υπήρχε στον ναό καταστράφηκε ή
βεβηλώθηκε. Εικόνες, άγια σκεύη, ράσα ήταν ο στόχος του μανιασμένου όχλου.
Το Πέρα μέσα σε λίγες ώρες άρχισε να αλλάζη όψη. Ό δρόμος αποκτούσε ένα περίεργο υπόστρωμα, πού ήταν ένα μίγμα απ’ τα πράγ­ματα πού καταστρεφόταν:
μηχανήματα, γούνες, ρολόγια, παπούτσια, λάδια, τυριά, υφά­σματα, πιατικά, ρούχα, διάφορα άλλα είδη τροφίμων και ένδυσης, ανακατεμένα, κάτω απ’ το βάρος του όχλου πού κινιόταν συνεχώς, δημιούργησαν σιγά-σιγά μια
υπερυψωμένη μάζα λασπώδη καί λιγδερή.
1955(8)
Στό μεταξύ το σχέδιο της καταστροφής όλων των ελληνικών περιουσιών της Πόλης βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη: Εκατό ομάδες εκτελούσαν το φρικιαστικό τους έργο σε μια τεράστια έκταση απ’ τον Βόσπορο ως τη θά­λασσα του Μαρμαρά. Οι επί κεφαλής των διαδηλωτών με καταλό­γους σπιτιών και καταστημάτων των Ελλή­νων, διεύθυναν τις ομάδες του όχλου.
Ηταν ένας οργανωμένος τυφώνας πού σά­ρωνε τα πάντα στο πέρασμα του. Δεκάδες Ελληνες πολίτες και κληρικοί κακοποιήθη­καν. Λεηλατήθηκαν ή παραδόθηκαν στις φλό­γες 73 ελληνικές εκκλησίες. Καταστράφηκαν εικόνες, αγιογραφίες και σκεύη ανεκτίμητης ιστορικής και αρχαιολογικής άξιας. Κατα­στράφηκαν ολοσχερώς και τα 26 Ελληνικά σχολεία. Ή Πατριαρχική Σχολή του Φαναρι­ού πού ιδρύθηκε το 1453 και ή Θεολογική Σχο­λή της Χάλκης υπέστησαν το μένος του όχλου με ιδιαίτερη βαρβαρότητα. Το Ζάππειο Λύκειο δέχτηκε την επιδρομή του όχλου που
κα­τρακύλησε απ’ τις μεγάλες μαρμάρινες σκάλες το άγαλμα του ευεργέτου του Σχολείου Κων­σταντίνου Ζάππα και, κατέστρεψε όχι μόνο θρανία, πιάνο, αίθουσα τελετών αλλά έκανε και τεράστια ζημιά στις τοιχογραφίες πού κο­σμούσαν το εσωτερικό του σχολείου. 4.340 ελληνικά καταστήματα λεηλατήθηκαν και κα­ταστράφηκαν. 2.600 σπίτια Ελλήνων βρέθη­καν στο μάτι του κυκλώνα και παραδόθηκαν στο μένος καί την πρωτοφανή λύσσα του ό­χλου. Ρημάχτηκαν κυριολεκτικά καί κατα­στράφηκαν τα γραφεία και τα πιεστήρια των τριών μεγάλων ελληνικών εφημερίδων της Κωνσταντινούπολης.
Στό Ελληνικό νεκροταφείο του Σισλί μία ομάδα τυφλωμένων απ’ το μίσος
διαδηλωτών επί δύο ολόκληρες ώρες κατέστρεφε τάφους καί σταυρούς, έσκαβε τους πιο πρόσφατους καί έβγαζε έξω τα πτώματα μαχαιρώνοντας καί κομματιάζοντας τα.
Στήν Παναγία των Βλαχερνών, πού χτίστη­κε πάνω στα θεμέλια Βυζαντινού ναού του 470 μ.Χ., ο όχλος των διαδηλωτών κατέστρεψε με απίστευτη μανία ό,τι οι Ελληνες κατάφεραν να διατηρήσουν για χίλια τετρακόσια ογδόντα πέντε χρόνια. Στόν Αγιο Γεώργιο στα Ψωμαθιά, μια εκ­κλησία χτισμένη τον 13ο αιώνα πού οι Τούρκοι ονόμαζαν kanli kilise (ματωμένη εκκλησία) απ’ το αίμα πού έχυσαν στο σημείο εκείνο την ημέρα της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, η μανία των διαδηλωτών μετέτρεψε την ιστορι­κή εκκλησία σε σωρό ερειπίων.
Στήν Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής, γνωστή σαν Βαλουκλιώτισσα, οι
αστυνομικοί καί ο νυχτοφύλακας πού υποτίθεται ότι τη φύ­λαγαν, καθοδήγησαν τον όχλο στην καταστρο­φή καί στη λεηλασία του ιστορικού Μοναστη­ρίου. Καί οι τρεις μοναχοί πού βρισκόταν τη νύχτα της 6ης Σεπτεμβρίου στο Μοναστήρι είτε θανατώθηκαν είτε βασανίστηκαν. Ό 90χρονος μοναχός Χρύσανθος Μαντάς βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στις φλόγες της φωτιάς πού άναψαν για να τον κάψουν. Ό 6Οχρονος ηγούμενος, επίσκοπος Παμφιλίου Γεράσιμος, βασανίστηκε
καί τραυματίστηκε βαρεία στο κεφάλι. Ό 35χρονος ιερέας Ευάγ­γελος
χτυπήθηκε καί βασανίστηκε. Ό όχλος απαιτούσε τη σταύρωση του πού τελικά δεν έγινε, γιατί οι διαδηλωτές ήθελαν να απολαύ­σουν μία αργή καί
σαδιστική σταύρωση, αλλά καθυστέρησαν πολύ, τους πρόλαβε ο Στρατιωτικός Νόμος πού κηρύχτηκε τα μεσάνυχτα καί φοβήθηκαν τις συνέπειες του.
1955(3)
Οί Πατριαρχικοί Τάφοι καί τα σκηνώματα των μεγάλων ευεργετών του Γένους πού από το 1850 καί μετά τοποθετούντο στον αυλόγυρο της Ιεράς Μονής, καταστράφηκαν με καννιβαλική μανία. Οι Πατριαρχικοί Τάφοι
ανοί­χτηκαν καί τα οστά των νεκρών σκορπίστηκαν στους δρόμους.
21 ελληνικά εργοστάσια καταστράφηκαν ολοκληρωτικά. Σέ όσα βρισκόταν στα παράλια του Βοσπόρου οι μηχανές καί τα εργαλεία πετάχτηκαν στη θάλασσα.
110 ελληνικά εστιατόρια καί ξενοδοχεία λε­ηλατήθηκαν, καταστράφηκαν ή
παραδόθη­καν στις φλόγες. Καί τα 27 ελληνικά φαρμα­κεία λεηλατήθηκαν καί καταστράφηκαν.
Οι βιασμοί γυναικών, ανεξάρτητα απ’ την ηλικία τους, υπολογίζεται ότι
ξεπέρασαν τους 200 τη νύχτα εκείνη, ενώ παρέμεινε άγνωστος ο τελικός
αριθμός των νεκρών, πού ξεπέρασε τους 20, παρ’ όλο πού οι οδηγίες πού
είχαν δο­θεί απαγόρευαν τις δολοφονίες.
Το οργανωμένο σχέδιο της ολοκληρωτικής καταστροφής των περιουσιών των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης διήρκεσε 6 ώρες πε­ρίπου. Στίς 12 τα μεσάνυχτα καί, αφού οι τέλεια οργανωμένες ομάδες είχαν σχεδόν ολοκληρώ­σει το έργο τους, η Τουρκική Κυβέρνηση ευαρεστήθηκε να κηρύξει Στρατιωτικό Νόμο σε μια Πόλη παραδομένη στις φλόγες. Το σχέ­διο τους σημείωσε καταπληκτική επιτυχία.
Το σύνολο σχεδόν των ελληνικών περιουσιών κα­ταστράφηκε. Ό ελληνικός
πληθυσμός τρομο­κρατήθηκε. Οί απειλές για τη ζωή όσων είχαν επιβιώσει ήταν διάχυτες στην ατμόσφαιρα. Ό στόχος τους λαβώθηκε θανάσιμα, Ό Ελ­ληνισμός της Κωνσταντινούπολης δεν επρό­κειτο να συνέλθει ποτέ από το χτύπημα της νύ­χτας αυτής. Σιγά-σιγά καραβάνια ολόκληρα από Ελληνες εγκατέλειπαν την Βασιλεύουσα για να εξασφαλίσουν τουλάχιστον τη ζωή τους.
image001
image002 (2)
image003
image004 (1)
image005
image006