Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Σάσενκα

Παρουσίαση Βιβλίου
Σάιμον Μοντεφιόρε
«Σάσενκα»
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, Msc

Τα ιστορικά μυθιστορήματα ανέκαθεν ήταν η αδυναμία μου. Είτε έχουν να κάνουν με την Αρχαία Ελλάδα είτε με το Βυζάντιο είτε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα παλάτια της, με τα κρυμμένα μυστικά τους. Πιο πολύ απ’ όλες, όμως, τις χώρες, με συγκινεί η αχανής Ρωσία των Τσάρων με τη διαφθορά της και η επανάσταση των μπολσεβίκων, κυρίως δε η σταλινική περίοδος με τα μακάβρια εγκλήματά της και την απανθρωπιά της.
Ένα τέτοιο βιβλίο είναι και το μυθιστόρημα του Σάιμον  Μοντεφιόρε, «Σάσενκα». Ο συγγραφέας μελέτησε για δέκα χρόνια τα ρωσικά αρχεία, και μας έδωσε αυτό το συγκλονιστικό έργο που διαβάζεται απνευστί. Τόσο με μάγεψε, που δεν το άφηνα ούτε την ώρα που άκουα μουσική κιθάρας σε ένα σαλόνι του κρουαζιερόπλοιου που κάναμε τις διακοπές μας στη Δυτική Μεσόγειο.
Το μυθιστόρημα ξεκινά in medias res, στη μέση των πραγμάτων, και με συνεχείς αναδρομές φωτίζει το παρελθόν των ηρώων του. Χωρίζεται σε τρία μέρη που το καθένα διαδραματίζεται και σε διαφορετικό τόπο και χρόνο. Κεντρική ηρωίδα η Σάσενκα, μαθήτρια του Ινστιτούτου Σμόλνι για Ευγενείς Κορασίδες στην Αγία Πετρούπολη. Κόρη ενός πλούσιου Εβραίου, του βαρώνου Τσάιτλιν, η Σάσενκα συλλαμβάνεται από τη μυστική αστυνομία του τσάρου, μόλις μπήκε στο αυτοκίνητο του μπαμπά της, όπου την περίμενε με λαχτάρα η αγγλίδα γκουβερνάντα της, η Λάλια, που τη μεγάλωσε σαν παιδί της, αφού η μητέρα της ακολουθεί δική της πορεία.
Το σπίτι αναστατώνεται, αλλά στο τέλος θα καταφέρουν να την απελευθερώσουν, με την υπόσχεση να μην ανακατευτεί ξανά με τους μπολσεβίκους. Όμως, είναι πια αργά για τη μοναχοκόρη του βαρώνου, γιατί ο κουνιάδος του ο Μέντελ που τη μύησε στον μπολσεβικισμό, την εκπαίδευσε τόσο καλά, ώστε ήταν αδύνατο να αλλάξει ο ρους της ιστορίας.
Στη φυλακή που ήταν, την ανέκρινε ο αστυνόμος Σαγκάν, ο οποίος, στη συνέχεια, θα προσπαθήσει να την κάνει διπλό πράκτορα, ενώ ο θείος της ο Μέντελ την ενθαρρύνει να τον συναντά για να του αποσπά μυστικά. Στο μεταξύ, αρχίζουν οι διαδηλώσεις των εργατών στην Αγία Πετρούπολη, ενώ η άρχουσα τάξη συνεχίζει την έκλυτη ζωή της. Η Σάσενκα είναι σύνδεσμος των κομμουνιστών με το ψευδώνυμο «Πολική Αλεπού». Όλη νύκτα γυρνά στους δρόμους για να επιτελέσει το καθήκον της.
                 Όμως, ο κόσμος που πεινά, λόγω του Μεγάλου Πολέμου, ξεχύνεται στους δρόμους, και τότε, μετά από πολλά επεισόδια, ο τσάρος παραιτείται. Οι μπολσεβίκοι συγκρότησαν ένα εργατικό Σοβιέτ και ετοιμάζονται να πάρουν την εξουσία. Η μητέρα της Σάσενκα, η Αριάδνη, σε μια κρίση, δοκιμάζει να αυτοκτονήσει με το πιστόλι που είχε δώσει στην κόρη της ο Μέντελ. Για πρώτη φορά νιώθει κοντά στη μητέρα της που πνέει τα λοίσθια. Σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή θα τη βοηθήσει ένας σύντροφός της, ο Βάνια Παλίτσιν, που θα γίνει αργότερα ο άντρας της. Μόλις έφτασε ο Λένιν στην Αγία Πετρούπολη, η Σάσενκα έγινε γραμματέας του.
Από το 1917, μεταφερόμαστε στο 1939,στο δεύτερο μέρος, στη Μόσχα, όταν τελείωσαν οι εκκαθαρίσεις του Στάλιν. Η Σάσενκα, εκδότρια ενός περιοδικού για τη σοβιετική γυναίκα, ζει σε ένα πολυτελές διαμέρισμα κοντά στην Κόκκινη Πλατεία, μαζί με το σύζυγό της και τα δυο τους παιδιά, την πεντάχρονη κόρη της Χιόνα και τον γιο της Κάρλο, τριάμισι χρόνων. Τελευταία, τους παραχώρησε το κόμμα και μια ντάτσα, ένα εξοχικό σπίτι έξω από τη Μόσχα, εκεί που είχαν τα εξοχικά τους όλα τα μέλη της σοβιετικής νομενκλατούρας.
Τη μέρα που γιόρταζαν την Πρωτομαγιά, ο Βάνια γύρισε από την παρέλαση με δώρα για τα παιδιά και τη γυναίκα του. Το δώρο της γυναίκας του ήταν ένα ψυγείοGeneral Electric που τους το χάρισε το κόμμα για την καλή δουλειά που έκαναν. Το βράδυ είχαν πάντα πάρτι στο σπίτι αυτή τη γιορτινή μέρα. Μαζί με όλους τους φίλους, όπως τον θείο Μέντελ και τον φίλο του Βάνια από τα χρόνια της προετοιμασίας της επανάστασης, τον Ηρακλή Σατίνοφ, έναν πολύ καλό Γεωργιανό που αγαπούσαν ιδιαίτερα τα παιδιά,
αργά το βράδυ[u1] [u2] [u3] [u4]  ήρθε αναπάντεχα και ο σύντροφος Στάλιν με μια παρέα Γεωργιανών, φέρνοντας και τα δικά τους φαγητά. Ήταν μια απρόσμενη τιμή. Ανήκαν στην ιεραρχία του κόμματος.
Την άλλη μέρα την επισκέφτηκε στο γραφείο της ένας συγγραφέας για να του δώσει να γράψει ένα άρθρο για το περιοδικό της. Την προσκάλεσε να περπατήσουν έξω, κι αυτή δέχτηκε. Από τότε άρχισε ο παράνομος δεσμός της με τον Μπένια Γκόλτεν, παρόλο που αγαπούσε τον άντρα της. Φαίνεται ότι αυτό ήταν η αρχή του τέλους τους.
Ο άντρας της ανακάλυψε τον δεσμό της και έδωσε εντολή να την παρακολουθούν και να αναφέρουν μόνο σ’ αυτόν τα αποτελέσματα της έρευνας. Φαίνεται ότι ο Μπέρια το ανακάλυψε και τον κάρφωσε στον Στάλιν, που δεν ανεχόταν τίποτα πίσω από την πλάτη του. Έτσι, ένα βράδυ ο Βάνια ήρθε στο εξοχικό σπίτι και μετά από καυγά με τη Σάσενκα, καταλαβαίνει ότι πλησιάζει το τέλος τους. Σκέφτονται τα παιδιά τους. Αν τους συλλάβουν, θα τα πάρουν σε ορφανοτροφείο. Αυτό δεν μπορούν να το αντέξουν.
Τότε, σαν από μηχανής θεός, εμφανίστηκε κρυφά από την πίσω πόρτα ο αδελφικός τους φίλος, ο Ηρακλής Σατίνοφ και τους πρότεινε να φυγαδεύσουν τα παιδιά με την γκουβερνάντα τους, και αυτός θα τα φροντίσει. Την άλλη μέρα έφευγε για την Τιφλίδα, οπότε θα τα τακτοποιούσε.
Στο μεταξύ, συλλαμβάνονται, μαζί με τον θείο της τον Μέντελ και τον εραστή της, και ανακρίνονται βάναυσα από τη μυστική αστυνομία, και τότε κατάλαβε η Σάσενκα τι δουλειά έκανε ο άντρας της όλο το βράδυ που έλειπε. Βασάνιζε τους συντρόφους τους. Η Σάσενκα, για να δώσει χρόνο στον Σατίνωφ να τακτοποιήσει τα παιδιά της, όταν δεν άντεχε άλλο τα ανήκουστα βασανιστήρια, τους είπε ότι παραδέχεται όσα της καταμαρτυρούσαν και ήταν έτοιμη να δώσει κατάθεση. Επίτηδες καθυστερούσε την κατάθεση, με πολλές λεπτομέρειες.
Ο Σατίνωφ πήγε στην Τιφλίδα και βρήκε την γκουβερνάντα της Σάσενκα, τη Λάλια, την οποία παντρεύτηκε ο πατέρας της και ζούσαν σε ένα σπίτι που είχε στην Τιφλίδα. Τώρα αυτή ζούσε μόνη της, γιατί ο πατέρας της Σάσενκα είχε εξοριστεί στη Σιβηρία. Η Λάλια παρέλαβε τα παιδιά από τη γερμανίδα γκουβερνάντα τους, τα φρόντισε για λίγες μέρες με περισσή αγάπη, αλλά έπρεπε να τα πάρει στο ορφανοτροφείο, γιατί ήταν επικίνδυνο το σπίτι της, εκεί θα τα έψαχναν. Στο ορφανοτροφείο, ο Σατίνωφ φρόντισε και βρήκε δυο οικογένειες και τα έδωσε για υιοθεσία.
Το τρίτο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται στον Καύκασο, το Λονδίνο και τη Μόσχα το 1994. Ένας από τους νεόπλουτους Ρώσους ολιγάρχες  θέλει να ικανοποιήσει μια επιθυμία της μητέρας του: να βρει την οικογένειά της. Το μόνο όνομα που της έδωσε η μητέρα της πριν πεθάνει  ήταν του Σατίνωφ. Όταν του έγραψαν, αυτός τους είπε να απευθυνθούν σε έναν καθηγητή της Ιστορίας, ο οποίος έβαλε μια αγγελία και ζητούσε κάποιον φοιτητή η φοιτήτρια με εμπειρία στα ρωσικά αρχεία, για να τους βοηθήσει. Τελικά, ο καθηγητής επέλεξε μια φοιτήτρια, κόρη γιατρού, από ένα χωριό του Καυκάσου. Αυτή, η Κατίνκα Βίνσκι, φτάνει στο Λονδίνο και  γνωρίζει την κυρία Ρόζα Γκέτμαν, για λογαριασμό της οποίας θα δούλευε.
Η κυρία της φέρεται πολύ ευγενικά και τη ρωτά για την πτήση της και για το ξενοδοχείο.
«Ω, Θεέ μου, είναι υπέροχο!», απάντησε αυθόρμητα η Κατίνκα. «Ήταν το πρώτο αεροπορικό μου ταξίδι. Όσο για το ξενοδοχείο, σκέτο ανάκτορο. Δεν μπορούσα να πιστέψω τι πρόσφεραν για πρόγευμα, κι αυτές οι χνουδάτες πετσέτες…». «Σταμάτησε και κοκκίνισε, νιώθοντας πάλι σαν αδαής επαρχιώτισσα, αλλά η Ρόζα έσκυψε και της άγγιξε το χέρι».
Η Κατίνκα γυρνά με ανάμεικτα συναισθήματα στη Μόσχα και πρώτα πάει να επισκεφτεί τον υπέργηρο πια στρατάρχη Σατίνωφ.
«Η Κατίνκα κοίταζε γύρω της αποσβολωμένη. Ήταν αλήθεια, λοιπόν, αυτό που έλεγαν. Οι Σοβιετικοί ηγέτες ζούσαν πράγματι σαν πρίγκηπες.
Σε μια βαθιά δερμάτινη πολυθρόνα με την πλάτη στο φως καθόταν ένα σεπτό δείγμα του αρχαίου Homo sovieticus».
Στη συζήτησή τους, ο στρατάρχης δεν παραδέχεται ότι ξέρει τίποτα για την οικογένεια, αλλά της δωρίζει την αυτοβιογραφία του. Μετά από πολλές ταλαιπωρίες στα σοβιετικά αρχεία, και με τη βοήθεια ενός ερευνητή της σταλινικής περιόδου, του Μάξι, ανακαλύπτει ότι μαζί με τον Σατίνωφ ήταν κι ένας μυστικός αξιωματικός ο Βάνια Παλίτσιν. Από κει και πέρα άρχισε μέσα από τα αρχεία να ξετυλίγεται το κουβάρι. Έμαθε, μάλιστα, ότι στη δίκη της Σάσενκα ήταν δικαστής και ο Σατίνωφ, ο οποίος σε μια αγόρευσή του προσπάθησε να της δώσει κάποιο μήνυμα:
«Η Κατίνκα ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Το διάβασε ξανά και ξανά, μέχρι που βεβαιώθηκε μέσα της. Το μήνυμα ήταν σαφές. Ο Σατίνωφ είπε τη λέξη «ασφαλείς» τέσσερις φορές-δύο για κάθε παιδί. Άρα, ο Σατίνωφ δεν είχε προδώσει τη Σάσενκα.Στην ουσία αυτό που της έλεγε ήταν: «Αγαπημένη μου φίλη, μπορεί να μη ζήσεις να τα ξαναδείς, αλλά τα παιδιά σου είναι ασφαλή! Τα παιδιά σου είναι απολύτως ασφαλή!».
.Στο τέλος βρίσκει την αγγλίδα γριούλα πια Λάλια, η οποία της είπε όλα όσα ήξερε. Είναι σίγουρη πια ότι η Χιόνα είναι η Ρόζα Γκέτμαν. Η συνάντηση των δύο γυναικών ήταν πολύ συγκινητική. Στο τέλος, ανακάλυψε γιατί ο καθηγητής διάλεξε αυτήν από όλους τους φοιτητές και τις φοιτήτριές του για αυτή την έρευνα. Ο γιος της Σάσενκα, ο Κάρλο, ήταν ο πατέρας της. Οι παππούδες στην αρχή το αρνήθηκαν, αλλά μετά το παραδέχτηκαν. Μάλιστα, αποκάλυψαν στον γιο τους ότι, όταν ήθελε να σπουδάσει Ιατρική, τηλεφώνησαν στο σύντροφο Σατίνωφ και αυτός κανόνισε και τον δέχτηκαν στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης.
Ο Σατίνωφ που έπνεε τα λοίσθια τον τελευταίο καιρό, πέθανε, και η Κατίνκα πάνε με τη Ρόζα για τον τελευταίο αποχαιρετισμό:
«Θυμάμαι να παίζω μαζί του…» είπε η Ρόζα, κοιτάζοντάς τον. «Και ήταν πράγματι ο άντρας στο αυτοκίνητο που με παρακολουθούσε από τη λιμουζίνα του να πηγαίνω στο σχολείο μου, στην Οδησσό». Έσκυψε μέσα στο φέρετρο και φίλησε τον Σατίνωφ στο μέτωπο».      
Φεύγοντας, η κόρη του τους έδωσε έναν χοντρό κίτρινο φάκελο, λέγοντάς τους ότι ο πατέρας της την έβαλε να του υποσχεθεί ότι θα τον κατέστρεφε, αλλά αυτή θέλει να τον πάρει η Κατίνκα, γιατί μέσα είναι η ιστορία της.
Όμως, πέρα από την Κατίνκα, έρευνες έκανε και ο εκατομμυριούχος γιος της Ρόζας, ο Πάσα. Ανακάλυψε τον συγγραφέα Μπένια Γκόλτεν, τον εραστή της Σάσενκα, και τον έφερε στο σπίτι τους. Ήταν ένα γεροντάκι, που εξεπλάγη, όταν η Κατίνκα του είπε ότι διάβασε τις «Ισπανικές Ιστορίες» του.
«Δεν ήξερα ότι είχα τόσο νέους θαυμαστές. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήξερα καν ότι είχα θαυμαστές». Σώπασε για λίγο. «Ξέρεις, είσαι στ’ αλήθεια φτυστή η Σάσενκα, μια γυναίκα που λάτρεψα με όλο μου το είναι πριν πολλά, πολλά χρόνια…»
Το μυθιστόρημα τελειώνει με την υπόσχεση της Ρόζας- Χιόνας ότι θα πάει να επισκεφτεί τον αδελφό της, τον πατέρα της Κατίνκα και με την παραδοχή της Κατίνκα ότι είναι ερωτευμένη με τον ερευνητή, τον Μάξι που τη βοήθησε πολύ.
«Δόξα τω Θεώ, στη δική μας εποχή δε χρειάζεται να είμαστε τόσο γενναίοι», είπε εκείνη. «Είμαστε ελεύθεροι στη Ρωσία. Για πρώτη φορά στην Ιστορία. Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, να λέμε ό,τι σκεφτόμαστε. Κανείς δεν μας παρακολουθεί πλέον, αυτός ο εφιάλτης τελείωσε».

«Νιώθοντας να την κατακλύζει η χαρά της ζωής και της νιότης και της άνοιξης, η Κατίνκα έκλεισε το πρόσωπό του στα χέρια της και τον φίλησε στο στόμα».
Τελειώνοντας αυτό το συναρπαστικό ιστορικό μυθιστόρημα, που στηρίζεται, πέρα από τα αρχεία που παραθέτει, και σε συνεντεύξεις από οικογένειες Ρώσων, νιώθω να μεταφέρομαι σε εκείνη την εποχή και να συμπάσχω με τα πάθη των ανθρώπων τα φρικαλέα.
