Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΥΚΟΥΤΡΗΣ

Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο(1922-1924)

Πάντα απολαμβάνω τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης(ΜΙΕΤ) και λόγω της θεματογραφίας, της ποιότητας και του υψηλού επιπέδου των εκδόσεων, αλλά και γιατί κι εμείς ανήκουμε στην ευρύτερη οικογένεια της Εθνικής.
Έτσι, ο σύζυγός μου φροντίζει να με εκπλήσσει με αυτά τα υπέροχα δώρα από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Τράπεζας που για χρόνια τώρα αποτελεί το στήριγμά μας.

Το όνομα Ιωάννης Συκουτρής ανέκαθεν μου προξενούσε δέος, για την επιστημονική του κατάρτιση μα και για την τραγική του μοίρα. Δεν θυμάμαι πότε πρωτάκουσα το όνομά του, πάντως πριν από μια εικοσαετία περίπου, όταν ασχολήθηκα εντατικά με τους ελλαδίτες καθηγητές που υπηρέτησαν στην Κύπρο, ξεχώρισα τον Ιωάννη Συκουτρή, αδυνατώντας να πιστέψω ότι ένας άνθρωπος θα μπορούσε να κάνει τόσα πράγματα ταυτόχρονα. Χαλκέντερος και ακατάβλητος, εύστροφος, εργατικότατος, «ρέκτης» φιλόλογος, δεινός συζητητής, μια διάνοια με εμβρίθεια και βαθύνοια, αναγκάστηκε μετά το πέρας των σπουδών του να εργαστεί στην Κύπρο για να συντρέξει την οικογένειά του που είχαν ξεριζωθεί από τη Μικρασία. Ο πατέρας του είχε πεθάνει και η μητέρα και τα πέντε μικρότερα αδέλφια του ζούσαν πρόσφυγες στον Πειραιά

Από την Κύπρο έγραφε μακροσκελή γράμματα στους συμφοιτητές του, όπου άφηνε να ξεχυθούν τα συναισθήματα και οι εντυπώσεις του από το νησί μας, όχι και τόσο κολακευτικά. Τέτοια γράμματα βρήκε ο γνωστός Καθηγητής Φάνης Ι. Κακριδής στα κατάλοιπα της μητέρας του Όλγας Κομνηνού Κακριδή, προσεκτικά φυλαγμένα, που της είχε στείλει ο Ιωάννης Συκουτρής, όταν το 1922-24 δίδασκε ως καθηγητής φιλόλογος στο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας. Αυτά τα γράμματα εκδόθηκαν από το ΜΙΕΤ σε φιλολογική επιμέλεια του κ. Φάνη Κακριδή.

Ο Ιωάννης Συκουτρής μαζί με την Όλγα Κομνηνού σπούδαζαν στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1919 ως το 1922 και έκαναν παρέα ως Σμυρνιοί. Μάλιστα, συνήθιζαν να κάνουν εκδρομές σε αρχαιολογικούς χώρους, όπου όλα τα προετοίμαζε ο ίδιος, και από τους άλλους ζητούσε μόνο να επιλέξουν ένα αρχαίο ελληνικό όνομα, όπως ο ίδιος είχε επιλέξει το ψευδώνυμο Αντιφών, αφού κι ο ίδιος, όπως και ο αρχαίος ρήτορας ήταν απροσμάχητος στις συζητήσεις.

Στην αρχή έγραφε γράμματα για να διαβάζονται από όλους τους φίλους. Στα γράμματά του αυτά που συζητά και επιστημονικά θέματα, δεν προσέχει ιδιαίτερα τη γλώσσα, αφού γράφονται βιαστικά. Συνήθως ζητά να του στείλει η Όλγα διάφορα επιστημονικά συγγράμματα, απ’ όπου επιβεβαιώνεται ότι ορισμένοι καθηγητές στη δεκαετία του 1920 μεταφέρουν στην Κύπρο τις καινούργιες σοσιαλιστικές ιδέες.

Από τα γράμματά του φαίνεται ότι τον απασχολεί η μοναξιά που βιώνει στο νησί: «Θέλω να ζήσεις εδώ μέσα, δια να καταλάβεις ποίος υποφέρει περισσότερον. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω πολύν καιρόν, ώστε να το σκέπτομαι, αλλά υποφέρω».
Εξάλλου, για τον Συκουτρή η επαρχία Λάρνακας και Λευκωσίας είναι από τα ασχημότερα μέρη του νησιού.

Στη συνέχεια, αφού την ευχαριστεί για την καλοσύνη της, εκφράζει την άποψή του για τους Αμερικανούς και συγκρίνει την Αμερική με την Κύπρο, αφήνοντας να ξεχειλίσει ο πόνος του πρόσφυγα: «Μου πειράζουν τα νεύρα με την καλωσύνην των και με τας αφελείς των πράξεις. Αλλά τι να γίνει; Παρά την Κύπρον, χιλιάκις προτιμοτέρα η Αμερική. Εχάσαμεν την ιδιαιτέραν μας πατρίδα, ας χαθώμεν μακράν και από την μεγάλην. Τι να γίνει, το γράφει τι δικό μας ριζικό».

Ταυτόχρονα, είναι πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφει για τους μαθητές του Ιεροδιδασκαλείου: « Οι μαθηταί, πτωχοί οι περισσότεροι, είναι πολύ φρόνιμοι και ευπειθείς». Έχουν, συνεχίζει, όρεξιν να μάθουν, αλλά ο ίδιος δεν είναι ευχαριστημένος. « Και τούτο διότι δεν εργάζονται και ως εκ της φυγοπονίας και ραθυμίας όλων εδώ των Κυπρίων, όπως παρετήρησα, και διότι δεν τους εσυνήθισαν να εργάζονται, ή μάλλον τους εσυνήθισαν να μην εργάζονται, διότι ποτέ δεν τους εζήτησαν να εντείνουν τας δυνάμεις των».

Αφού επισημαίνει ότι οι μαθητές δυσφορούν για την αυστηρή βαθμολογία του, επανέρχεται στο προσφιλές του θέμα: «Αδυναμία και παρασκευής έλλειψις μεγάλη, νωθρότης πολλή, νωθρότης, που αποδίδω εις την φυλήν και νωθρότης, που αποδίδω εις την έξιν της ολιγοδρανείας». Δεν ξέρω τι θα έλεγε σήμερα με το οικονομικό θαύμα μετά την εισβολή…Εν πάσει περιπτώσει, συνεχώς τονίζει ότι του κάνει εντύπωση η νωθρότητα των ανθρώπων, στους οποίους φαίνεται παράξενο το γεγονός ότι πεζοπορεί για ώρες.

Εξάλλου, σε άλλο σημείο της ίδιας επιστολής, χαρακτηρίζει τους Κυπρίους «κουτοπόνηρους, εύπιστους και αγαθούς» που υποτάσσονται στους ξένους, ενώ οι σπουδαιότεροι ηγέτες τους είναι ξένοι, όπως ο Καταλάνος και ο Ζαννέτος. Επιπλέον, χλευάζει τη λογοτεχνική παραγωγή των ντόπιων και καταλήγει αναφερόμενος στους δασκάλους, λέγοντας ότι «όλαι των αι ενέργειαι καταβάλλονται εις το να επιτύχουν μιαν εύγευστον προίκαν».

Θα ήθελα, επίσης, να αναφέρω ότι δεν του αρέσει να συγχρωτίζεται με τους μαθητές τα διαλείμματα, γιατί θεωρεί ότι θα ισοπεδωθεί, ούτε να τρώει μαζί τους στην ίδια αίθουσα. Γενικώς, δεν αφήνει τους μαθητές να τον πλησιάζουν πολύ.

Ακολούθως, σε άλλη επιστολή του αναφέρεται στα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα για τη σχέση του με μια συμφοιτήτριά του, στην πίστη του ότι έμαθε τους μαθητές του να εργάζονται σοβαρά και στην προσπάθειά του να «συμπήξει» σύνδεσμον καθηγητών Μέσης Εκπαίδευσης,

Επιπρόσθετα, στις 8 Ιανουαρίου του 1923, γράφει ότι επιχείρησε «μίαν δυνατήν πεζοπορικήν περιήγησιν ανά την Κύπρον η οποία θα μου εστοίχιζε 12 ημέρας». Σε αυτή την περιήγηση, αφού περιγράψει τη Λεμεσό ως ωραία πόλη(«φαντάσου την Τριπολιτσάν με θάλασσα, με περισσότερα καταστήματα ευρωπαϊκά, με κέντρα πολυτελέστερα, περισσότερον γραφικήν »), τους κατοίκους της ως «ομονοούντες, φιλοπρόοδους και δραστηριότατους, αλλά εκλελυμένους εις διαφθοράν», μετά από έναν σταθμό στο Κολόσσι, θα φθάσει στην Πάφο.

Εκεί τον φιλοξένησε ο Μητροπολίτης Ιάκωβος Αντζουλάτος από την Πάτμο. Στην Πάφο συναντά κι έναν συμφοιτητή τους τον Ιωάννη Τσικνόπουλο, τον Μάγνητα, τον οποίο σχολιάζει δυσμενώς. Από την Πάφο ανέβηκε στο Τρόοδος για να απολαύσει τα χιόνια και απ’ εκεί μέσω της Μόρφου έφθασε στη Λευκωσία. Γράφει σχετικά με την εμπειρία του αυτή: «Ήμην μόνος και η πεζοπορία αυτή, αρκετά «τολμηρά» και δυνατή, διήρκεσε 12 ημέρας. Ήτο ο καλύτερος τρόπος να περάσω τας διακοπάς, χωρίς να κλαύσω την πατρίδα μου.-Μου έρχεται να ευχηθώ να καταστραφεί όλη η Ελλάς, δια να μη βλέπω Έλληνας με πατρίδα και τους ζηλεύω- ή να υποφέρω από την νοσταλγίαν».

Εξακολουθεί να νιώθει μόνος. Ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να τον καταλάβει είναι ο Μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς, ο οποίος τον καλεί στη Μητρόπολη για να συζητήσουν, αλλά λείπει αρκετά συχνά στη Λεμεσό και τη Λευκωσία. Νιώθει, όμως, και με αυτόν μια απόσταση, λόγω του σχήματός του. « Και κατ’ αυτόν τον τρόπον είμαι μόνος, όπως και την πρώτην ημέραν που ήλθα». Βεβαίως, παραδέχεται ότι κάποιοι μαθητές τον αγαπούν, ενώ οι πιο πολλοί τον φοβούνται.

Σε άλλα σημεία των επιστολών του φιλοσοφεί, όπως για το θέμα της σχέσης των δύο φύλων, για τον εγωισμό, για την καλοσύνη κ.α. Συνεχώς παρούσα στη σκέψη του η Σμύρνη, η χαμένη πατρίδα του. Εξάλλου, επανέρχεται και στο θέμα της οικειότητάς του με μια συμφοιτήτριά του, τη Χρυσή. Δεν παραλείπει, βέβαια, να αναφερθεί και στη διάκριση που γίνεται στην Κύπρο μεταξύ ανδρός και γυναικός «άδρωποι τζιαι γυναίτζιες».

Παράλληλα, σε άλλα σημεία των επιστολών του αναφέρεται στους συναδέλφους του στο Ιεροδιδασκαλείο, με τους οποίους δεν επικοινωνεί. « Οι συνάδελφοι; Αυτοί αρκούνται εις αισχρολογίας και βωμολοχίας. Πού να καθίσουν να συζητήσουν; Είναι μερικοί σοβαροί και ευθείς, όπως ο Ματσάκις, αλλά ανίκανοι δυστυχώς δια συζήτησιν και ομιλίαν ανωτέραν».

Όπως φαίνεται, τον απασχολεί πάρα πολύ το θέμα του ότι δεν βρίσκει ανθρώπους για να συζητήσει και παραδέχεται ότι οι συνάδελφοι είναι εχθρικοί απέναντί του. «Το μόνον, που έκαμα, είναι να μη συμφωνώ συχνά με τας απόψεις των εις τας συνεδριάσεις του καθηγητικού συλλόγου, πράγμα που ευρίσκουν ασεβές προς την παιδαγωγικήν των πείραν».

Επιπλέον, φαίνεται ότι «η άφιξίς μου εσημειώθη με ίδρυσιν φιλολογικού συλλόγου, Συλλόγου Νέων, με διαλέξεις, με περιοδικόν, και αυτό τους πειράζει».

Τον κατηγόρησαν και για αθεΐαν, αλλά το μόνο που βρήκαν είναι ότι « εδίδαξα ότι αι αποδείξεις της υπάρξεως του Θεού δεν στηρίζονται λογικώς». Μάλιστα, έβαλαν και κάποιους μαθητές να υπογράψουν ότι ο Συκουτρής μεροληπτεί, ενώ κατά βάθος δεν το πίστευαν. Πιστεύει ότι τον ζηλεύουν λόγω της επιτυχίας του ως δασκάλου και λόγω της επιστημονικής του υπεροχής, την οποίαν εκτιμούν οι μαθητές όλων των σχολείων της Κύπρου. Προς το τέλος του πρώτου χρόνου γράφει ότι οι περισσότεροι μαθητές τον αγαπούν και τον εκτιμούν πολύ και είναι ενθουσιασμένοι μαζί του, παρά τις ραδιουργίες και τον πόλεμο που του κάνουν οι συνάδελφοί του. Παρ’ όλ’ αυτά « αι πολιορκίαι γαμβρού δεν έπαυσαν ακόμη. Αλλά ρύσαι ημάς από του πειρασμού, των χιλιάδων λιρών, που σου παρουσιάζονται».

Συχνά, μάλιστα, νοσταλγώντας τη φοιτητική του παρέα, παραπονιέται ότι δεν του γράφουν συχνά οι φίλοι του και τονίζει ότι «την Κύπρον την εβαρέθην. Θα γυρίσω του χρόνου χωρίς άλλο».

Σε άλλη επιστολή αναφέρει ότι με την εργασία του στο περιοδικό, τα « Κυπριακά Χρονικά», προσπαθεί να δημιουργήσει επιστημονική ζωή και να δώσει κατεύθυνσιν «εις τους εδώ λογίους να εξακολουθήσουν ό,τι προσεπάθησα ν’ αρχίσω». Προσθέτει ότι έχει συγκεντρωμένο άφθονο υλικό για να εργαστεί, όταν θα γυρίσει στην Αθήνα, γιατί στην Κύπρο δεν έχει βιβλιοθήκη.

Επίσης, αναφέρει ότι διορίστηκε κι ένας άλλος Σμυρνιός, ο Παναγιώτης Κυδωνόπουλος, αλλά παρ’ όλ’ αυτά θέλει να γυρίσει στην Αθήνα. «Εδίψασα επιστημονικήν ζωήν ήσυχον και εδίψασα τας Αθήνας. Η άφιξις του Κυδωνόπουλου κάμνει αρκετά την ζωήν μου εδώ ευχάριστον, αλλά θέλω να φύγω…Αν ημπορούσα να έχω χρήματα να φύγω αμέσως εις την Γερμανίαν».

Στα γράμματα που στέλλει τη δεύτερη χρονιά αναφέρει πως οι συνθήκες της διαμονής του είναι καλύτερες και πως πολλοί καθηγητές τού φέρονται καλύτερα, νιώθοντας ότι τον αγαπά ο Μητροπολίτης, ο οποίος τον είχε πάρει μαζί του στην περιοδεία του στα χωριά, την αθλιότητα των οποίων περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα.

Στη συνέχεια, διατείνεται ότι έχει συμφέρον το σχολείο να τον κρατήσει. «Εκτός που εργάζομαι περισσότερον από κάθε άλλον καθηγητήν και καλύτερα, έχω ήδη γίνει παγκυπρίου φήμης με το περιοδικόν, διαρκώς έχω προτάσεις εις άλλας πόλεις και εκτιμώμαι πολύ. Εις μερικάς λατρεύομαι κυριολεκτικώς, όπως εις την Αμμόχωστον… και εις τον Δεσπότην το είπαν συχνά άνθρωποι ξένων πόλεων «έχει το Ιεροδιδασκαλείον τον καλύτερον καθηγητήν της Κύπρου».

Συνεχώς, επανέρχεται στο θέμα της έλλειψης χρημάτων, γιατί χωρίς αυτά δεν μπορεί να φύγει για τη Γερμανία για μεταπτυχιακές σπουδές. Όσο για τους συναδέλφους του, τονίζει ότι τη δεύτερη χρονιά η θέση του βελτιώθηκε πάρα πολύ, «τους αναγκάζω να διεξάγουν τον αγώνα φανερά και σημειώνω θριάμβους. Έμαθαν να με φοβούνται τουλάχιστον».

Επιπλέον, επαναλαμβάνει ότι είναι ξένος, ότι αντιμετωπίζει το μίσος και τον φθόνον των συναδέλφων του, και «την υποψίαν των περισσοτέρων Λαρνακέων, οι οποίοι με φαντάζονται άνθρωπον ανατρεπτικόν, επικίνδυνον, αναρχικόν». Παραδέχεται, εντούτοις, ότι τον αγαπούν και τον εκτιμούν λίγοι από τη Λάρνακα και πάρα πολλοί από τις άλλες πόλεις, λόγω της δράσης του στο περιοδικό και τις εφημερίδες. Βεβαίως, αναφέρει με ειρωνεία ότι όλοι περιμένουν να συναντήσουν έναν σοβαρό μεσήλικα και αντικρίζουν ένα «βραχύσωμον παιδάριον».

Παράλληλα, τονίζει ότι η ξενιτιά τον κάνει να φαντάζεται τη ζωή της Αθήνας «παραδεισιακήν», ενώ αναφέρει τα ενδιαφέροντά του κατά τις περιοδείες του Μητροπολίτη, όπως το να μελετά χριστιανικές αρχαιότητες, να συλλέγει γλωσσικό υλικό κ.α. Ταυτόχρονα, πληροφορεί την Όλγα ότι τον αρραβώνιασαν με δύο κοπέλες ως τώρα που δεν τις ήξερε, ενώ παραδέχεται ότι σκέφθηκε το θέμα σοβαρότερα, λόγω της δυσκολίας του να μεταβεί στη Γερμανία.

Πιστεύει, όμως, ότι δεν υπάρχει κοπέλα με ανώτερη μόρφωση που να μπορεί να επικοινωνεί «και καταλαμβαίνω ότι δεν θ’ αγαπήσω άνθρωπον σοβαρά, που να μη μ’ εννοή». Άρα, χωρίς ψυχική συγγένεια, θα είναι δυστυχέστερος από τώρα. Βεβαίως, παραδέχεται ότι θα είναι δύσκολο για οποιαδήποτε κοπέλα να συμβιώσει μαζί του. «Αν μάλιστα λάβω υπ’ όψιν τας αποτόμους πολλάκις, πάντοτε δε σχεδόν παραδόξους μεταπτώσεις και σχεδόν ακροβασίας, που με αναγκάζει ο νους μου να κάμνω και η ψυχή μου να αισθάνωμαι, το θεωρώ πολύ δύσκολον πράγματι δι’ αυτήν».

Πέραν τούτων, συνεχίζει, λέγοντας ότι η επαφή με τις δεσποινίδες είναι τελείως τυπική και μόνο με τη «μνηστείαν ημπορείς να γνωρίσης τον χαρακτήρα της κόρης». Και καταλήγει: «Αλλά δι’ εμέ είναι προτιμότερον να μείνω άγαμος-πράγμα ούτε λογικόν ούτε ευχάριστον-παρά να δυστυχήσω και να δυστυχήσω και άλλον». Επίσης, επειδή είναι ξένος δεν υπάρχει περίπτωση να τον σπουδάσει το κράτος.

Στην ίδια επιστολή της 5ης Οκτωβρίου 1923 επανέρχεται το θέμα της μοναξιάς του: «Δεν παύω να είμαι εις τον ψυχικόν μου κόσμον πολύ ξένος και μόνος. Φίλους δε, που να μ’ αγαπούν και να μ’ εκτιμούν, χωρίς να μ’ εννοούν πολύ, είχα και προτού», προτού δηλαδή έλθουν στην Κύπρο και κάποιοι φίλοι τους, όπως ο Παναγιώτης Κυδωνόπουλος και ο Τατάκης. Ανάμεσα στα σχόλια για τους γνωστούς του, μιλά απαξιωτικά για τον Ξιούτα, χαρακτηρίζει τον Τατάκη ως σκώπτη, ενώ αναφέρει ότι δεν συνάντησε τον Κωνσταντίνο Σπυριδάκη που ήταν συμφοιτητής τους.

Σε επόμενο γράμμα του στην Όλγα, την πληροφορεί για την ευνοϊκή κριτική που έγραψε για τα ποιήματα του Δημήτρη Λιπέρτη, η οποία προκάλεσε επικριτικά σχόλια και τον ανάγκασε να αρθρογραφήσει σε εφημερίδα της Λεμεσού «όθεν κυρίως εστρέφοντο τα βέλη». Επίσης, την πληροφορεί ότι στο νησί τον θεωρούν ως Δημοτικιστή, αλλά «ερωτώμενος δεν θα διστάσω να τονίσω ότι είμαι της καθαρευούσης ή μάλλον ότι δεν θεωρώ κακόν την διγλωσσίαν και επιθυμώ να μείνει ως διαφορά γλώσσης επιστημονικής και λογοτεχνικής». Εννοείται ότι τη δημοτική την προτιμά στη Λογοτεχνία.

Γι’ άλλη μια φορά καταφέρεται εναντίον της νοοτροπίας των κατοίκων του νησιού, λέγοντας: «Εδώ είναι επαρχιωτισμός εις την νιοστήν δύναμιν και χρειάζεται κτύπημα η πατριδοκαπηλεία και βιβλιοκαπιλεία». Και πιο κάτω αναφέρει: «Ημείς ζήσαντες εις κοινωνίαν μεγάλην δεν ημπορούμεν να καταλάβωμεν τι σημαίνει μικρότης επαρχιώτου και δη Κυπρίου».

Στο τελευταίο γράμμα του προς τη φίλη του Όλγα Κομνηνού στις 26 Φεβρουαρίου 1924, αναφέρει τις απόψεις του για το συναίσθημα και τελειώνει με την ευχάριστη είδηση ότι ο φίλος του Παναγιώτης Κυδωνόπουλος είναι ερωτευμένος με μια κύπρια δασκάλα την οποία και εγκρίνει. Βεβαίως, «γίνεται έξω φρενών εναντίον μου, διότι τον παριστάνω 46 ετών και γίνομαι πιστευτός. Αλλά είναι μακρόθυμος και πολυέλαιος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Εμάγευσε τον κόσμον με την ψαλμωδίαν του».

Δεν αντέχω να μην αναφέρω το τέλος της επιστολής. Φαίνεται ότι ο Συκουτρής έδειξε το γράμμα στον Κυδωνόπουλο, ο οποίος εξεμάνη, φαντάζομαι, γι’ αυτό και έγραψε από κάτω:

«Αφού ο Γιάννης σας γράφει κάτι και για μένα δεν μου μένει παρά να σας βράσω, αν τα πιστεύσετε.

Με πολλήν αγάπην
Παναγιώτης

(Από κάτω με το χέρι του Συκουτρή)

Εννοεί δήλα δη όχι τον έρωτά του να μη πιστεύσετε αλλά την ηλικία του».

Θα ήθελα, επιπρόσθετα, να προσθέσω τη μαρτυρία του Παναγιώτη Κυδωνόπουλου, σε γράμμα προς τους δικούς του στην Αθήνα, ότι, όταν έφθασε στη Λάρνακα, τον υποδέχθηκαν «μετά πολλής ευγενείας» ανάμεσα σε άλλους και «Ο Γιάννης μετά των φίλων του, δύο μόνον, αλλά σπανίων ανθρώπων, των κ. κ. Δ. Τσέπη, Διευθυντού του Κτηματολογίου, και του ιατρού κ. Ν, Κυριαζή, εις την οικίαν του οποίου χθες μετά την εκκλησίαν και επρογευμάτισα, ενώ το μεσημέρι μου έκανε τραπέζι ο κ. Τσέπης».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ιωάννης Συκουτρής ήταν μια διάνοια μοναδική, ένας νους οξυδερκής, ιδεοπλάστης, που η παρουσία του στο νησί μας ήταν μεγάλη μας τιμή. Επιπρόσθετα, πρόσφερε τα μέγιστα στην πολιτιστική ζωή του νησιού μας, όπως και κάποιοι άλλοι Ελλαδίτες αλλά κυρίως Μικρασιάτες καθηγητές, που η δική τους προσφυγιά έγινε αφορμή για πολιτιστική αφύπνιση των αλύτρωτων Ελλήνων της Κύπρου.

Νιώθω ότι όλοι μας χρωστάμε πολλά σ’ αυτούς τους ταγούς, κυρίως σ’ αυτούς που παντρεύτηκαν εδώ και έδρασαν όλα τα χρόνια της ζωής τους. Μακάρι και ο Συκουτρής να έβλεπε με πιο θετική ματιά το νησί και τους ανθρώπους του και να έμενε εδώ. Ίσως, η κατάληξή του να ήταν διαφορετική. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται κι απ’ ό,τι ομολογεί και ο ίδιος, ήταν δύσκολος στην επικοινωνία του με τους ανθρώπους. Ήταν ο σκοτεινός, αιθεροβάμων διανοούμενος, της ελίτ του πνεύματος, που δεν έκανε εκπτώσεις και συμβιβασμούς. Γι’ αυτό και είχε λόγω του χαρακτήρα του συνεχείς προστριβές, δεν του άρεσε τίποτα και διακρινόταν και από μια πνευματική οίηση.

Ο ίδιος, εξάλλου, σε κάποιες στιγμές αυτοκριτικής, παραδέχεται ότι είναι «μισόκοσμος, υπερβολικός, κακός και καχύποπτος…, διότι έτσι έμαθα από τα παθήματα». Ο κ. Φάνης Κακριδής χαρακτηρίζει τη δυσκολία του να επικοινωνήσει ως «επικοινωνιακή αδεξιότητα».

Φαίνεται, όπως το ομολογεί και πάλιν ο ίδιος, ότι ένιωθε «μίαν παράδοξον ηδονήν» στο να εκτοξεύει μύδρους πότε εναντίον των κυπριακών εφημερίδων και πότε εναντίον προσώπων, όπως ο Μάγνης, ο οποίος θέλει να είναι αγαπητός σε όλους, όπως τον κατηγορεί. Όμως, ο Μάγνης είχε ό,τι ακριβώς έλειπε στον Συκουτρή. Επικοινωνιακές δεξιότητες τόσο απαραίτητες για την αρμονική συμβίωση.
Δεν μπορώ να παραλείψω την αίσθηση που ένιωθα, διαβάζοντας τις επιστολές, ότι υποτιμούσε σχεδόν τους πάντες, λόγω της υπεροχής του πνεύματός του, που ένιωθε ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει, να συζητήσει, να τον καταλάβουν. Ενώ ήθελε να τον αγαπούν και να τον θαυμάζουν, υποφέρει γιατί δεν τον καταλαβαίνουν . Όμως, ο ίδιος δεν κάνει καμιά προσπάθεια, γι’ αυτό και επισημαίνει: «Δεν παύω να είμαι εις τον ψυχικόν μου κόσμον ξένος και μόνος»

Φαίνεται, όμως, ότι νοσταλγεί και πονά αφάνταστα για τη χαμένη του πατρίδα, πιέζεται από τις οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι στην ορφανεμένη οικογένειά του και αγωνιά για το μέλλον πώς θα βρει λεφτά να συνεχίσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Γερμανία ή στην Αμερική. Παράλληλα, δεν κάνει καμιά υποχώρηση από τις εμμονές του, ενώ υποτιμά πολύ τις μορφωμένες κοπέλες του νησιού και χλευάζει όσους ελλαδίτες καθηγητές παντρεύονται ντόπιες κοπέλες για να αποκατασταθούν εδώ.

Δεν του αρέσει, επιπλέον, το κλίμα του σχολείου, «το διδασκαλικόν», ούτε το επίπεδο που το θεωρεί κατώτερο του δικού του, ενώ λαχταρά να αφοσιωθεί απερίσπαστος στη φιλολογία. Γι’ αυτό, αφού έχει ανοίξει αρκετά μέτωπα, λαχταρά πότε να φύγει από την Κύπρο, όπου δεν αισθάνεται άνετα.

Παρ’ όλ’ αυτά, όμως, δεν θέλει να φύγει από το νησί, χωρίς να το έχει ωφελήσει: «να δώσω μίαν ώθησιν εις την Σχολήν και τον τόπον». Τονίζει ότι για την οικονομική και πνευματική στασιμότητα της Κύπρου φταίει η « άστοργος διοίκησις».

Συμπερασματικά, ως Κύπρος πρέπει να ευγνωμονούμε τον Ιωάννη Συκουτρή για όσα μας πρόσφερε με τις διαλέξεις του, τη διδασκαλία του, τις μελέτες του, τη συγκέντρωση υλικού, τους δύο συλλόγους που είχε ιδρύσει, τα οργανωτικά του κλάδου των καθηγητών, τις μεταφράσεις του, και κυρίως για την κυκλοφορία του περιοδικού «Κυπριακά Χρονικά». Η εργατικότητά του παροιμιώδης. Γι΄ αυτήν ο κ. Φάνης Κακριδής παραθέτει τι έγραψε ένα μήνα πριν από την αυτοκτονία του:

«…είμαι τόσο δυστυχισμένος μέσα μου, ώστε μου χρειάζεται αυτό το μεθύσι της δραστηριότητας για να ξεχνώ ή μάλλον για να ξεχνιέμαι».

Η προσωπικότητα του Ιωάννη Συκουτρή, αυτού του εξαίρετου επιστήμονα, η πνευματική του πορεία και το τραγικό του τέλος εξακολουθούν να μας ενδιαφέρουν μετά από τόσα χρόνια…Είναι μεγάλο κρίμα που ένα τέτοιο πνεύμα έφυγε τόσο νωρίς. Είναι αδύνατο να φανταστούμε τι θα πρόσφερε στη φιλολογική επιστήμη, αν ζούσε μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Ας είναι τούτη η αναφορά ένα μικρό μνημόσυνο στη μνήμη του!

2 σχόλια:

  1. Ζήνα μου, πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα και εξαιρετικά σημαντική η αλληλογραφία του. Δεν θα μπορούσες όμως να είσαι πιο σύντομη στις παρουσιάσεις σου; Ο χρόνος όλων μας είναι τόσο λίγος...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κίκα μου, σ' ευχαριστώ για το σχόλιό σου, αλλά ήθελα να το περάσω όλο το βιβλίο, με όλες τις λεπτομέρειες που έχει στις επιστολές του ο Συκουτρής. Θα το συντομεύσω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή