Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Lisa Genova
Κάθε στιγμή μετράει (Still Alice)
Λιβάνης, 2015
Μετ.
Χρήστος Καψάλης

Μόλις τελείωσα ένα υπέροχα συγκινητικό μυθιστόρημα, ένα βιβλίο-άγγιγμα καρδιάς, ένα βιβλίο που τρέχεις να το τελειώσεις, γιατί συμπάσχεις με την ηρωίδα του. Ένα βιβλίο στο οποίο συντελείται μια πραγματική μέθεξη ψυχής.
Αναντίρρητα, διαβάζοντας αυτό το μυθιστόρημα της Λίζας Τζενόβα, που είναι κάτοχος διδακτορικού στη νευροεπιστήμη από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο, μιλώντας για τη νόσο Αλτσχάιμερ, τις τραυματικές εγκεφαλικές κακώσεις και τον αυτισμό, δεν μπορείς να μην βιώσεις την ενσυναίσθηση, να μη βάλεις τον εαυτό σου στη θέση της ηρωίδας, της Άλις, και να αναρωτηθείς για τούτη την ασθένεια που λέγεται Αλτσχάιμερ, αυτό το εκφυλιστικό τέρας που διαλύει τις αναμνήσεις και την ύπαρξη του ανθρώπου. Παρά τους ιατρικούς όρους, όμως, το μυθιστόρημα δεν είναι  καθόλου βαρετό.
Η Άλις είναι μια πετυχημένη, δραστήρια επιστήμονας, πολύ ευφυής, με φοβερές κοινωνικές δεξιότητες. Είναι μια εξαίρετη καθηγήτρια Γνωστικής Ψυχολογίας στο Χάρβαρντ καθώς και γλωσσολόγος που μελετά τους μηχανισμούς της γλώσσας, και είναι παντρεμένη με τον Τζον, έναν εξίσου καταξιωμένο επιστήμονα βιολόγο, με τον οποίο έχουν τρία παιδιά, δυο κόρες και έναν γιο. Η μεγαλύτερη κόρη είναι νομικός, ο γιος γιατρός και η μικρότερη κόρη θέλει να γίνει ηθοποιός. Ζουν μια ευτυχισμένη ζωή, με μόνο μελανό σημείο το γεγονός ότι η μικρή κόρη τους αρνείται να πάει στο Πανεπιστήμιο, πράγμα που δυσαρεστεί την ακαδημαϊκό μητέρα της και προκαλεί κάποια δυσαρμονία στη σχέση τους.
Κι ενώ η ζωή της είναι τόσο γεμάτη και συναρπαστική, με συνέδρια, διαλέξεις, σεμινάρια σε όλο τον κόσμο, με φοιτητές που θαυμάζουν την εμπνευσμένη και χαρισματική καθηγήτριά τους που καθηλώνει όπου βρεθεί το ακροατήριό της με τις επικοινωνιακές δεξιότητες, τις γνώσεις και την ευγλωττία της, στα πενήντα της πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία η ανακοίνωση του γιατρού της ότι πάσχει από τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Γκρεμίζεται όλος ο κόσμος της.
Ασφαλώς, προϋπήρχαν κάποιες ενδείξεις απώλειας της μνήμης της, αλλά με την ευστροφία της κατάφερε να μην κινήσει υποψίες, ακόμα και στους δικούς της ανθρώπους. Ούτε η ίδια ανησύχησε ιδιαίτερα, όταν ξέχασε πού έβαλε τον φορτιστή της, ή όταν ξεχνούσε κάποια λέξη στις διαλέξεις της, γιατί το απέδιδε στην κούραση.
Μια μέρα, όμως, έχασε τον προσανατολισμό της. Για κάποια λεπτά δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς να πάει στο σπίτι της, σε μια διαδρομή που την έκανε για χρόνια, αφού καθημερινά έτρεχε οκτώ χιλιόμετρα. Από τη στιγμή της διάγνωσης αρχίζει η οδύσσεια και για κείνην και για την οικογένειά της. Παρακολουθούμε τα συμπτώματα της ασθένειας, την πορεία της, τα φάρμακα, τις αντιδράσεις της, τη συναισθηματική φόρτισή της.
Η ίδια η Άλις ξέρει ότι η αρρώστια της δεν έχει γιατρειά. Πιο πολύ, όμως, την ανησυχεί η κληρονομικότητα. Τα τρία παιδιά της έχουν πιθανότητα 50% να αναπτύξουν την ασθένεια. Τελικά, το μεταλλαγμένο γονίδιο το είχε η μεγάλη κόρη, η Άννα που είναι παντρεμένη.
«Μη στεναχωριέσαι, μαμά. Το είπες και μόνη σου, θα βρουν κάποια προληπτική θεραπεία», είπε η Άννα.