Όλα εξαρτιόντουσαν από τις διαθέσεις ενός παρανοϊκού ηγέτη, που συνεχώς έβλεπε εχθρούς που έπρεπε να τους συνθλίψει, να τους ευτελίσει, να τους εκμηδενίσει. Παρουσιάζεται, όμως, και σε ευχάριστες, πιο ανθρώπινες στιγμές, όπως όταν πήγε στο πρωτομαγιάτικο τραπέζι της Σάσενκα και αστειεύτηκε με τη Χιόνα, την κάθισε στα γόνατά του και τη φίλησε. Όλοι γύρω του, βέβαια, έτρεμαν μήπως ξεφύγει κάτι από το στόμα της μικρής και τον ερεθίσει.
Αναντίλεκτα, ήταν μια εποχή όπου ο ένας πρόδινε τον άλλο για να σώσει το τομάρι του. Οι φρικαλεότητες και οι ωμότητες της σταλινικής περιόδου, έκαναν τους ανθρώπους να προδίδουν αγαπημένους τους, αλλά όπου μπορούσαν συμπαραστέκονταν ο ένας στον άλλο. Δεν έπρεπε να έχουν αισθήματα. Ούτε να σκέφτονται. Μάλιστα, όταν άκουαν για ένα φίλο τους ότι συνελήφθη, πίστευαν ότι όντως είχε διαπράξει κάποια προδοσία στο κόμμα και στον σύντροφο Στάλιν.
Αξιοσημείωτο είναι ότι όλοι οι αξιωματούχοι φαίνεται ότι δούλευαν όλη νύχτα, γιατί αυτό έκανε ο Στάλιν ή άφηνε να νοηθεί ότι δούλευε. Πάντα ήταν αναμμένο το φως στο γραφείο του. Οι ανακρίσεις γίνονταν τη νύχτα, μέχρι να σπάσουν οι κρατούμενοι και να αναγκαστούν να παραδεχτούν όσα τους καταμαρτυρούσαν. Και οι εχθροί ήταν πολλοί.
Νομίζω ότι ανάμεσα στις πιο συγκινητικές στιγμές είναι εκείνη που βλέπουν για τελευταία φορά τα παιδιά τους, ξέροντας ότι δεν θα τα ξαναδούν και αγωνιούν για την τύχη τους. Καημένη Σάσενκα. Καημένος Βάνιας. Εκεί που είχαν μια τόσο ευτυχισμένη οικογένεια, μια στραβοτιμονιά, και όλος ο κόσμος τους αναποδογυρίστηκε.
Κανένας δεν ήταν απόλυτα σίγουρος αν θα ζούσε την επόμενη μέρα. Μάλιστα, όσο κοντά ήσουν στον Στάλιν, τόσο πιο πολύ κινδύνευες.
Δεν θα ήθελα, βέβαια, να παραλείψω να στηλιτεύσω και την αναλγησία και τις ανισότητες της τσαρικής εποχής, τον πανηδονισμό, τον αμοραλισμό, την ηθική έκπτωση της άρχουσας τάξης. Δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πάντα αυτή η ασυδοσία. Η επανάσταση ήταν αναπόδραστο γεγονός.
«Σάσενκα». Ένα μυθιστόρημα που με καθήλωσε με τη συναρπαστική πλοκή του, τα σαρωτικά ιστορικά γεγονότα και την κορύφωσή του. Η αναγνώριση στο τέλος, από την άγνοια στη γνώση, θυμίζει έντονα ελληνική τραγωδία. Κι όμως, από τέτοιες ιστορίες βρίθει η σοβιετική εποχή. Χιλιάδες τα παιδιά που έμειναν στους δρόμους και δεν έμαθαν ποτέ την οικογενειακή τους ιστορία. Έμειναν μετέωρα και ξεχασμένα.




2 σχόλια:

  1. Φαίνεται πολύ ενδιαφέρον. Αλλά βρε Ζήνα μου, αν εμένα μου γράφουν ότι αποκαλύπτω πολλά από την υπόθεση των βιβλίων που παρουσιάζω, τι θα πουν για σένα; Λιγότερα, λιγότερα, όσο το δυνατό λιγότερα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κίκα μου, ευχαριστώ που μου έκανες σχόλιο και διάβασες την παρουσίασή μου. Πράγματι, μου άρεσε πάρα πολύ και παρασύρθηκα στην παρουσίαση. Αλλά υπάρχουν ακόμα πολλά κρυμμένα μυστικά που δεν αποκαλύπτονται.

    Πάντως, χάρηκα και όταν έγραφα την παρουσίαση. Δεν με πειράζει που είναι μεγάλη, γιατί διαβάζεται σαν παραμύθι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή