Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Παρουσίαση Βιβλίου
Γιάννης Καλπούζος
«Ουρανόπετρα»

Εξαιρετικό! Αυτή είναι η ετυμηγορία μου για το νέο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου «Ουρανόπετρα», που αυτή τη φορά αναφέρεται στην Κύπρο, την πατρίδα της γυναίκας του. Προσωπικά, μου άρεσε πάρα πολύ, το διάβασα μονορούφι, γιατί λατρεύω ό,τι έχει σχέση με ιστορικά γεγονότα. Τα ιστορικά μυθιστορήματα είναι η αδυναμία μου.
Διάβασα και τα άλλα δυο μυθιστορήματα του Γιάννη Καλπούζου, «Ιμαρέτ» και «Άγιοι δαίμονες», τα οποία απόλαυσα επίσης, αλλά το τελευταίο του, η «Ουρανόπετρα», με σαγήνευσε και με τύλιξε στα μαγνάδια της μαγείας της, κυρίως όσο προχωρούσε η εξέλιξη της ιστορίας  και στον καμβά της ο συγγραφέας κεντούσε τον έρωτα των Ελλήνων του νησιού μας με τη Μάνα Ελλάδα.

Συγκινήθηκα αφάνταστα από αυτό το ασίγαστο πάθος για την ένωση, από την άδολη ψυχή των Κυπρίων εθελοντών στους εθνικούς αγώνες, από τα πάθη και τους καημούς των υπόδουλων Ελλήνων, και συνειδητοποίησα γι’ άλλη μια φορά ότι η ελευθερία στην Ελλάδα ήρθε πραγματικά μέσα από τα κόκκαλα των παιδιών της. Τίποτα δεν της χαρίστηκε. Χιλιάδες παλληκάρια άφησαν την τελευταία τους πνοή πάνω στα κακοτράχαλα βουνά, για να διπλασιαστεί η Ελλάδα στους Βαλκανικούς Πολέμους και να ξεπλύνει τη μουντζούρα του ατυχή πολέμου του 1897.

Συγκλονίστηκα, πραγματικά, από τις ρεαλιστικές σκηνές του πολέμου, σκηνές αίματος, ανείπωτου πόνου, εθνικής ανάτασης μα και ανθρώπινης αδυναμίας. Θαύμασα, όμως, ταυτόχρονα, και την επιμονή του συγγραφέα να μελετήσει την ιστορία δυο εποχών, του τέλους της ενετοκρατίας και της αρχής της αγγλοκρατίας, να εντρυφήσει στην έρευνα των αρχείων, για να μας δώσει αυτό το χρονικό, το τόσο πλούσιο σε ιστορικά στοιχεία.

Η Κίκα Ολυμπίου, στο ιστολόγιό της «anagnostria», στη δική της παρουσίαση, υποστηρίζει ότι κανονικά δεν έπρεπε να το ονομάσει μυθιστόρημα, αλλά χρονικό, επειδή κυριαρχεί πιο πολύ το ιστορικό στοιχείο από το μυθιστορηματικό.

Σ’ αυτές τις δυο ιστορικές περιόδους, κυριαρχούν οι μορφές δυο ηρώων: του Γερόλεμου από τα Λεύκαρα που πήρε μέρος στις μάχες μαζί με τους Ενετούς κατά των Τούρκων που πολιορκούσαν τη Λευκωσία και την Αμμόχωστο, και του μακρινού απογόνου του, του Αδάμου, που πήρε μέρος ως εθελοντής στον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς.  

Κοινός άξονας και στις δυο αυτές περιόδους της ιστορίας του νησιού μας είναι οι ελπίδες που γεννιόντουσαν κάθε φορά με τον νέο κατακτητή. Στην ενετοκρατία, με τον διωγμό της Ορθοδοξίας, αναπτερώθηκαν οι ελπίδες των Ελλήνων χριστιανών με την έλευση των Οθωμανών, όπως συνέβη και με τους Άγγλους, που διαδέχτηκαν τους Τούρκους. Και στις δύο περιπτώσεις, βέβαια, διαψεύστηκαν οικτρά.

Αναντίρρητα, ο Γιάννης Καλπούζος διαζωγραφίζει ολοζώντανους τους χαρακτήρες του και απεικονίζει πολύ ρεαλιστικά το περιβάλλον στο οποίο ζουν και κινούνται οι ήρωές του. Με τα πιο μελανά χρώματα παρουσιάζονται οι συνθήκες της εποχής, οι δυσκολίες των ανθρώπων, η εξαθλίωση, η ανέχεια, οι πόνοι, τα βάσανα, αλλά παρουσιάζονται και οι διασκεδάσεις, τα πανηγύρια, οι γιορτές τους, οι έρωτές τους, οι αποκοτιές τους, οι τρέλες τους…

Παρακάτω, θα αναφέρω κάποιες παραγράφους που με συγκίνησαν. 
Όταν ο Γερόλεμος, ο μακρινός πρόγονος του Αδάμου, μετά την άλωση της Αμμοχώστου από τους Τούρκους, καταφεύγει σε κάποιον συγγενή του στο Παραλίμνι, τον Αντρέα, όπου ζούσε «σε μια πλινθόκτιστη στενή κάμαρα μ’ άλλες εφτά ψυχές», αυτοί τον φιλοξενούν με αγάπη.
«Όλοι ρακένδυτοι και ξυπόλυτοι. Μια χύτρα όλη κι όλη από σκεύη για μαγείρεμα. Πιάτα, κουτάλια, κύπελλα και δοχεία για νερό από κολοκύθες. Και το φαγίν τους κρίθινο ψωμί, ελιές και κρεμμύδια και, σπάνια, φασόλια. Λίγο ή πολύ όπως όλοι οι πάροικοι κι οι περπυριάριοι του νησιού. Σαν να μην αρκούσαν τούτα, πλήθη Οθωμανών απ’ τα κοντινά στρατόπεδα λεηλατούσαν κάθε τόσο όλα τα χωριά της περιοχής Κάβο Γκρέκο.
Όμως, περίσσευε η φιλοξενία. Στριμώχτηκαν προκειμένου να του αφήσουν τόπο να πλαγιάζει, μείωσαν τη μερίδα του ψωμιού να περισσεύει και για κείνον, κι έτρεξε ο Αντρέας να βρει γιατροσόφια για την πληγή του». Και καταλήγει ο συγγραφέας: «Τον σκλάβωσαν με τον ήλιο της ψυχής τους και τους αποζημίωνε εξιστορώντας τους όσα έζησε στη Λευκωσία και την Αμμόχωστο».

Άλλη παράγραφος που με άγγιξε ήταν η γνωριμία του Αδάμου με τον Βασίλη Μιχαηλίδη και η στιχομυθία μαζί του.
«Ε, Αδάμο!» τον φώναξε ο Μαυροκορδάτος.
«Καθόταν σ’ ένα μικρό τραπέζι σιμά στην πόρτα και δίπλα του κάποιος φανερά άσχετος με το σινάφι του. Ξεπερνούσε τα πενήντα, με κοστούμι, γραβάτα, παχύ μουστάκι και τα μαλλιά χωρισμένα στη μέση. Συστήθηκαν κι άνοιξαν συζήτηση. Βασίλης Μιχαηλίδης τ’ όνομά του, δούλευε στο φαρμακείο του νοσοκομείου της Λεμεσού και, παρότι ταξίδεψε στη Λευκωσία για προβλήματα υγείας, ήταν φίλος του πιοτού και παράγγελνε κάθε τόσο. Ο νους του όμως σπίθιζε κι είχε μιαν γλυκάδα στη λαλιά που σε κέρδιζε απ’ την πρώτη στιγμή. Φαινόταν και γραμματιζούμενος πολλά.
Κυλώντας η ώρα, έπιασε ο Αδάμος να λέγει όσα διάβασε για την ιστορία των προγόνων του και για όσα γέννησαν στην ψυχή του, δίχως ν’ αναφερθεί σε ονόματα, ούτε στα φυλαχτά.
«Ένι λογικό, μάστρε Βασίλη, να δένομαι με τους αποθαμένους; Είντα λαλείς εσύ που ξεύρεις τα περιγραμμάτικα;», ρώτησε στο τέλος.
«Μα τι θαρρείς, φίλε μου Αδάμο, όσοι εφύαν πάσιν τζαι χαθήκασιν; Μες στο κορμίν μας ένι τζαι στην ψυχήν μας. Κυλούνε στο αίμα μας. Τους έχουμε στη λαλιά μας, στα τραγούδια μας, στους χορούς μας, στες συνήθειες τζαι μες στην ανάσαν μας. Ένι το χώμα που πατούμε τζαι το νερόν που πίνουμε. Αν εμείς δεν το κατέχουμε, ένι δική μας φτώχεια τζαι δικό μας κακό. Κι άμα έρχονται οι κρυφοί ανέμοι τζαι μας φανερώνουν όσους εν θα’πρεπε να λησμονούμε, ένι πλούτος, κι άξιος όποιος το νογά».

Ο συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος κατορθώνει, επιπλέον, να μας εντυπωσιάσει με τη γλώσσα των διαλόγων που ακολουθεί το γλωσσικό ιδίωμα της εποχής. Ταυτόχρονα, μέσα από τη ζωή και τη δράση των ηρώων του, παρελαύνουν και όλα τα σημαντικά γεγονότα της εποχής, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες κ.α.

 Ο Αδάμος παντρεύεται τελικά την αγαπημένη του το 1917 και ονομάζει τον γιο του Γερόλεμο, από εκείνο τον μακρινό πρόγονό του.

Ο τίτλος του έργου "Ουρανόπετρα" αναφέρεται σε ένα τυχερό μεταλλικό σβόλο που ο πρώτος Γερόλεμος (του 1570) είχε επεξεργαστεί σε κύκλο και είχε μοιράσει από ένα τέταρτο του κύκλου στα τέσσερα παιδιά του. Αυτά θα σκορπίσουν, αλλά τα κομμάτια της ουρανόπετρας θα συναντηθούν στους απογόνους τρεισήμιση αιώνες μετά.


Πράγματι, απόλαυσα το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου «Ουρανόπετρα».

2 σχόλια:

  1. Εχοντας διαβάσει το ΙΜΑΡΕΤ και το ΑΓΙΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ, που μου άρεσαν πολύ, μετά και από αυτή τη παρουσίαση εδώ, είναι σίγουρος πως θα μου αρέσει και η...ΟΥΡΑΝΟΠΕΤΡΑ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ για το σχόλιο, Μάκη μου. Ειλικρινά, εμένα μου άρεσε, κυρίως ως ιστορικό. Αντανακλά αυτό που γράφει ο Παπαδιαμάντης "Σαν να'χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου".

    ΑπάντησηΔιαγραφή