Η Άλις θα προτιμούσε χίλιες φορές να είχε καρκίνο, γιατί οι ασθενείς δεν χάνουν την αξιοπρέπειά τους, όπως με το Αλτσχάιμερ.
«Χίλιες φορές καλύτερα να είχε καρκίνο. Θα αντάλλαζε το Αλτσχάιμερ με τον καρκίνο χωρίς δεύτερη σκέψη», σκέφτεται και συγχρόνως ντρέπεται που κάνει αυτή τη σκέψη. 
«Η νόσος Αλτσχάιμερ, όμως, ήταν ένα ολότελα διαφορετικό θηρίο. Κανένα όπλο δεν ήταν ικανό να το σκοτώσει… Ο Τζων εξακολουθούσε να αναζητά περιπτώσεις φαρμάκων που βρίσκονταν στο στάδιο των κλινικών δοκιμών, όμως η Άλις αμφέβαλλε κατά πόσο κάποιο απ’ αυτά θα ήταν έτοιμο και ικανό να επιδράσει ουσιαστικά στην περίπτωσή της… Αυτή τη στιγμή όλοι όσοι νοσούσαν από Αλτσχάιμερ βρίσκονταν αντιμέτωποι με την ίδια κατάληξη, είτε ήταν ογδόντα δύο είτε πενήντα χρονών, ένοικοι του Μάουντ Όμπερν Μάνορ ή καθηγήτριες ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Η πυρκαγιά κατέτρωγε τα πάντα. Κανείς δεν έβγαινε ζωντανός».
Σιγά-σιγά εμφανίζονται διαδοχικά όλα τα συμπτώματα της ασθένειας. Όμως, πριν χαθούν όλα, όταν υπάρχουν ακόμη διαλείμματα διαύγειας, καταφέρνει και μιλά ενώπιον ακροατηρίου για την ασθένειά της. Σε μια πολύ φορτισμένη συναισθηματικά ατμόσφαιρα, εξηγεί πώς αισθάνονται οι ασθενείς με Αλτσχάιμερ:
«Εμείς, οι άνθρωποι που βρισκόμαστε στα πρώτα στάδια του Αλτσχάιμερ, δεν είμαστε ακόμα ολότελα ανήμποροι. Δεν έχουμε απολέσει την ικανότητα να μιλάμε ή να διαμορφώνουμε απόψεις με σημασία, ούτε στερούμαστε παρατεταμένες περιόδους διαύγειας. Κι όμως δεν είμαστε αρκετά ικανοί ώστε να συνεχίσουμε να επωμιζόμαστε τις απαιτήσεις και τις ευθύνες της προηγούμενης ζωής μας. Αισθανόμαστε ότι δε βρισκόμαστε ούτε στη μια ούτε στην άλλη πλευρά, θυμίζοντας ίσως χαρακτήρες ενός παραμυθιού που διαδραματίζεται σε κάποια αλλόκοτη χώρα. Είναι ένας τόπος όπου κυριαρχούν η μοναξιά και ο εκνευρισμός". Και καταλήγει μ' ένα εξαιρετικό επίλογο:
"Το χθες εξαφανίζεται και το αύριο είναι αβέβαιο, οπότε για ποιο λόγο συνεχίζω να ζω; Ζω για την κάθε ημέρα. Ζω για την κάθε στιγμή. Κάποια στιγμή, σύντομα, θα ξεχάσω ότι εμφανίστηκα μπροστά σας και έδωσα αυτή την ομιλία. Όμως το γεγονός πως αύριο θα ξεχάσω κάποια πράγματα δε σημαίνει πως δεν έζησα κάθε δευτερόλεπτο του σήμερα. Θα ξεχάσω το σήμερα, όμως αυτό δε σημαίνει ότι το σήμερα δεν είχε σημασία».
Κάποια στιγμή δεν μπορεί να ανοίξει ούτε τον υπολογιστή της.
Από ένα σημείο και μετά, στα δύο χρόνια που περιγράφεται η ζωή της στο βιβλίο, από τον Σεπτέμβριο του 2003 ως τον Σεπτέμβριο του 2005,  δεν ξεχωρίζει ούτε τα παιδιά της ούτε τον άντρα της. Χαίρεται πολύ, όταν αγκαλιάζει τα εγγονάκια της, τα δίδυμα της μεγάλης της κόρης Άννας.
Σε κάποιο διάλειμμα διαύγειας που έχει, συμβουλεύει τη μικρή της κόρη να ακολουθήσει τον δρόμο που εκείνη θέλει, κι εκείνη της ανακοινώνει ότι θα σπουδάσει υποκριτική τέχνη σε ένα Πανεπιστήμιο κοντά στο σπίτι τους. Παρόλο που η ίδια η Άλις δεν καταλαβαίνει ότι είναι η κόρη της, τουλάχιστον ικανοποιείται η μεγάλη επιθυμία της να δει την κόρη της να φοιτά σε Πανεπιστήμιο.
Κάποια στιγμή, βάλθηκε να φυλλομετρά ένα χοντρό βιβλίο που βρήκε σε ένα τραπεζάκι. Δεν καταλάβαινε τίποτα.
«Νομίζω πως το έχω ξαναδιαβάσει αυτό το βιβλίο», είπε στον άντρα της.
Ο άντρας γύρισε και κοίταξε το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια της, ύστερα κοίταξε την ίδια.
«Δεν το έχεις διαβάσει απλά. Εσύ το  έγραψες. Μαζί το γράψαμε αυτό το βιβλίο, εσύ κι εγώ»…
«Τζων», είπε.
«Ναι».
Άφησε κάτω το βιβλίο του και κάθισε με την πλάτη ολόισια στην άκρη της μεγάλης, λευκής πολυθρόνας του.
«Έγραψα αυτό το βιβλίο μαζί σου», είπε η «Αλις.
«Ναι».
«Το θυμάμαι. Σε θυμάμαι. Θυμάμαι πως κάποτε ήμουν πολύ έξυπνη».
«Πράγματι, ήσουν, ήσουν ο εξυπνότερος άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου».
Αυτό το βιβλίο με το γυαλιστερό μπλε εξώφυλλο αντιπροσώπευε σε μεγάλο βαθμό αυτό που ήταν κάποτε η Άλις».
Κι εδώ, εμφανίζεται ένα έξυπνο τέχνασμα της συγγραφέως που είναι ο παντογνώστης αφηγητής. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση δίνει τη θέση της στην πρωτοπρόσωπη. Παρεμβαίνει η ίδια η Άλις με τις σκέψεις της, όπως και πριν από λίγο που βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη και βλέπει μια άσχημη γριά.
«Δεν είμαι εγώ αυτή. Τι έπαθε το πρόσωπό μου;».
Έτσι, και στη θέα του βιβλίου της, αρχίζουν οι σκέψεις να την πολιορκούν, μόνο που δεν μπορεί να τις εκφράσει.
«Παλιά ήξερα πώς χειρίζεται τη γλώσσα ο ανθρώπινος νους και μπορούσα να διατυπώνω όσα ήξερα. Παλιά ήμουν ένας άνθρωπος που ήξερε πολλά πράγματα. Τώρα πια κανείς δε ζητάει τη γνώμη μου ή τη συμβουλή μου. Μου λείπει αυτό. Παλιά ήμουν φιλομαθής, ανεξάρτητη και σίγουρη για τον εαυτό μου. Μου λείπει η σιγουριά για κάποια πράγματα. Δεν μπορείς να ησυχάσεις, όταν αισθάνεσαι συνέχεια αβεβαιότητα για τα πάντα. Μου λείπει το να κάνω κάποια πράγματα άνετα. Μου λείπει το να συμμετέχω σε όσα συμβαίνουν. Μου λείπει η αίσθηση ότι με θέλουν οι άλλοι. Μου λείπουν η ζωή μου και η οικογένειά μου. Αγαπούσα τη ζωή και την οικογένειά μου».
Ήθελε να πει αυτά κι άλλα πολλά στον άντρα της, αλλά δεν μπορούσε. Το μόνο που κατάφερε ήταν:
«Μου λείπει ο εαυτός μου».
«Κι εμένα μου λείπεις, Άλι, πάρα πολύ».
«Ποτέ δεν είχα σκοπό να καταλήξω έτσι».
«Το ξέρω».
Το τέλος του λυρικού μυθιστορήματος «Κάθε Στιγμή Μετράει» της Λίζας Τζενόβα, μας αφήνει μια γλυκιά γεύση, καθώς η Άλις ζει πλημμυρισμένη από την αγάπη των δικών της που τη φροντίζουν με τη βοήθεια μιας νοσοκόμας. Νιώθουμε ότι είναι ένα αισιόδοξο τέλος, αφού αποπνέει πολλή αγάπη, δόσιμο, στέρεους οικογενειακούς δεσμούς.
Ένα μυθιστόρημα για τη ζωή και τις περιπέτειές της, τα αναπάντεχά της, τις δοκιμασίες της. Είναι ένα πολύ όμορφο μυθιστόρημα που μας ευαισθητοποιεί για αυτή την ασθένεια, και αξίζει να το διαβάσουν όλοι!



2 σχόλια:

  1. Χαίρομαι που σου άρεσε Ζήνα μου. Πολύ ωραία παρουσίαση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ, Κίκα μου. Επηρεάστηκα από τη δική σου παρουσίαση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή