Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Η αυτοκρατορική Βιέννη

Ο Αντρέας με τη Γεωργία μας
Το φετινό μας ταξίδι ξεκίνησε από τη Λάρνακα με προορισμό τη Βαρκελώνη, μέσω Βιέννης, όπως ταίριαζε στις η
μερομηνίες που θέλαμε. Είχαμε ως περιορισμούς τις εξετάσεις του Αντρέα μέχρι τις 13 Ιουνίου και την τελετή αποφοίτησης της Γεωργίας στις 27 Ιουνίου. Με τις Αυστριακές αερογραμμές πετάξαμε στην πόλη της όπερας και του βαλς, την αυτοκρατορική πρωτεύουσα των Αψβούργων. Για μένα ήταν η έβδομη φορά που ταξίδευα στη Βιέννη. Περνώντας με το ταξί έξω από την Όπερα ακούσαμε ωραία μουσική και είδαμε πολύ κόσμο μαζεμένο να παρακολουθεί από μια μεγάλη οθόνη.

Αφού τακτοποιηθήκαμε σε ένα ξενοδοχείο πίσω από την Όπερα, περπατήσαμε, περνώντας από το περιώνυμο Sacher Cafe, και καθίσαμε κι εμείς και παρακολουθήσαμε την όπερα «Δον Κιχώτης» η οποία μεταδιδόταν ζωντανά από μέσα από την Όπερα. 
Ακόμη εκεί ήταν μέρα στις 9 το βράδυ, κι όπως έπεφτε η βραδιά, άπλωνε στις ψυχές μας μια ουράνια θαλπωρή. Κοιτούσα μια την οθόνη και μια τα χρώματα του δειλινού, που κατά τον Σολωμό, «δεν έχουν όνομα, μα έχουν περίσσια κάλλη». Μαγεύτηκα και ταξίδεψα με τα φτερά της μουσικής σε δρόμους αέρινους και αιθέριους.
Δεν είχαμε το περιθώριο να παρακολουθήσουμε όπερα ή μουσική σε κάποια εκκλησία ή σε κάποιο παλάτι, όπως άλλες φορές, γιατί φτάσαμε αργά και δεν είχαμε και τα κατάλληλα ρούχα, μια που οι βαλίτσες μας θα πήγαιναν κατευθείαν Βαρκελώνη.


Μετά την απογείωσή μας στ’ αστέρια με τη μουσική και το χορό, περπατήσαμε προς τα κάτω, 
στην περίφημη Kartnerstrasse, με τα καταστήματα, τα





ξενοδοχεία, τις καφετέριες, και φτάσαμε στην πλατεία του Αγίου Στεφάνου με τον ομώνυμο γοτθικό ναό. Θαυμάζουμε γι’ άλλη μια φορά την καμπάνα του, την Pummerin, που την έφτιαξαν από τις μπάλες κανονιού της τουρκικής πολιορκίας της Βιέννης(1683), το 1711.Χτυπά μόνο σε ιδιαίτερα γιορτινές στιγμές, όπως Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Πάσχα, και στην γιορτή του Αγίου Στεφάνου.
Κοσμοπλημμύρα, ως συνήθως, αλλά κάτι άλλαξε από τις προηγούμενες φορές που την επισκεφθήκαμε. Δεν είδαμε κανένα Street event, ούτε ταχυδακτυλουργούς, ούτε βαμμένα αγάλματα που έβγαζες φωτογραφία, ούτε μουσικούς ή χορευτές που μας τραβούσαν την προσοχή.

Θαυμάσαμε γι’ άλλη μια φορά τον μητροπολιτικό, καθολικό ναό του Αγίου Στεφάνου με την επιβλητική πρόσοψη, τους πύργους του, και την πολύχρωμη, ψηφιδωτού ύφους, στέγη του.
Είδαμε, ταυτόχρονα, τα άλογα που πάνε βόλτα τους τουρίστες, αγοράσαμε γκοφρέτες  Manner στο γωνιακό κατάστημα, και λίγο πιο κάτω φάγαμε την αγαπημένη μας πίτσα, που μας αρέσει πιο πολύ από τις ιταλικές πίτσες. Αυτή τη φορά, δεν μπορέσαμε να τιμήσουμε τα αγαπημένα μας στέκια, επειδή είχαμε μόνο μια νύχτα στην πόλη, μεταξύ των οποίων το εστιατόριο  Figlmuller
που είναι ξακουστό για τα σνίτσελ του, και συγκεντρώνει τους λάτρεις της αυτοκρατορικής βιενέζικης κουλτούρας και του καλού ντόπιου κρασιού, το αγαπημένο μας κουτούκι απέναντι από τον Άγιο Στέφανο με την ιταλική κουζίνα, το ξενοδοχείο   Sacher, με την παγκοσμίως γνωστή σοκολατίνα του, την Sachertarte, και τόσα άλλα.
Συνεχίζοντας το περπάτημα, φτάνουμε στην πολυκατοικία που έζησε για κάποια χρόνια ο Ρήγας Φεραίος, και στρίβοντας προς τα δεξιά φτάνουμε στον Καθεδρικό ναό των Ορθοδόξων, τον Ναό της Αγίας Τριάδας, και πίσω του τον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων. 
Ναός Αγίας Τριάδας

Έχουμε τη Γεωργία μαζί μας και συνεχίζουμε προς τα κάτω στην αποβάθρα του Δούναβη, απ’ όπου ξεκινούν τα ποταμόπλοια για τις βόλτες τους, μέχρι την Μπρατισλάβα, την πρωτεύουσα της γειτονικής Σλοβακίας.

Στην επιστροφή μας, τρώμε ένα υπέροχο παγωτό, το οποίο τιμούμε δεόντως. Εμένα, μου αρέσει ιδιαιτέρως το παγωτό ινδοκάρυδο. Η Γεωργία απαθανατίζει τα εξαίρετης αρχιτεκτονικής κτήρια.
Ο Αντρέας έξω από την πολυκατοικία
 που έμενε ο Ρήγας Φεραίος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου