Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Ομιλία για τις Εθνικές Επετείους της 25ης Μαρτίου 1821 και της 1ης Απριλίου 1955

Δημοτικό Θέατρο Λατσιών
23 Μαρτίου 2012, Ώρα 8μ.μ.

Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου

Ιστορία του Νικηταρά

Αυτούς τους σκαπανείς της λευτεριάς μας τιμούμε κι εμείς απόψε. Τους ήρωες της Εθνεγερσίας του 1821 και της Επανάστασης του 1955. Αυτούς που μέθυσαν με τ’ όραμα της λευτεριάς και της Ελλάδας. Γιατί η Ελλάδα, κατά τον ποιητή μας Κώστα Μόντη είναι:

«τελευταίος θάμνος στον γκρεμνό
να τον αρπάζει η λευτεριά να κρατιέται»

Ελληνίδες, Έλληνες

Καταρχάς, να μου επιτρέψετε να ευχαριστήσω θερμότατα τον Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο για την ευγενική πρόσκλησή τους να μιλήσω σήμερα. Να μιλήσω για ήρωες. Να μιλήσω για το θέμα της εσωτερικής ελευθερίας που χρειάζεται εγρήγορση και διαρκή αγώνα για να διασώσει ο άνθρωπος και να κατακτήσει την πνευματική του αυτάρκεια και αυταρχία. Να υιοθετήσει υψηλούς σκοπούς και να πληρώσει τη ζωή του με νόημα, για να πετύχει την ηθική τελειότητα, την ολοκλήρωσή της, την εντελέχειά της.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, ο Έλληνας δεν ανέχτηκε πάνω από το κεφάλι του παρά μόνο ρήτορες, φιλοσόφους, ιστορικούς, ποιητές, καλλιτέχνες. Αυτοί του έδειχναν τον δρόμο της ελεύθερης σκέψης.

Κι ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης μας παραγγέλλει:

«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα διστάσεις
θα τ’ απαρνηθείς όλα για χάρη της».


Φίλοι και φίλες

Στη ζωή κάθε έθνους υπάρχουν στιγμές που το καταξιώνουν, που το φέρνουν πρόσωπο με πρόσωπο με την Ιστορία, στιγμές που το φως χύνεται στις ψυχές των ανθρώπων, αποκτούν καθαρότητα και συνειδητοποιούν την ιστορικότητα και το χρέος τους.

Τέτοιες διαλεκτές στιγμές ήταν η 25η Μαρτίου 1821 και η 1η Απριλίου 1955, στις οποίες σήμερα ειδικά πρέπει να στραφούμε για να επαναβεβαιώσουμε τη δική μας ευθύνη στον δρόμο της τιμής, του αγώνα και της ελευθερίας. Αυτής της ελευθερίας που είναι για μας ηθικό χρέος ακατάλυτο, που παραδίδεται από γενιά σε γενιά.


Η εθνική επέτειος της 25ης Μαρτίου 1821 μας γυρίζει 191 χρόνια πίσω. Και μας φέρνει στην Αγία Λαύρα, στα Δερβενάκια, στο Μανιάκι, στην Γραβιά, στο Μεσολόγγι, στην Χίο και στα Ψαρά. Σε όλους εκείνους τους θρυλικούς και αιματοπότιστους τόπους, όπου οι Έλληνες, με ελάχιστα πολεμικά μέσα, τα έβαλαν με την πανίσχυρη τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και τη νίκησαν κατά κράτος. Μόνοι τους, με την Ευρώπη εχθρική απέναντί τους, αφού έτσι το ήθελε η λεγόμενη «ιερά», αλλά στην πραγματικότητα ανίερη συμμαχία, που είχε επί κεφαλής έναν φοβερό μισέλληνα, τον διαβόητο Μέττερνιχ.

Με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης νιώθω ότι ο ελληνισμός κέρδισε μια μεγάλη νίκη στο πεδίο του πολιτισμού. Τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς δεν στάθηκαν αρκετά να αφομοιωθεί. Κράτησε την εθνική του ταυτότητα, την ιδιοπροσωπία του, την αυθεντικότητά του. Πολλοί λαοί χάθηκαν στο πέρασμα των αιώνων. Πέρασαν από την Ιστορία σαν διάττοντες αστέρες.

Γι’ αυτό το 1821 δεν ήταν μόνο επανάσταση, ήταν και Ανάσταση. Η αγιοσύνη, η παλληκαριά αλλά και η πνευματική ανωτερότητα πιστοποιούσαν κατά τρόπο αδιάψευστο τη συνέχεια της ζωής τους και εξηγούσαν το θαύμα αυτής της Ανάστασης.
Είναι, όμως, χαρακτηριστικό, ότι όλοι ή σχεδόν όλοι, όσοι είχαν πρωταγωνιστήσει στον επικό εκείνο Αγώνα είχαν μείνει φτωχοί. Κάποιοι έγιναν και ζητιάνοι για να επιβιώσουν, όπως ο ήρωας Νικηταράς και άλλοι. Έτσι, όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας έγινε ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος, μιλώντας στην Δ Ἐθνοσυνέλευση (11 Ιουλίου 1829, στο Άργος) είπε ανάμεσα στα άλλα και αυτά : «Όσοι εξ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν θέλουν γνωρίσει, ότι δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγους με τόν βαθμόν του υπουργήματός των, αλλ’ ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η Κυβέρνησις εις την εξουσίαν της». Και τελείωσε την ομιλία του μ’ αυτή την βαρυσήμαντη δήλωση : «Αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εν μέσω ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν». «Η Ελλάς δεν είναι εις θέσιν να διατηρή άρχοντας με επιχορηγήσεις», σημειώνει χαρακτηριστικά ο εθνικός μας Ιστορικός Κων/ντίνος Παπαρρηγόπουλος.
Κυρίες και κύριοι

Οι Ελληνικές αξίες και αρετές είναι μια εφηβική αγκαλιά για όσους παραμένουν γητευτές του ωραίου και εραστές του ονείρου.

Με το φως του ήλιου του 1821 θέλησε και η Κύπρος να ξεδιαλύνει τα σκοτάδια της δικής της σκλαβιάς. Έτσι, την 1η Απριλίου 1955, η φλόγα της λευτεριάς πυρπόλησε τις ψυχές των Κυπρίων.

«Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις,
όμως για λίγη περηφάνια τ’ αξίζει» θα μας πει ο Ελύτης.

Γι’ αυτή την περηφάνια του έθνους μας, τα νιάτα της Κύπρου μεταμορφώθηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη, και με φτερούγες στους ώμους ευαγγελίζονταν τη λευτεριά μας.

«Κείνη την πρώτη άνοιξη
που τα παιδιά παράτησαν τις σάκες
κι άρπαξαν τις μπογιές
γιομίζοντας τους τοίχους με γαλάζιο πάθος
π’ άνοιγαν το στήθος
κι έλεγαν απλά: «πυροβολήστε μας».

Ο αγώνας της ΕΟΚΑ όμως ήταν κι ένα μεγαλειώδες επικό ποίημα. Οι άνθρωποι ζούσαν ποιητικά. Πατούσαν στη γη κι ανακλαδίζονταν στον ουρανό. Χωρίς να χάνουν την αίσθηση της πραγματικότητας ζούσαν ένα διαρκές ποιητικό μεθύσι.

Τέτοιος ήταν ο κόσμος της Κύπρου τότε. Υψιπέτης και περήφανος με αρχοντιά και μεγαλείο ψυχής. Οι νέοι ζώνονταν την πανοπλία του ενθουσιασμού τους κι έβγαιναν στους δρόμους, διαδηλώνοντας για την Ένωση.

«Ευτυχώς που το αίμα δεν παίρνει οδηγίες απ’ το μυαλό.
Ευτυχώς που μονάχα με την καρδιά έχει να κάνει, που η καρδιά το κινεί».

«Ξυπνήσανε, ξυπνήσανε τ’ αδέλφια.
Δεν τα χωράει ο τόπος».

«Κι ο δυνάστης
Μην μπορώντας άλλο από τούτο να πράξει
στήνει αγχόνες
ν’ αλυσοδέσει τον ήλιο.
Η εξουσία του το σίδερο κι η φωτιά
Η δύναμή του μόνη η νύκτα κι ο θάνατος».

Μα ξέχασε πως τούτη η γη
είναι ελληνική.
Ξέχασε πως οι Έλληνες αψηφούν τον θάνατο
σαν την ψυχή τους πυρώσει η φλόγα της λευτεριάς.

Ένα φως τους παρέσυρε τόσο γλυκά,
με μιαν ακατάβλητη έλξη
σ’ αυτό το ταξίδι τους που γυρισμό δεν έχει.

Μπροστά τους μόνο η αγχόνη.

Τα ωραία παλληκάρια που αυγή-αυγή πήγαν και τα κρέμασαν, ανέβηκαν σκαλί-σκαλί την αθανασία και μπήκανε ολόισια στην αιωνιότητα, απ’ εκεί που μπαίνουν οι ολόρθοι άνθρωποι. Μπήκανε στα περιβόλια του παραδείσου ομορφοκαβαλλάρηδες σαν τον Άη Γιώργη, κρατώντας ακέραιο τον ανασασμό μιας αιώνιας νιότης.

Κι ύστερα θάβανε τα ωραία παλληκάρια «σ’ απρόσιτο χώρο». Φυλακισμένα μνήματα είπανε... Κάστρα της λευτεριάς για μας. Κιβωτός με τα άγια των αγίων!

Στις επιστολές των μελλοθανάτων προς τους δικούς τους, που είναι μνημεία ανθρωπιάς, θαυμάζουμε την αγάπη προς την Ελευθερία και την Ελλάδα, την πίστη στον θεό, την ανιδιοτέλεια, την περηφάνια, την εθνική έξαρση, την ευγένεια της ψυχής τους. Θαυμάζουμε, επίσης, την ψυχραιμία και την εγκαρτέρηση μπροστά στον θάνατο.

Στις νέες επιστολές του ήρωα Ανδρέα Παναγίδη που βρέθηκαν στην Αθήνα γράφει σε έναν φίλο:
«Το γράμμα σας μου ενέπνευσε καινούργιο θάρρος και σαν μια αχτίδα φωτός διέσχισε το σκοτεινό μου κελί».

Και συνεχίζει: «Ναι, κύριε Παρδάλη. Μονάχα ο Θεός είναι ο μόνος προστάτης μας και φρουρός του δικαίου και της ελευθερίας. Εύχομαι στον Θεόν, γρήγορα η Κύπρος, που γι’ αυτήν πεθαίνουμε, να ενωθεί με τη Μητέρα Ελλάδα».

Στο τέλος του δεύτερου αυτού γράμματος πλέκει το εγκώμιο της μάνας του. Είναι ένας από τους ωραιότερους ύμνους για τη Μητέρα.

«Άλλη φορά ρώτησαν τη μάνα μου στο χωριό , κατά πόσον λυπάται που χάνει το παιδί της στα 22 του χρόνια. Εκείνη απάντησε, γιατί να λυπηθώ τον γιον μου που τον περιμένει το στεφάνι της τιμής, γιατί να κλάψω τη στιγμή που ο Ανδρέας μου μαζί με τους άλλους καταδίκους τραγουδούν όλη τη μέρα εθνικά άσματα; Είμαι χαρούμενη, γιατί ανήκω στις μητέρες που χάνουν τα παιδιά τους για την ελευθερία. Όχι μόνο η μητέρα μου τα λέει αυτά, αλλά όλες οι Μαυροφόρες Μητέρες που τα παιδιά τους εκτελέστηκαν ή θα εκτελεστούν».

Αυτός ο λαός υπέστη τα πάνδεινα από τους ευγενείς Άγγλους. Δημιούργησαν στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου κρατούσαν τους αγωνιστές. Τα κρατητήρια της Ομορφίτας και των Πλατρών διηγούνται τα απάνθρωπα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλλαν τους αγωνιστές της λευτεριάς οι δήμιοί τους. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν ήταν σωματικές και ψυχικές.

Να θυμηθούμε την περίπτωση του Νίκου Γεωργίου από το Παλαιχώρι που πέθανε από βασανιστήρια δέκα ημερών στα ανακριτήρια Πλατρών.

Στέλιος Τυρταίος και Νικόλας Γιάγκου


Κυρίες και κύριοι,

αν το αίμα των ηρώων μας το μόλυναν οι πλεκτάνες και η ύπουλη διπλωματία, κι αν η Τουρκία εισέβαλε στο νησί μας, εμείς, έχοντας Μνήμες Αγώνα, θα επιμένουμε στην επανένωση του νησιού μας. Το καράβι μας, η Σαλαμινία, θα γυρίσει στο λιμάνι της Αμμοχώστου με τα ιστία ανοικτά και τους ναύτες στα κουπιά γεροδεμένους.

Ως τότε, φυλακτό και πυξίδα θα’χουμε τις μνήμες της εθνεγερσίας του 1821 και της εποποιίας του αγώνα του 1955-59, που εμπνέουν αρετή και γενναιότητα στο ήθος μας, ψυχική λεβεντιά, για να σταθούμε στους μεγάλους δρόμους της ιστορίας μας.

«Αν με φτερούγες σπασμένες ήρθε στο νησί μας η λευτεριά,
δικό μας δεν είναι το φταίξιμο.
Δικά μας ήταν όλα αυτά τα συρματοπλέγματα
που ρίξανε στη θάλασσα να πλύνει το αίσχος τους
που τα φορέσαμε σαν ακάνθινα στέφανα τέσσερα χρόνια.
Δικό μας ήταν το κεφαλόβρυσο του αίματος
αυτά τα καμένα δάση,
σ’ αυτές τις σπηλιές θάψαμε τα καλύτερά μας χρόνια.
Κι αν δεν καρφιτσώσαμε παράσημα στα στήθια των εφήβων μας
είναι γιατί δεν φτάνουν τ’ άστρα τ’ ουρανού μας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου